Macro

Η Βόρεια Ιρλανδία γεννήθηκε από τη βία

Όσο τα μεγάλα κοινωνικά προβλήματα μένουν ανεπίλυτα, τόσο η δυσαρέσκεια βρίσκει τρόπο να ξεσπάει. Στην Βόρειο Ιρλανδία, σήμερα, λίγοι είναι αυτοί που ξέρουν τις ακριβείς διατυπώσεις που προβλέπονται στη συμφωνία για το Brexit και τις συνέπειες που θα έχουν για τους τελωνιακούς ελέγχους μεταξύ του Ηνωμένου Βασιλείου, που περιλαμβάνει την Βόρειο Ιρλανδία και της Δημοκρατίας της Ιρλανδίας. Αυτό που βιώνουν όλοι, όμως, είναι η «καμένη γη» που έχει αφήσει πίσω της η πολιτική που εφαρμόζεται από τα χρόνια της Θάτσερ έως και σήμερα και συνέπεια έχει, μεταξύ άλλων, την πλήρη αποβιομηχανοποίηση της περιοχής και φυσικά τη μεγάλη αύξηση της ανεργίας και των κοινωνικών αντιθέσεων.

Επιπλέον, η αίσθηση «οργής» κατά του Λονδίνου, αυτή τη φορά δεν εκφράζεται μόνο από τους καθολικούς – ρεπουμπλικάνους, οι οποίοι επιδιώκουν την ένωση με τη Δημοκρατία της Ιρλανδίας, αλλά και από τους πιστούς στο Βρετανικό Στέμμα προτεστάντες – ενωτικούς, «Αυτό που εισπράττουν είναι ότι προδόθηκαν από την βρετανική κυβέρνηση απέναντι στην οποία οι γονείς, οι παππούδες και οι προπαππούδες τους επέδειξαν ταπεινά την αφοσίωσή τους», γράφει στην εφημερίδα Belfast Telegraph η Άλισον Μόρις, τονίζοντας ότι «αυτοί που συμμετέχουν στις ταραχές, που έχουν ξεσπάσει το τελευταίο διάστημα, δεν ενδιαφέρονται για τα πολύπλοκα προβλήματα στις εμπορικές συναλλαγές. Είναι “οργισμένοι”»

Φέτος συμπληρώνονται 100 χρόνια από την ίδρυση του Ιρλανδικού Ελεύθερου Κράτους, μετά την υπογραφή της Αγγλοϊρλανδικής Συνθήκης Ειρήνης. Η συνθήκη αυτή υπεγράφη μετά από βίαιες συγκρούσεις ανάμεσα στις δύο πλευρές, οι οποίες με διάφορες μορφές και ένταση συνεχίστηκαν έως τις μέρες μας. Αναζωπύρωση αυτών των συγκρούσεων προβλέπουν τώρα ξένοι δημοσιογράφοι και παρατηρητές. Ο Τζέιμς Γουόλερ, καθηγητής στο Keene State College, γράφει στην ιστοσελίδα επιστημονικών αναλύσεων The Conversation: «Από την ίδρυσή της, η χώρα βασανίζεται από τη βαθύτατη διαίρεση ανάμεσα σε δύο μεγάλες ομάδες, οι οποίες ορίζονται ως Προτεστάντες και Καθολικοί. Σήμερα, συγκλονισμένη από τον αντίκτυπο του Brexit, η Βόρεια Ιρλανδία φαίνεται να κατευθύνεται σε ένα πιο σκοτεινό και πιο επικίνδυνο μονοπάτι. Αρκετά βράδια, νέοι διαδηλωτές πιστοί στο Λονδίνο –θυμωμένοι με τις συνέπειες του Brexit, τη στάση της αστυνομίας και την αίσθηση της αποξένωσης που αισθάνονται απέναντι στο Ηνωμένο Βασίλειο– έβαλαν φωτιές στην πρωτεύουσα, Μπέλφαστ, και συγκρούστηκαν με την αστυνομία. Ο βρετανός πρωθυπουργός, Μπόρις Τζόνσον, δήλωσε ότι “η επίλυση των διαφορών γίνεται μέσω διαλόγου, όχι μέσω της βίας ή της εγκληματικότητας”. Αλλά η Βόρεια Ιρλανδία γεννήθηκε από τη βία.»

Παρ’ όλο που ξένα τηλεοπτικά δίκτυα μεταδίδουν ακόμα και συνεντεύξεις με μέλη ένοπλων ομάδων, τα στοιχεία που υπάρχουν έως τώρα, δείχνουν ότι πρόκειται για μικρές, μεμονωμένες περιπτώσεις, ορισμένες εκ των οποίων συνδέονται ακόμα και με μη πολιτικές οργανώσεις.

Η Βόρεια Ιρλανδία δείχνει να είναι και πάλι ένα καζάνι που βράζει:

-Ίσως αυτή τη φορά οι εσωτερικές αντιθέσεις να έχουν αμβλυνθεί απέναντι στον κοινό, πλέον, «εχθρό» που είναι το Λονδίνο.

-Ίσως οι προσδοκίες που δημιούργησε η Συμφωνία της Μεγάλης Παρασκευής του 1998 –με την οποία επήλθε ειρήνευση στην ένοπλη σύγκρουση που είχε αρχίσει το 1969- και θεωρήθηκε κεκτημένο από την πλευρά των καθολικών να δημιουργεί σήμερα άλλου τύπου δεδομένα απέναντι στο ζήτημα της ενοποίησης της Βόρειας Ιρλανδίας και της Δημοκρατίας της Ιρλανδίας. Πάντως, η κυβέρνηση του Τζο Μπάιντεν, στις ΗΠΑ, έχει επιστήσει την προσοχή του Ηνωμένου Βασιλείου για τυχόν πισωγύρισμα της ειρηνευτικής διαδικασίας του 1998.

-Ίσως οι προτεστάντες να βλέπουν ξεκάθαρα τον ρόλο που τους καλούσε να παίξουν το Μπάκιγχαμ αδιαφορώντας σήμερα για το μέλλον τους, σε ένα Ηνωμένο Βασίλειο μακριά από την Ευρωπαϊκή Ένωση και «στη μέση του Ατλαντικού».

-Ίσως τα δεδομένα της δημογραφικής εξέλιξης, που ευνοούν τους καθολικούς ρεπουμπλικανούς, δημιουργώντας στους προτεστάντες ενωτικούς το αίσθημα ότι μεταβάλλονται σε μειονότητα υπό πολιορκία.

Γεγονός είναι, όμως, ότι στα ναυπηγεία του Μπέλφαστ, για παράδειγμα, όπου οικοδομήθηκαν κολοσσοί, όπως ο Τιτανικός και το Queen Elisabeth, σήμερα εκτελούνται επισκευαστικές εργασίες και οι συνέπειες του γεγονότος αυτού είναι κοινές τόσο για τους καθολικούς, που κάποτε ήταν τα διευθυντικά στελέχη, όσο και για τους προτεστάντες, που αποτελούσαν τους σκληρά εργαζόμενους εργάτες.

Νίκος Σερβετάς

Πηγή: Η Εποχή