Συνεντεύξεις

Η μεγάλη εικόνα είναι παγίωση μια συνθήκης διαρκούς λιτότητας για τους εργαζόμενους

Συνέντευξη του Παύλου Κλαυδιανού με την οικονομολόγο και μεταδιδακτορική ερευνήτρια, Θεανώ Κακουλίδου
και τον αναλυτή επιχειρησιακών δεδομένων στον τομέα της ασφάλισης και πρώην ειδικό γραμματέα ΣΕΠΕ, Πάνο Κορφιάτη

 

Η απόφαση της κυβέρνησης να αυξήσει τον κατώτατο μισθό κατά 2% για το 2022, δηλαδή να τον διατηρήσει ουσιαστικά παγωμένο για τρία χρόνια, είναι μια επιλογή που εντάσσεται στη γενικότερη αντίληψή της. Και αυτή είναι να επιδεινώνεται η θέση των δυνάμεων της εργασίας έναντι των δυνάμεων του κεφαλαίου. Μετά από μια 10ετή κρίση που καθήλωσε τον κατώτατο μισθό, η επιλογή αυτή τώρα, ενώ προβλέπεται άνοδος του ΑΕΠ, είναι πράγματι προκλητική. Δεν απέχει απλώς από τη μετριοπαθή πρόταση της ΓΣΕΕ για 751 ευρώ, του ΣΥΡΙΖΑ – ΠΣ στα 800 ευρώ, αλλά ακόμη και μελών της επιτροπής ειδικών που πρότειναν ένα 4%. Στη συνέντευξη που ακολουθεί, γίνεται μια πλήρης παρουσίαση του ζητήματος, με σοβαρή τεχνοκρατική τεκμηρίωση, αλλά και των ιδεολογικών και πολιτικών παραμέτρων που τίθενται.

 

Με την αύξηση μόνο 2% στον κατώτατο μισθό η κυβέρνηση εκφράζει μια πραγματική ανησυχία για τις εξελίξεις στην οικονομία ή είναι μέρος της αντίληψής της για οικονομική πολιτική;

Η κυβέρνηση πρέπει να αποφασίσει: περιμένει σημαντικούς ρυθμούς ανάπτυξης, όπως δηλώνει και καταγράφει στα επίσημα κυβερνητικά κείμενα, ή ανησυχεί για την οικονομία; Ας μην ξεχνάμε ότι προεκλογικά ο κ. Μητσοτάκης μίλαγε για αύξηση του κατώτατου μισθού διπλάσια του ΑΕΠ. Έχουμε το φαινομενικά παράδοξο, ενώ μέρος της επιτροπής των εμπειρογνωμόνων για τον κατώτατο μισθό υποστήριξε αύξηση τουλάχιστον 4%, στη βάση των κυβερνητικών εκτιμήσεων για την οικονομία, η κυβέρνηση να θεωρεί ότι η αντοχή της αγοράς εξαντλείται σε μια συμβολική, στην ουσία, αύξηση 2% μετά από δυο χρόνια στασιμότητας. Το πραγματικά όμως ανησυχητικό είναι το υπόβαθρο αυτής της αντίληψης. Στον υπόλοιπο κόσμο ακόμα και δεξιές, νεοφιλελεύθερες κυβερνήσεις, όπως της Μεγάλης Βρετανίας, όχι μόνο προχώρησαν μέσα στην πανδημία σε αυξήσεις στον κατώτατο μισθό, αλλά έχουν υιοθετήσει την έννοια του βιώσιμου μισθού ως στοιχείο της πολιτικής τους. Η ΝΔ παραμένει αμετακίνητη στην αντίληψη ότι η εργασία είναι κόστος προς ελαχιστοποίηση, παραγνωρίζοντας το γεγονός ότι χωρίς, έστω περιορισμένη, στήριξη της εργασίας δεν νοείται βιώσιμη ανάπτυξη.

 

Η κυβέρνηση επικαλέστηκε την αντοχή της οικονομίας, ιδιαίτερα τις πολύ μικρές και μικρές επιχειρήσεις, που κυρίως απασχολούν εργαζόμενους με τον κατώτατο μισθό. Πώς το σχολιάζετε;

Έχουμε την εμπειρία της αύξησης του Ιανουαρίου του 2019, που σε μεγάλο βαθμό έχει ήδη απαντήσει σ’ αυτό. Με πενταπλάσιο ποσοστό αύξησης αντί να δούμε κύμα απολύσεων, όπως υποστηρικτές αυτής της αντίληψης προέβλεπαν, αυτό που στην πραγματικότητα συνέβη ήταν ρεκόρ προσλήψεων τον επόμενο μήνα (Φεβρουάριο 2019). Σήμερα είναι κοινός τόπος ότι η αύξηση αυτή ήταν από τους βασικούς λόγους για την ανάπτυξη ύψους 1,9% που καταγράφηκε το 2019. Όταν μια οικονομία έχει πολλές μικρές επιχειρήσεις, οι οποίες στηρίζονται σημαντικά στην εσωτερική ζήτηση, η αύξηση μισθών μπορεί να λειτουργήσει προωθητικά, καθώς τα οφέλη που δημιουργούνται από την αύξηση της αγοραστικής δύναμης των καταναλωτών υπερβαίνουν τα πιθανά κόστη. Σε περίοδο όπου αναμένονται σημαντικά χρήματα από το Ταμείο Ανάκαμψης για τη στήριξη της οικονομίας, αν η κυβέρνηση ανησυχεί για τις ΜμΕ, τότε μπορεί να κατευθύνει τα χρήματα προς αυτές, κάτι που προς το παρόν δεν φαίνεται να είναι πολιτικής της. Όπως δεν είναι και η σύνδεση της όποιας στήριξης με κοινωνικούς δείκτες, όπως ο σεβασμός στην εργατική νομοθεσία ή η ποιότητα των εργασιακών σχέσεων.

 

Ύστερα από πάγωμα μισθών δύο χρόνων, η αύξηση μόνο 2% το 2022 και με δεδομένο ότι αυξάνεται το ΑΕΠ το 2021 και το 2022 αισθητά, πώς επιδρά στην κατανομή των εισοδημάτων;

Η απόφαση της κυβέρνησης πρέπει περισσότερο να ερμηνευτεί σαν πάγωμα του κατώτατου μισθού, παρά ως μελλοντική αύξηση. Οι πολιτικές, όμως, για τον κατώτατο μισθό παρασέρνουν μαζί τους την εξέλιξη τόσο των συλλογικών, όσο και των ατομικών συμβάσεων. Το μήνυμα στην αγορά είναι ότι η κίνηση της κυβέρνησης έχει περισσότερο συμβολικό και επικοινωνιακό χαρακτήρα και σίγουρα θα παίξει ρόλο, καθώς λόγω της πανδημίας πολλά πράγματα είναι ακόμα ρευστά. Στη συζήτηση πρέπει να λάβουμε υπόψη ότι η χώρα μας είναι η μόνη στην ΕΕ όπου στο διάστημα 2010 – 2020 ο κατώτατος μισθός όχι μόνο δεν αυξήθηκε, μειώθηκε κατά 12% –με μόνη σημαντική αύξηση το 2019. Αυτό σημαίνει, δηλαδή, ότι οι εργαζόμενοι με τέτοιους ρυθμούς αύξησης θα χρειαστούν χρόνια για να φτάσουν τα ονομαστικά επίπεδα του 2010, τη στιγμή που το κόστος ζωής δεν έχει μείνει ασφαλώς στάσιμο. Η μεγάλη εικόνα είναι παγίωση μια συνθήκης διαρκούς λιτότητας για τους εργαζόμενους –αφού η 2% αύξηση αφορά τρία έτη 2020, 2021 και 2022.

 

Πόσο επιδρά στην εξέλιξη των μισθών γενικά ο κατώτατος μισθός ως θεσμός άρα και το πλαίσιο διεκδικήσεων των συνδικάτων;

Μελέτες για την ελληνική οικονομία έχουν δείξει ότι αύξηση του κατώτατου κατά 10% οδηγεί σε μέσες συνολικές αυξήσεις τις τάξεως του 1,8%, ενώ ταυτόχρονα επηρεάζουν εισοδήματα μέχρι και το μέσο της μισθολογικής κλίμακας. Αυτό συμβαίνει γιατί αυξάνοντας το ελάχιστο επίπεδο αμοιβών η αύξηση διαχέεται και προς εισοδηματικές κατηγορίες που δεν υπάγονται τυπικά σε αυτόν. Επιπλέον, υπάρχει και η εμπειρία του 2012 όπου η μείωση του κατώτατου μισθού έστειλε σήμα για εκτεταμένες μειώσεις αποδοχών σχεδόν σε όλη την μισθολογική κλίμακα. Πριν το 2012, όπου υπήρχαν ισχυρές συλλογικές διαπραγματεύσεις, οι αυξήσεις του κατώτατου μισθού προσδιόριζαν και τις προσδοκίες με τις οποίες εκκινούσε η διαπραγμάτευση. Όχι τυχαία, στις περισσότερες περιπτώσεις οι συλλογικές διαπραγματεύσεις ακολουθούσαν την τάση που έθετε ο κατώτατος μισθός. Το αποτέλεσμα θα είναι, σε ένα τοπίο όπου ήδη οι συλλογικές διαπραγματεύσεις είναι δύσκολες, τα συνδικάτα να ξεκινήσουν από μια ακόμα πιο δυσμενή αφετηρία.

 

Τι σημαίνει κατώτατος μισθός; Είναι ένα κατώτατο όριο στο επίπεδο διαβίωσης των εργαζόμενων και των οικογενειών τους, που προστατεύει ένα τμήμα της κοινωνίας από τη φτωχοποίηση ή όπως οι άλλοι μισθοί που αναφέρονται και στη βιωσιμότητα των επιχειρήσεων, στην παραγωγικότητα, στις τιμές κτλ;

Δεν είναι ένα «αθώο» ερώτημα. Έχει άμεσα να κάνει με το τι ρόλο θεωρούμε ότι έχει η εργασία στην παραγωγική διαδικασία, το πώς πρέπει να αμείβεται. Η σύνδεση του κατώτατου μισθού με την παραγωγικότητα ή την βιωσιμότητα των επιχειρήσεων δεν εξυπηρετεί κάποια οικονομική λογική, αλλά τη συμπίεση των εισοδημάτων των εργαζόμενων. Για παράδειγμα, διαρκές χαμηλό επίπεδο μισθών μπορεί να οδηγήσει σε μόνιμη υστέρηση της παραγωγικότητας, αφού στρέφει τις επιχειρήσεις στη φθηνή εργασία και αποθαρρύνει επενδύσεις πάγιου κεφαλαίου και εξοικονόμησης εργασίας. Έτσι μια αντίληψη που θέτει σαν προαπαιτούμενο την αύξηση της παραγωγικότητας στην αύξηση των μισθών, στην πράξη εγκλωβίζει την οικονομία σε φαύλο κύκλο παραγωγικής καχεξίας, λειτουργώντας αρνητικά για το σύνολο της. Επειδή ο κατώτατος μισθός, ειδικά σε χώρες με αδύνατο σύστημα συλλογικών διαπραγματεύσεων, είναι πρωτίστως το σημείο αφετηρίας της διαπραγμάτευσης μεταξύ εργαζόμενων και εργοδοτών σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο, πρέπει να μπορεί να εξασφαλίσει την αξιοπρεπή διαβίωση όσων ζουν από την εργασία τους. Λογικές που τοποθετούν τον κατώτατο στα όρια της φτωχοποίησης, οδηγούν σε καταστάσεις όπως αυτές που παρατηρούμε στις ΗΠΑ, όπου διευρύνεται η κατηγορία των εργαζόμενων φτωχών, διαρκώς αντιμέτωπων με τον κίνδυνο του κοινωνικού αποκλεισμού.

 

Ποιος ο σωστότερος τρόπος υπολογισμού του κατώτατου μισθού; ΓΣΕΕ και Αριστερά (πχ ο ΣΥΡΙΖΑ) επιλέγουν τον διάμεσο μισθό και όχι τον μέσο που λέει η κυβέρνηση. Ποια η διαφορά;

Το ύψος του είναι πρώτα απ’ όλα πολιτικό ζήτημα, με την έννοια ότι συνδέεται με το πιο βασικό ερώτημα που μπορεί να βάλει στον εαυτό της μια κοινωνία: το τι θεωρεί σαν ελάχιστα αποδεκτό επίπεδο διαβίωσης των μελών της και συνολικά τη θέση της εργασίας μέσα σε αυτή, τι οικονομία θέλει να δημιουργήσει. Με αυτό δεδομένο οποιαδήποτε μεθοδολογία για τον καθορισμό του δεν μπορεί να υποκαταστήσει την παραπάνω πραγματικότητα ή να τη μετατρέψει σε μια τεχνική διαδικασία. Ο μέσος και ο διάμεσος μισθός αποτελούν περισσότερο δείκτες της δεδομένης κατανομής των εισοδημάτων παρά το επιθυμητό ή αναγκαίο επίπεδο τους. Και οι δύο επηρεάζονται από το σύνολο των εισοδημάτων, ο μέσος μισθός επηρεάζεται εντονότερα από ακραίες τιμές ενώ ο διάμεσος –ο οποίος υπολογίζεται ως ο μισθός που βρίσκεται στο κέντρο της κατανομής– είναι περισσότερο αντικειμενικός και αξιόπιστος δείκτης. Τα παραπάνω δεν σημαίνουν ότι ο καθορισμός του κατωτάτου πρέπει να γίνεται αυθαίρετα. Αντιθέτως, χρειάζεται μια πιο συστηματική προσέγγιση που θα υποστηρίζει τη διαδικασία, ιδιαίτερα σε δύο κρίσιμους τομείς: τη σχέση μεταξύ του κόστους διαβίωσης με το ύψος του κατώτατου μισθού και τη σχέση του με το παραγωγικό μοντέλο της χώρας (δεν έχει γίνει αντιληπτή, πχ, σε όλη του τη διάσταση το πώς η ραγδαία υποτίμηση οδήγησε στη μονοκαλλιέργεια υπηρεσιών χαμηλής προστιθέμενης αξίας). Τέλος, ειδικά εδώ με την εκτεταμένη μείωση μισθών την τελευταία δεκαετία, το ζητούμενο δεν είναι μια κανονικοποίηση της κατανομής των εισοδημάτων για το κάτω όριο της μισθολογικής κλίμακας, αλλά η αύξηση των αποδοχών των εργαζόμενων συνολικά. Το κύριο, λοιπόν, είναι να οργανώσουμε την επιχειρηματολογία μας γύρω από πραγματικά κριτήρια: ανάγκες εργαζομένων, κόστος διαβίωσης που αντιμετωπίζουν και τη μισθολογική πολιτική σαν βασικό παράγοντα καθορισμού του παραγωγικού μοντέλου της χώρας. Η αύξησή του στα 800 ευρώ είναι εξαιρετικά αναγκαία κίνηση σε αυτή την κατεύθυνση.

 

Με βάση τα στοιχεία της Τράπεζας Ελλάδας οι αμειβόμενοι με τον κατώτατο είναι 27,7%, έναντι 19,7% το 2016. Ένα ποσοστό 67,7% είναι νέοι ηλικίας έως 24 ετών. Αποτελούν το 43,1% των εργαζόμενων σε επιχειρήσεις με έως 10 απασχολούμενους, το 34,2% με 11 – 50. Επαληθεύουν τα στοιχεία αυτά τους ισχυρισμούς της κυβέρνησης;

Το υψηλό ποσοστό στις μικρές επιχειρήσεις οφείλεται σε τρεις, κυρίως, λόγους. Πρώτον, στο ιδιαίτερα αδύναμο σύστημα συλλογικών διαπραγματεύσεων, στο κατακερματισμένο περιβάλλον των κλάδων που κυριαρχούν οι μικρές επιχειρήσεις, είναι πιο δύσκολο και να συναφθούν και να εφαρμοστούν συλλογικές συμβάσεις. Δεύτερον, στο μοντέλο επιχειρηματικότητας της χώρας, που ιδιαίτερα την τελευταία δεκαετία οδήγησε στην επέκταση ιδιότυπων μορφών επιχειρείν βασισμένων σχεδόν αποκλειστικά στο εξαιρετικά χαμηλό επίπεδο μισθών. Η έκρηξη επενδύσεων στην εστίαση είναι χαρακτηριστική. Τρίτον, στο ότι η υποδήλωση εισοδημάτων είναι ιδιαίτερα σημαντικό φαινόμενο και περισσότερο συχνά παρατηρείται στις μικρές επιχειρήσεις όπου το πλαίσιο σχέσεων και λειτουργίας είναι λιγότερο τυπικό. Επομένως, τα στατιστικά στοιχεία δεν είναι απλά αριθμοί, οφείλουμε να τα ερμηνεύσουμε με αναφορά στο σύνολο της οικονομικής πραγματικότητας. Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι σε συνθήκες όπου ο κόσμος της εργασίας αποδυναμώνεται, το ποσοστό των εργαζομένων που αμείβονται με τον κατώτατο θα αυξηθεί, γιατί το σημείο ισορροπίας της αγοράς θα τείνει στο ελάχιστο δυνατό. Η σύνδεση, δηλαδή, είναι η αντίθετη από αυτή που προσπαθεί να κάνει η κυβέρνηση.

 

Ποια η πολιτική για τον κατώτατο στις χώρες της ΕΕ αυτή την περίοδο και ποιο το περιεχόμενο του όρου «δίκαιος και επαρκής κατώτατος μισθός» που χρησιμοποιεί;

Η συζήτηση που επικρατεί αυτή τη στιγμή έχει πολύ ενδιαφέρον, ακριβώς γιατί είναι κάτι που λίγα μόλις χρόνια πριν, θα φαινόταν πολύ μακρινό ενδεχόμενο. Υπάρχει πρόταση να θεσμοθετηθεί ελάχιστος μισθός σε όλες τις χώρες, ωστόσο παρά τη σημασία της χρήση του όρου δίκαιος και επαρκής μισθός, τα κριτήρια καθορισμού του παραμένουν ασαφή και αφήνουν μεγάλα περιθώρια ευελιξίας στην εφαρμογή τους στα κράτη μέλη. Είναι ισχυρή η επιρροή της εμπειρίας της Γερμανίας, όπου για πρώτη φόρα το 2015 θεσπίστηκε ομοσπονδιακός κατώτατος μισθός, σε μεγάλο βαθμό γιατί μεγάλα κομμάτια των εργαζομένων, ειδικά στις υπηρεσίες, δεν καλύπτονταν επαρκώς από συλλογικές συμβάσεις. Ταυτόχρονα, η όλη συζήτηση αναδεικνύει τις διαφορετικές συνθήκες των ευρωπαϊκών οικονομιών. Αυτό το μοντέλο ενδέχεται να βοηθήσει τις χώρες του Νότου που επιθυμούν να αυξήσουν τους κατώτατους μισθούς τους, αλλά έχει συναντήσει έντονη κριτική στις σκανδιναβικές χώρες όπου έχουν ένα ισχυρό σύστημα συλλογικών διαπραγματεύσεων και βλέπουν το νέο μοντέλο σαν απειλή για τα συνδικάτα. Παρατηρείται, δηλαδή, μια διαφοροποίηση ανάμεσα στις χώρες που η απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων κάνει περισσότερο αποτελεσματική τη στρατηγική της ρύθμισης από τα πάνω –στην οποία ο καθορισμός του κατώτατου έχει μεγαλύτερη επιδεκτικότητα σαν εργαλείο πολιτικής– και στις χώρες που η παραδοσιακή ρύθμιση από τα κάτω, μέσω των συνδικάτων και των συλλογικών διαπραγματεύσεων, ακόμα λειτουργεί.

 

Η τομεάρχισσα Εργασίας του ΣΥΡΙΖΑ – ΠΣ, Μαριλίζα Ξενογιαννακοπούλου, ενέταξε την επιλογή της κυβέρνησης για τον κατώτατο στη συνολική πολιτική της, που επιδεινώνει τους όρους αμοιβής της εργασίας. Διανύουμε όντως μια περίοδο, όπου γίνεται ακόμη πιο δυσμενής η θέση των δυνάμεων εργασίας; Η κρίση στην αγορά εργασίας λόγω της πανδημίας έχει αυξήσει την πιθανότητα σημαντικής υποβάθμισης του βιοτικού επιπέδου των εργαζόμενων, ειδικά των ευάλωτων ομάδων, όπως υποστηρίζει σε εργασία του το ΙΝΕ/ΓΣΕΕ;

Η πανδημία και η διαταραχή της οικονομίας που έρχεται με αυτήν, γνωρίζαμε ότι θα δημιουργούσε μια αυθόρμητη τάση μετακύλισης του κόστους στους εργαζόμενους. Από την πρώτη στιγμή οι επιλογές που έγιναν, αντί να λειτουργήσουν προστατευτικά, έβαλαν τις βάσεις για έναν νέο γύρο υποτίμησης των εργασιακών δικαιωμάτων. Μέτρα όπως οι αναστολές συμβάσεων εργασίας και το πάγωμα βασικών διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας, όπως η αναστολή της δήλωσης των ωραρίων, άφησαν τον κόσμο της εργασίας ουσιαστικά απροστάτευτο. Όπως αποκάλυψε και η δημόσια συζήτηση για τον νόμο Χατζηδάκη, η κυβέρνηση θέλει τον εργαζόμενο μόνο του απέναντι στον εργοδότη, χωρίς συλλογική εκπροσώπηση και με εργατικό δίκαιο σε διαρκή έκπτωση. Η πανδημία, δυστυχώς, δεν δίδαξε τίποτα στην κυβέρνηση, κυρίως δεν αναγνώρισε την ανάγκη που έχει η οικονομία την εργασία. Η περαιτέρω εξάπλωση της επισφάλειας, η έκρηξη της παραβατικότητας στην αγορά εργασίας και η μείωση των εισοδημάτων δεν είναι φυσικά φαινόμενα, αλλά αποτελέσματα συγκεκριμένων πολιτικών. Η επιμονή και η επανάληψη της ίδιας συνταγής, δυστυχώς, δεν μπορεί παρά να οδηγήσουν σε ένα νέο κύκλο κρίσης για τον κόσμο της εργασίας.

Πηγή: Η Εποχή