Η Ελλάδα αντιμετωπίζει έντονο πρόβλημα προσιτής στέγης, που επιδεινώνεται τα τελευταία χρόνια λόγω της αύξησης των τιμών και της περιορισμένης προσφοράς. Στην τελευταία ετήσια διαβούλευση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ), γνωστή ως Article IV Consultation Mission για το 2026, το Ταμείο εντοπίζει ότι οι τιμές των κατοικιών αυξήθηκαν περίπου κατά 7,8 % το 2025, κυρίως λόγω ισχυρής εγχώριας ζήτησης και περιορισμένης νέας οικοδομικής δραστηριότητας. Το ΔΝΤ επισημαίνει ότι μεγάλο μέρος των υφιστάμενων κατοικιών δεν χρησιμοποιείται αποτελεσματικά, είτε παραμένει κενό είτε δεν είναι διαθέσιμο για μακροχρόνια μίσθωση, δημιουργώντας μια διπλή ανισορροπία: η ζήτηση υπερβαίνει την προσφορά και ένα σημαντικό απόθεμα στέγης παραμένει ανενεργό. Το Ταμείο περιγράφει την προσιτότητα στέγης ως συνάρτηση των τιμών κατοικιών σε σχέση με το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών και υπογραμμίζει ότι το κόστος για αγορά ή ενοικίαση κατοικίας σε περιοχές υψηλής ζήτησης ξεπερνά σε πολλές περιπτώσεις τις αντοχές των ελληνικών νοικοκυριών.
Παράλληλα, η Τράπεζα της Ελλάδος, μέσα από την έκθεση του Διοικητή της για το 2026, αναγνωρίζει ότι η δυσκολία εύρεσης προσιτής κατοικίας δεν είναι ομοιογενής σε όλη τη χώρα. Εντοπίζει έντονες πιέσεις στις κύριες αστικές ζώνες, όπου το ποσοστό του εισοδήματος που δαπανάται για στέγαση φτάνει ή ξεπερνά το 40 % σε ένα σημαντικό μέρος των νοικοκυριών, έναντι μέσου ευρωπαϊκού ποσοστού χαμηλότερου του 30 %. Η ΤτΕ τονίζει ότι η αύξηση των τιμών δεν αφορά μόνο την Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη, αλλά και άλλες περιοχές όπου η ζήτηση υπερβαίνει την προσφορά, υπογραμμίζοντας τη γεωγραφική ανισότητα του φαινομένου.
Οι προτάσεις που υποβάλλει το ΔΝΤ για την αντιμετώπιση της κρίσης στέγης είναι σαφείς και στοχευμένες. Προτείνει τη φορολόγηση των κενών ή ανενεργών κατοικιών, κυρίως σε περιοχές υψηλής ζήτησης, ώστε να ενεργοποιηθεί το υπάρχον απόθεμα. Παράλληλα, συνιστά την επέκταση προγραμμάτων ανακαίνισης κατοικιών με βάση κοινωνικά και εισοδηματικά κριτήρια, ώστε να διατεθούν στοχευμένα σε νοικοκυριά με ανάγκη προσιτής στέγης. Το ΔΝΤ θεωρεί κρίσιμη τη βελτίωση της αγοράς μισθώσεων, με ευέλικτα συμβόλαια και συστήματα εγγύησης για μείωση των κινδύνων των ιδιοκτητών, ενώ ταυτόχρονα προτείνει την επιτάχυνση των σχεδίων για κοινωνικές κατοικίες και τη μείωση των εμποδίων στην κατασκευή νέων κατοικιών. Η γενική του κατεύθυνση εστιάζει στην ενεργοποίηση του υπάρχοντος αποθέματος και στην αναβάθμιση των συνθηκών αγοράς μισθώσεων παρά στην αποκλειστική δημιουργία νέων κατοικιών μέσω κρατικών επιδοτήσεων.
Η Τράπεζα της Ελλάδος υιοθετεί μια πιο στρατηγική προσέγγιση. Επισημαίνει ότι απαιτείται αύξηση της προσφοράς κατοικιών μέσω της καλύτερης αξιοποίησης της υπάρχουσας κατοικίας και της αφαίρεσης διοικητικών εμποδίων στην κατασκευή και διάθεσή τους. Παράλληλα, προτείνει την ανάπτυξη ενός ολοκληρωμένου στρατηγικού πλαισίου πολιτικής στέγασης, που θα συνδέει τις φορολογικές, κοινωνικές και αναπτυξιακές παρεμβάσεις. Η ΤτΕ θεωρεί ότι η αντιμετώπιση της προσιτότητας στέγης δεν μπορεί να περιοριστεί σε άμεσες παρεμβάσεις στην αγορά κατοικιών, αλλά απαιτεί μια μακροπρόθεσμη στρατηγική που συνδέει δημογραφικά, κοινωνικά και αναπτυξιακά δεδομένα.
Συνολικά, και οι δύο φορείς συμφωνούν ότι η Ελλάδα αντιμετωπίζει έντονο πρόβλημα προσιτής στέγης, με υψηλή επιβάρυνση των νοικοκυριών, αλλά οι προσεγγίσεις τους διαφέρουν: το ΔΝΤ επικεντρώνεται σε άμεσα πολιτικά εργαλεία και ενεργοποίηση του υπάρχοντος αποθέματος, ενώ η Τράπεζα της Ελλάδος επιδιώκει γενικότερο στρατηγικό πλαίσιο και βελτίωση της προσφοράς. Η συνεργασία των δύο προσεγγίσεων μπορεί να αποτελέσει τη βάση για πολιτικές που θα βελτιώσουν ουσιαστικά την προσιτότητα της στέγης στην Ελλάδα, συνδυάζοντας βραχυπρόθεσμες παρεμβάσεις με μακροπρόθεσμο σχεδιασμό.