Συνεντεύξεις

Γουόρεν Μόνταγκ: «Ο καπιταλισμός οδηγεί στην καταστροφή της ανθρωπότητας»

Θεωρείτε ότι οι κρίσεις και οι ανταγωνισμοί, που έχουν ενταθεί πρόσφατα, επιδρούν στις διαδικασίες της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης;
 
Αν πράγματι υπάρχει μια διαδικασία παγκοσμιοποίησης, ένα ερώτημα που είναι δύσκολο να απαντηθεί καταφατικά, αυτό δεν συνεπάγεται την καθολικότητα του νεοφιλελεύθερου καθεστώτος. Οι υποστηρικτές του νεοφιλελευθερισμού υποσχέθηκαν κάποτε την έλευση μιας αιώνιας ειρήνης, στην οποία ο οικονομικός ανταγωνισμός εντός των ορίων που θέτουν συμφωνημένοι κανόνες, θα αντικαθιστούσε τους πολέμους τους παρελθόντος, τόσο τους ενδοϊμπεριαλιστικούς, όσο και τους λεγόμενους Ψυχρούς Πολέμους. Αντ’ αυτού, με την εξαφάνιση/τον μετασχηματισμό των μεγάλων μη καπιταλιστικών κοινωνιών, ο νεοφιλελευθερισμός επιτάχυνε τη συσσώρευση κεφαλαίου και μαζί με αυτήν την όξυνση των αντιφάσεών του.
 
Σήμερα, μπορούμε να ισχυριστούμε ότι αυτό που συμβαίνει δεν είναι τόσο μια ρωγμή στην παγκοσμιοποίηση, όσο μια παγκοσμιοποίηση των ρωγμών και των σφαλμάτων αυτού που κάποτε ήταν γνωστό ως «παγκόσμιο σύστημα». Ο παγκόσμιος καπιταλισμός, στον βαθμό που είχε κάποτε διαμορφώσει ένα τέτοιο παγκόσμιο σύστημα, διατήρησε ένα είδος εύθραυστης συνοχής μετά το 1945, μια αναγκαία ένωση δυνάμεων ενάντια σε διάφορες αρχικά αντιαποικιακές εξεγέρσεις στην Ασία και την Αφρική (κυρίως στο Βιετνάμ και στην Αλγερία), που είχαν την τάση να στρέφονται προς αντικαπιταλιστική κατεύθυνση, ενάντια στα αντιιμπεριαλιστικά κινήματα της Λατινικής Αμερικής, και τη δημιουργία στην Ανατολική Ευρώπη και τα Βαλκάνια μιας σοβιετικής νεκρής ζώνης.
 
Τα χρόνια από τη νίκη της κουβανικής επανάστασης το 1959–60, μέχρι τη στιγμή που έγινε σαφές ότι η νίκη των Βιετναμέζων επί των ΗΠΑ το 1975 σηματοδοτούσε το τέλος και όχι την επανέναρξη του επαναστατικού κύματος, ήταν μια περίοδος μεγάλων ελπίδων, μαζικών αγώνων και πολύτιμων εμπειριών. Στην Ευρώπη, τα εργατικά κινήματα, από τη Γαλλία μέχρι την Ιταλία (1968–69) και αργότερα την Ισπανία και την Πορτογαλία (1974–75) και οι μαζικοί αγώνες στους οποίους οδήγησαν, άλλαξαν την ισορροπία δυνάμεων σε βαθμό που φόβισε το ευρωπαϊκό και βορειοαμερικανικό κεφάλαιο. Εκτός Ευρώπης, η επιτυχία των αντιιμπεριαλιστικών και αντικαπιταλιστικών κινητοποιήσεων φαίνεται από την αγριότητα της κρατικής και μη κρατικής βίας που στράφηκε εναντίον τους, όπως έδειξαν οι εμπειρίες της Χιλής, της Ουρουγουάης και της Αργεντινής.
 
Το επαναστατικό κίνημα στην Πορτογαλία έληξε σύντομα και ο πόλεμος των Κόντρας, που χρηματοδοτήθηκε από τις ΗΠΑ τη δεκαετία του 1980, οδήγησε στην κατάρρευση της επανάστασης της Νικαράγουας. Η ιρανική επανάσταση, τόσο συναρπαστική στις πρώτες μέρες της, συντρίφτηκε από την αντεπανάσταση των μουλάδων και κατέληξε με τον σχεδόν πλήρη αποδεκατισμό της άλλοτε ισχυρής ιρανικής Αριστεράς. Λίγοι υποψιάζονταν ότι η «παύση» μετά το 1975 σηματοδοτούσε τη σταθεροποίηση των καπιταλιστικών σχέσεων (με λίγες εξαιρέσεις), την αργή, αν και άνιση, αποδυνάμωση των εργατικών κινημάτων και την ήττα των επαναστάσεων. Η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης και η αναγέννηση της καπιταλιστικής Ρωσίας, καθώς και η σταδιακή παλινόρθωση του καπιταλισμού στην Κίνα, φάνηκαν σε πολλούς παρατηρητές ως προαγγελία του «τέλους της ιστορίας», με την έννοια ότι η ανθρωπότητα είχε βρει στον καπιταλισμό την τελική και ουσιαστική μορφή της κοινωνικής ύπαρξής της.
 
Όμως, ακόμα και οι πιο ενθουσιώδεις από αυτούς που πανηγύριζαν για τη νέα κατάσταση, αναγκάστηκαν σύντομα να παραδεχτούν ότι ενώ η φιλελεύθερη δημοκρατία –δηλαδή το τυπικά δημοκρατικό κράτος, που ήταν κατ’ αυτούς σίγουρα το καλύτερο από όλα τα πολιτικά συστήματα– δεν ήταν πάντα εφικτή (ειδικά όταν οι πληθυσμοί αρνούνταν τον ορθολογισμό της αγοράς ή έπαυαν να σέβονται τις μορφές ιδιοκτησίας που αυτή απαιτούσε). Ελάχιστοι, πάντως, ήταν εκείνοι που υποψιάζονταν ότι την ανθρωπότητα την περίμενε ένα άλλο ενδεχόμενο τέλος της ιστορίας, όπου η ιδέα του καπιταλισμού ως τελική μορφή της ανθρωπότητας θα αποκτούσε μια πολύ διαφορετική και πολύ πιο δυσοίωνη σημασία από αυτήν που φαντάζονταν οι φιλελεύθεροι προφήτες του.
 
 
Μπαίνουμε σε μια νέα ιστορική φάση και αν ναι, ποια είναι τα χαρακτηριστικά της; Πώς βλέπετε τον ρόλο της Αριστεράς σήμερα;
 
Η εισβολή στο Αφγανιστάν και ο πόλεμος στο Ιράκ είναι ένα συχνά παραγνωρισμένο ιστορικό κατώφλι. Μπορεί να φαίνεται παράδοξο, αλλά λόγω της εξαιρετικής τεχνολογικής προόδου στην τέχνη της θανάτωσης όσο το δυνατόν περισσότερων ανθρώπων, με αντίστοιχη μείωση του κινδύνου για τον επιτιθέμενο, έχουμε περάσει σε μια εποχή παράλογου πολέμου. Το εκπληκτικό ήταν ότι υπήρξε ένα σύνολο αυταπατών, που η καθεμία τους σηματοδοτούσε μια ριζική ρήξη με τη μέχρι τότε κατανόηση της ιστορίας των πολέμων που έγιναν τον 20ό αιώνα, του στρατιωτικού δόγματος και της στρατιωτικής πρακτικής, για να μην αναφερθούμε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των εμπόλεμων μερών και τη μεταχείριση των αμάχων που θεσμοθετήθηκαν μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Σ’ αυτό το τελευταίο ζήτημα, η νέα κατάσταση δεν έχει καμία σχέση με τους ηθικούς κανόνες που ήταν ενσωματωμένοι σ’ αυτούς τους κώδικες. Όλα όσα προβλέπονταν μέχρι τότε, είχαν σχεδιαστεί για να διασφαλίσουν την επιτυχία μιας δύναμης που εισβάλλει σε μια χώρα με στόχο να την καταλάβει και να επιβάλει μια νέα κυβέρνηση που θα εξυπηρετεί τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα του εισβολέα. Αυτό που γνώριζαν τόσο οι κατακτητές, όσο και εκείνοι που εξεγείρονταν εναντίον τους, ήταν ότι αν η, χωρίς διαφοροποιήσεις, μεγάλης κλίμακας βία συνεχιζόταν πέρα από μια σύντομη αρχική περίοδο, το μόνο που θα πετύχαινε ήταν να βοηθήσει στην προετοιμασία μιας εξέγερσης. Στην πραγματικότητα, οι εισβολείς τότε και τώρα, για λόγους που μένει να εξηγηθούν, «βλέπουν το καλύτερο και κάνουν το χειρότερο» (Σπινόζα).
 
Οι εισβολές στο Αφγανιστάν και στο Ιράκ διαφέρουν σε σημαντικά σημεία, αλλά και οι δύο αποτελούν παράδειγμα όχι απλώς της αποτυχίας αυτών των ιμπεριαλιστικών περιπετειών, αλλά και μιας στρατιωτικής και πολιτικής καταστροφής παγκόσμιων διαστάσεων, οι συνέπειες της οποίας συνεχίζουν να εκτυλίσσονται χωρίς ορατό τέλος. Δημιούργησαν μια περίπλοκη κατάσταση, που έχει ελάχιστα κοινά σημεία με όσα συνέβησαν τους τελευταίους δύο αιώνες, η οποία αποτυπώνει εκείνο που είναι ουσιαστικό για την παγκόσμια πολιτική στη σημερινή περίοδο. Εκείνο που εντυπωσιάζει σήμερα, είναι ότι οι συγκεκριμένες «επιχειρήσεις», ιδωμένες από απόσταση, φαίνονται ως το στρατιωτικό ισοδύναμο μιας (μαζικής) δολοφονίας–αυτοκτονίας, που εκτυλίσσεται, άνισα σίγουρα, σε αργή κίνηση.
 
Αυτό που πρέπει να αντιμετωπίσει η Αριστερά διεθνώς, είναι κάτι που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε μια δομική τάση (και όχι κάτι μοιραίο) προς τον παραλογισμό, μια τάση των υπαρκτών ιμπεριαλιστικών δυνάμεων (συμπεριλαμβανομένης της Ρωσίας) να αναλαμβάνουν δράσεις, εσωτερικές αλλά και εξωτερικές, πολιτικές, στρατιωτικές και οικονομικές, τα προβλέψιμα αποτελέσματα των οποίων είναι βαθιά αυτοκαταστροφικά, αποδυναμώνοντας έτσι, και ίσως βλάπτοντας σε μόνιμη βάση την ικανότητά τους να δρουν στον κόσμο. Αυτή η τάση είναι υπερπροσδιορισμένη: οι αιτίες της δεν βρίσκονται στις αδυναμίες των παγκόσμιων ηγεσιών ή στην εσφαλμένη συλλογιστική τους, ούτε στον εσφαλμένο υπολογισμό των πιθανών αποτελεσμάτων μιας συγκεκριμένης δράσης ή σε ένα στρατηγικό λάθος που οφείλεται σε ανεπαρκή πληροφόρηση, έστω και αν τέτοιου είδους λάθη συμβαίνουν συχνά. Το γεγονός ότι ο Τραμπ, ο Πούτιν και ο Μπολσονάρο, για να πάρουμε μόνο αυτούς, ηγήθηκαν μεγάλων χωρών, είναι το αποτέλεσμα και όχι η αιτία της συγκεκριμένης τάσης, και αυτό το επιβεβαιώνουν επίσης οι πρόσφατες νίκες της Λιζ Τρας στο Ηνωμένο Βασίλειο και της Τζόρτζια Μελόνι στην Ιταλία.
 
Μπορούμε να αναφέρουμε τα χαρακτηριστικά ή τα συμπτώματα αυτής της τάσης. Πρώτον, ο πολλαπλασιασμός των πολέμων που εξαπολύονται χωρίς την παραμικρή πιθανότητα επιτυχίας, και που φαίνεται να στρέφονται εξαρχής προς αυτό που ο Μαρξ και ο Ένγκελς προειδοποιούσαν ότι ήταν η εναλλακτική λύση στην προλεταριακή επανάσταση και την απαλλοτρίωση των απαλλοτριωτών: την αμοιβαία καταστροφή των αντιμαχόμενων δυνάμεων. Τα πυρηνικά όπλα χρησιμεύουν ως προφάσεις ή απειλές (μαζικών) δολοφονιών–αυτοκτονιών.
 
Οι προβαλλόμενοι λόγοι για την καταστροφή εκατοντάδων χιλιάδων ζωών και ολόκληρων πόλεων μέσα σε λίγους μήνες, είναι εντελώς ψευδείς, κάτι παραπάνω από τις συνηθισμένες και αυτόματες κινήσεις δικαιολόγησης μιας καταστροφής που λίγοι παραδέχονται ότι συμβαίνει. Ο πόλεμος στο Ιράκ, που ξεκίνησε με προφανώς ψευδείς προφάσεις, έχει κοστίσει εκατομμύρια ζωές αν ληφθούν υπόψη όλες οι συνέπειές του, και επιπλέον έθεσε σε κίνηση τη δυναμική που επέτρεψε σε κάποιον σαν τον Τραμπ να γίνει πρόεδρος των ΗΠΑ. Η νομιμοποίηση των βασανιστηρίων, ή μάλλον, η άποψη ότι όλοι όσοι έχουν σχέση με τον εχθρό, θεωρούνται συνεργάτες του εχθρού και στερούνται παρανόμως των δικαιωμάτων, τα οποία κατοχυρώνονται στις συμβάσεις της Γενεύης, όπως τόσοι και τόσοι Homini Sacri1, επανήλθε μοιραία στις Ηνωμένες Πολιτείες: πόσα μέρη στις ΗΠΑ είναι σήμερα de facto ζώνες εξαίρεσης, όπου οι νόμοι μπορούν να αγνοούνται ατιμώρητα από τα όργανα επιβολής του νόμου;
 
Επιπλέον, τώρα τελευταία αυξάνεται η απόλυτη περιφρόνηση για τις ζωές των «αμάχων του εχθρού», η σκόπιμη στοχοποίηση των σχολείων, των παιδικών χαρών, των νοσοκομείων και των γηροκομείων τους, σαν να πρόκειται για κάποια ανάδραση που απευθύνεται στον πληθυσμό του επιτιθέμενου. Σε «στρατιώτες» εντελώς απροετοίμαστους για να συμμετέχουν σε μάχες, μόλις και μετά βίας ικανούς να χειριστούν τα συστήματα του πυροβολικού, τα άρματα μάχης και τα τεθωρακισμένα οχήματα, δίνονται όπλα αντίκες και ανεπαρκή πυρομαχικά, και αφήνονται να πεινάνε, προφανώς επειδή έχουν πάντα τη δυνατότητα να λεηλατούν τον πληθυσμό που πήγαν να απελευθερώσουν: ζουν τόσο όσο χρειάζεται για να σκοτώσουν έναν μεγάλο αριθμό αμάχων.
 
Όλα αυτά που έχουν οδηγήσει την ανθρωπότητα στο κατώφλι της αυτοεκμηδένισής της, δεν οφείλονται στην ανθρώπινη φύση ή σε μια απλή ενόρμηση θανάτου. Οι μορφές αυτοκαταστροφής, η οποία είναι ολοφάνερη σήμερα, έχουν προκύψει από δυνάμεις και τάσεις, που το συνδυασμένο τους αποτέλεσμα, το συνδυασμένο αποτέλεσμα της «κανονικής» λειτουργίας του καπιταλισμού σε μια άνευ προηγουμένου και επομένως «αφύσικη» στιγμή κρίσης, μάς έχει οδηγήσει στο κατώφλι (χωρίς ακόμα να το έχουμε ξεπεράσει) μιας μη αναστρέψιμης καταστροφής.
 
Η ανθρωπότητα αντιμετωπίζει από το 2020 τον κίνδυνο επιδημιών και πανδημιών από θανατηφόρους ιούς, όπως ο Covid–19, ο οποίος μεταξύ άλλων αποσταθεροποίησε τα υγειονομικά συστήματα σε όλο τον κόσμο. Έχει επιδράσει αυτή η κρίση στην πολιτική που ακολουθούν οι επιμέρους κυβερνήσεις;
 
Ο Μάικ Ντέιβις έχει καταδείξει λεπτομερώς τον βαθμό στον οποίο η αποψίλωση των δασών, είτε για την εξόρυξη ξυλείας, είτε για την εκχέρσωση γης προκειμένου να γίνει εκτροφή βοοειδών, έχει εκθέσει τους ανθρώπους σε νέους, δυνητικά θανατηφόρους και σε αρκετές περιπτώσεις εξαιρετικά μεταδοτικούς ιούς. Η συνεχής εμφάνιση όλο και πιο λοιμογόνων ιών, ορισμένοι από τους οποίους εμφανίζουν πρωτόγνωρους ρυθμούς μετάλλαξης, σημαίνει ότι τα εμβόλια και τα φάρμακα που είναι αποτελεσµατικά εναντίον μιας παραλλαγής κάποιου ιού, μπορεί να είναι άχρηστα εναντίον μιας άλλης παραλλαγής του ίδιου ιού. Τα διδάγµατα της πανδηµίας που βρίσκεται ακόµη σε εξέλιξη είναι απογοητευτικά: είναι πλέον σαφές ότι τα προληπτικά μέτρα (ιδίως οι µάσκες και η κοινωνική αποστασιοποίηση) µπορούν να είναι πολύ αποτελεσµατικά για την επιβράδυνση της εξάπλωσης αυτών των ιών, είτε η µετάδοση γίνεται µέσω αεροµεταφερόµενων σωµατιδίων, είτε µέσω επαφής∙ είναι σαφές ότι τα υγειονομικά συστήµατα σε όλο τον κόσμο δεν μπορούν να βασίζονται σε παγκόσµιες αλυσίδες εφοδιασµού, αλλά πρέπει να διατηρούν για έκτακτες ανάγκες αποθέµατα του εξοπλισµού που είναι απαραίτητος για τη θεραπεία και την πρόληψη οποιασδήποτε ασθένειας∙ είναι σαφές ότι πρέπει να υπάρχει ένας επαρκής αριθµός νοσοκοµείων και ιατρικού και βοηθητικού προσωπικού σε σχέση µε τον πληθυσµό. Τέλος, είναι επίσης σαφές ότι οι πατέντες στα φάρμακα και τις ιατρικές τεχνολογίες (δηλαδή οι καπιταλιστικές σχέσεις ιδιοκτησίας) είναι ασύμβατες με μια αποτελεσματική παγκόσμια αντιμετώπιση των πανδημιών.
 
Αυτό που δεν είναι καθόλου σαφές, είναι ότι κάποιο από αυτά τα διδάγματα θα επηρεάσει τη λειτουργία των συστημάτων υγειονομικής περίθαλψης σε έναν καπιταλιστικό κόσμο. Το γεγονός ότι οι φαρμακευτικές εταιρείες, σε συμμαχία με τις κυβερνήσεις των πλουσιότερων χωρών του κόσμου, αρνήθηκαν να επιτρέψουν έστω και την προσωρινή αναστολή των πατεντών τους για ορισμένα εμβόλια, δείχνει τον βαθμό στον οποίο οι καπιταλιστικές σχέσεις ιδιοκτησίας εμποδίζουν την προστασία της ζωής της πλειοψηφίας του παγκόσμιου πληθυσμού. Παρ’ όλα αυτά, από τη στιγμή που η εμπειρία του Covid–19, τόσο πρωτόγνωρη από πολλές απόψεις, δεν κατάφερε να πείσει αυτούς που ελέγχουν την παραγωγή φαρμάκων και συνεπώς τις ζωές δεκάδων εκατομμυρίων ανθρώπων, παραμένει εξαιρετικά απίθανο ότι σε μελλοντικές πανδημίες, όσο σοβαρές και αν είναι αυτές, θα αμφισβητηθεί η νομιμότητα της ιδιωτικής ιδιοκτησίας στα φάρμακα και τις ιατρικές τεχνολογίες.
 
Αλλά ίσως πιο καταστροφική, όσον αφορά τις άμεσες επιπτώσεις της στην παγκόσμια πολιτική, είναι η κλιματική αλλαγή, ιδίως η αύξηση της θερμοκρασίας της γήινης ατμόσφαιρας. Από τη μια πλευρά, η αυξανόμενη συχνότητα εμφάνισης ανομβρίας σε όλο τον κόσμο, η ξήρανση των πηγών νερού, που απειλούν τα αποθέματα νερού των μεγαλουπόλεων και οδηγούν σε καταστροφή των καλλιεργειών, πείνα και ασθένειες, και από την άλλη πλευρά, το λιώσιμο των πολικών πάγων που ανεβάζει τη στάθμη της θάλασσας με ρυθμό ταχύτερο από αυτόν που πιστεύαμε, έχουν αρχίσει να επιφέρουν μαζικές μετακινήσεις πληθυσμών. Εκατομμύρια άνθρωποι υποφέρουν από πλημμύρες και ακραία καιρικά φαινόμενα που προκαλούνται από τις αυξανόμενες μεγάλες καταιγίδες, ενώ μια σειρά νησιωτικών κρατών σταδιακά εξαφανίζονται.
 
Ακριβώς όπως στην περίπτωση των πατεντών εμβολίων, οι εθνικές κυβερνήσεις και οι διεθνείς οργανισμοί αρνήθηκαν να αναγκάσουν τις βιομηχανίες που φέρουν την κύρια ευθύνη για την υπερθέρμανση του πλανήτη να μειώσουν τις εκπομπές ρύπων στο σημείο που είναι απαραίτητο για την αποτροπή της καταστροφής. Κάτι τέτοιο θα έθετε υπό αμφισβήτηση τον ορθολογισμό και τη νομιμοποίηση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Παραδόξως, η σύζευξη αυτών των εξελίξεων, που η καθεμιά τους υποκινείται από την επιδίωξη να αυξηθούν τα κέρδη και τα έσοδα των εταιρειών, να διατηρηθούν τα δικαιώματα ιδιοκτησίας, να παραμεριστούν οι κανονισμοί και η προστασία του περιβάλλοντος και να μειωθεί όσο το δυνατόν περισσότερο το κράτος, με εξαίρεση τους κατασταλτικούς μηχανισμούς, δηλαδή την αστυνομία και τις ένοπλες δυνάμεις στις οποίες επενδύονται ολοένα και μεγαλύτερα ποσά, απειλεί τελικά την ύπαρξη ακόμη και αυτών που «απολαμβάνουν» αυτά τα κέρδη. Τα ψέματα που λέει η άρχουσα τάξη στον εαυτό της και στους άλλους, οι προσπάθειές της να αρνηθεί την ύπαρξη ή την τοξικότητα του Covid–19, ή τη σχέση μεταξύ των αερίων του θερμοκηπίου και της υπερθέρμανσης του πλανήτη, δεν μπορούν να τη σώσουν από το πολύ πραγματικό ενδεχόμενο μιας πανδημίας που αφήνεται να εξαπλωθεί ανεξέλεγκτα ή της υπερθέρμανσης του πλανήτη που συνεχίζει να αυξάνεται όπως συμβαίνει τις τελευταίες λίγες δεκαετίες.
 
Πώς είναι δυνατόν όσοι ανήκουν σ’ αυτές τις τάξεις, με λίγες εξαιρέσεις, να συνεχίζουν να συμπεριφέρονται σαν να μην έχει αλλάξει τίποτα; Ωστόσο, η υπερβολική σπουδή τους που οδηγεί στην εξαφάνιση των ειδών, δεν μπορεί να αποδοθεί στην απληστία και τη βλακεία, που είναι ολοφάνερη στις πιο γνωστές όψεις της παγκόσμιας καπιταλιστικής τάξης, ή στην πίστη στις αρχές του νεοφιλελευθερισμού. Ούτε μπορεί να κατανοηθεί ως η λογική του κεφαλαίου που λειτουργεί με αδιαφορία για την ανθρώπινη ζωή, μια αδιαφορία που κάποτε αποδιδόταν στις εργατικές τάξεις και τους φτωχούς. Επιπλέον, τώρα τελευταία αυξάνεται η απόλυτη περιφρόνηση για τις ζωές των «αμάχων του εχθρού», η σκόπιμη στοχοποίηση των σχολείων, των παιδικών χαρών, των νοσοκομείων και των γηροκομείων τους, σαν να πρόκειται για κάποια ανάδραση που απευθύνεται στον πληθυσμό του επιτιθέμενου. Οι ιδέες που δικαιολογούν τη δύναμη και την πονηριά των προσπαθειών που κάνουν οι μεγάλες επιχειρήσεις να αυξήσουν τα κέρδη τους και να αποφύγουν να δώσουν ένα μέρος του πλούτου τους στους «παραλήπτες» των υπηρεσιών τους στην κοινωνία εγγράφονται σε μια σειρά κινημάτων, η δύναμη και η ραγδαία ανάπτυξη των οποίων είναι επίσης αποτέλεσμα των φαινομένων που αναφέρθηκαν παραπάνω.
 
Πώς βλέπεις τη σχέση μεταξύ αυταρχισμού στο εσωτερικό και αυταρχισμού στις διεθνείς σχέσεις; Είναι η παλιά παγκόσμια τάξη που, αποσυντιθέμενη, ωθεί σε αυταρχικές λύσεις στο εσωτερικό, ή η αντιδημοκρατική τροχιά σε κάθε χώρα, σχεδόν αναπόφευκτα, οδηγεί πιο συχνά σε σκηνικά αναμέτρησης και σύγκρουσης παρά διεθνούς συνεργασίας;
 
Πριν απαντήσω στις ερωτήσεις σας, νομίζω ότι είναι σημαντικό να εξετάσουμε τις συνθήκες που καθόρισαν την εμφάνιση αυτού που εσείς αποκαλείτε «αυταρχισμό». Αν δεν προσδιορίσουμε τα χαρακτηριστικά του, όχι ως ιδεότυπο, αλλά όπως υπάρχει σήμερα σε ποικίλες μορφές, που όμως μοιάζουν πολύ μεταξύ τους, θα αναπαραγάγουμε απλώς τις τυπικές κατηγορίες της κυρίαρχης πολιτικής ταξινόμησης. Ενώ ορισμένα από αυτά τα αυταρχικά κινήματα, ιδίως στην Ευρώπη, έχουν τις ρίζες τους στον προ του 1945 φασισμό, εκείνα που επανεμφανίζονται στη Λατινική Αμερική, κυρίως στη Βραζιλία, συνδέονται με πιο πρόσφατες τοπικές δικτατορίες (Βραζιλία, Αργεντινή και Χιλή). Ωστόσο, παρά τις διαφορές αυτές, κανένα από αυτά τα κινήματα δεν θα είχε τη βαρύτητα και την επιρροή που έχει σήμερα, αν δεν υπήρχαν ορισμένα νέα χαρακτηριστικά που συνδέονται με τις αλληλένδετες κρίσεις στις οποίες αναφέρθηκα προηγουμένως.
 
Αν και εγώ ο ίδιος χρησιμοποίησα τον όρο «αυταρχικός νεοφιλελευθερισμός», ελλείψει κάποιου καλύτερου και για να μην προκαλέσω τις ταξινομητικές αντιδράσεις των ειδικών, είναι σημαντικό να διευκρινιστεί ότι μιλώντας για τον αντιδημοκρατικό και συχνά εθνοκεντρικό και ρατσιστικό χαρακτήρα του, οι ιδέες ή οι ιδεολογίες του αυταρχισμού και οι πρακτικές στις οποίες εγγράφονται, δεν προέρχονται μόνο από το κράτος. Ο «κρατικός ρατσισμός» είναι απολύτως υπαρκτός, αλλά δεν μπορεί να διαχωριστεί πλήρως από έναν λαϊκό ρατσισμό, που έχει τις ρίζες του στις εσωτερικές ανισότητες της εργατικής τάξης. Στις ΗΠΑ, για παράδειγμα, η πρόσφατη ιστορία έχει δείξει ότι ισχυρά μαζικά κινήματα που βρίσκονται έξω από το κράτος και είναι ενάντια σ’ αυτό, έχουν αλλάξει τη θεωρία και την πρακτική των κρατικών δρώντων, οδηγώντας τόσο στην απώλεια της νομικής ή τυπικής προστασίας που κάποτε επεκτεινόταν σε ειδικές ομάδες του πληθυσμού που καταπιέζονται, όσο και στην de facto αναστολή νόμων που συνεχίζουν να υπάρχουν de jure.
 
Σ’ αυτό το πλαίσιο, ο ορισμός του Πουλαντζά για το κράτος ως «συμπύκνωση του συσχετισμού δυνάμεων» είναι πιο κοντά στην πραγματικότητα από την αντίληψη του κράτους ως μηχανή, σταθερή και ξεκομμένη από την κοινωνία των πολιτών. Μερικές φορές, όπως στην πρόσφατη περίπτωση της Ιταλίας, η Ακροδεξιά είναι ικανή να αποκτήσει την πλειοψηφία στις εκλογές, είτε μόνη της είτε σε συνεργασία με άλλα, μικρότερα δεξιά κόμματα που προσελκύονται από την αυξανόμενη δύναμη του ακροδεξιού αυταρχισμού. Στις περισσότερες περιπτώσεις, ωστόσο, τα ακροδεξιά κόμματα παραμένουν μια εκλογική μειοψηφία, γεγονός που δεν τα εμποδίζει να αλλάζουν με επιτυχία πρακτικές και συνήθειες ανεξάρτητα από τη συνέχεια του νόμου και του συντάγματος. Μια επαρκής από πλευράς μεγέθους και δύναμης μαζική βάση, τούς επιτρέπει να επιβάλλουν τόσο περιορισμούς όσο και υποχρεώσεις στα μέλη τους, τις οποίες αυτά εφαρμόζουν με την προβλεψιμότητα και την κανονικότητα που απαιτεί το νομικό ιδεώδες. Επιπλέον, τα ακροδεξιά κινήματα όταν αυξάνεται η δύναμη τους, μπορούν να αλλάζουν τις εθνικές πολιτικές, συμπεριλαμβανομένων της εξωτερικής και της μεταναστευτικής πολιτικής, χωρίς να συμμετέχουν στα επίσημα όργανα λήψης αποφάσεων, καθιστώντας μ’ αυτόν τον τρόπο άνευ σημασίας τις εκλογικές πλειοψηφίες.
 
Είναι εύκολο για τις ακροδεξιές πολιτοφυλακές να στρατολογούν μέλη από τις αστυνομικές δυνάμεις και να τις αποικίζουν (συμπεριλαμβανομένων κυρίως εκείνων που είναι υπεύθυνες για την αστυνόμευση των μεταναστών, των προσφύγων και των αιτούντων άσυλο), ενώ το ίδιο συμβαίνει και με κλάδους του στρατού. Στις ΗΠΑ, ακροδεξιές παραστρατιωτικές ομάδες περιπολούν τακτικά τα σύνορα και κρατούν υπό την απειλή όπλων τους μετανάστες που υποψιάζονται ότι είναι «μη νόμιμοι», μέχρις ότου αποφασίσουν να τους παραδώσουν στην επίσημη συνοριοφυλακή. Στα σύνορα ΗΠΑ–Μεξικού, αυτές οι λεγόμενες «ιδιωτικές» πολιτοφυλακές, εφοδιασμένες με μηχανισμούς παρακολούθησης και όπλα που χρησιμοποιούνται στον στρατό, δρουν με απόλυτη ελευθερία και συλλαμβάνουν αυτούς που περνούν τα σύνορα, χωρίς να δίνουν λόγο σε κάποια αρχή. Οι μαζικές μεταναστεύσεις για τις οποίες τόσο δυσανασχετεί η Ακροδεξιά στην Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική και οι οποίες είναι στον πυρήνα των ρατσιστικών, ισλαμοφοβικών και ξενοφοβικών κινητοποιήσεων, στην πραγματικότητα οφείλονται αφενός στην κλιματική αλλαγή, για την οποία οι βασικοί υπεύθυνοι είναι οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Κίνα και η ΕΕ, και αφετέρου στους πολέμους που ξεκίνησε το ΝΑΤΟ και τα επακόλουθά τους (όπως η άνοδος του ISIS στη Συρία και το Βόρειο Ιράκ). Όχι μόνο ακόμα και οι μετριοπαθείς και κεντρώοι αρνούνται να δεχτούν τις πραγματικές αιτίες των μαζικών μεταναστεύσεων, αλλά τα δυτικά μέσα ενημέρωσης επανειλημμένως υποστηρίζουν ότι οι πόλεμοι στη Συρία, το Ιράκ και το Αφγανιστάν, που έχουν εκτοπίσει εκατομμύρια ανθρώπους, είναι ενδημικά φαινόμενα στον μουσουλμανικό κόσμο, ένας ισχυρισμός που απαλλάσσει τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις από κάθε ευθύνη για τις επιπτώσεις που έχει η εισβολή τους σε διάφορες χώρες και η κατοχή τους, καθώς και για την υπερθέρμανση του πλανήτη, οι επιπτώσεις της οποίας, στο Ιράκ για παράδειγμα, είναι από τις πιο σοβαρές στον κόσμο. Επιπλέον, τα κράτη που ισχυρίζονταν ότι δεν μπορούσαν να αναλάβουν το οικονομικό βάρος χιλιάδων προσφύγων από το Ιράκ ή τη Συρία, δέχτηκαν αμέσως εκατοντάδες χιλιάδες πρόσφυγες από την Ουκρανία, χωρίς δισταγμό και χωρίς να εξετάσουν αν υπάγονται στο καθεστώς του πρόσφυγα. Η άρνηση εισόδου στους πρόσφυγες που έφυγαν από τη Χομς ή τη Μοσούλη ήταν σαφώς αποτέλεσμα των ρατσιστικών και ισλαμοφοβικών κινητοποιήσεων, που κατάφεραν να δημιουργήσουν μια ατμόσφαιρα φόβου και μίσους.
 
Σήμερα, όσοι και όσες προέρχονται από χώρες εκτός Ευρώπης και φεύγουν από αυτές εξαιτίας των πολέμων, της ξηρασίας και της πείνας, θεωρούνται πολύ συχνά ως στρατός εισβολής, που δημιουργεί την ανάγκη καταστροφικών δαπανών, οι οποίες μπορεί να έχουν ως αποτέλεσμα την επιβολή υψηλότερων εταιρικών φόρων και να μειώσουν τα κέρδη. Επιπλέον, στη Βόρεια Αμερική και στην Ευρώπη οι μετανάστες από οποιοδήποτε μέρος της ανατολικής ή νοτιοανατολικής Ασίας θεωρούνται φορείς του Covid-19 και υφίστανται σωματική βία σε ανησυχητική κλίμακα. Η ευκολία με την οποία ο κύριος όγκος της Ακροδεξιάς έφτασε στο σημείο να αποπροσανατολιστεί και να αντιταχθεί σε κάθε μέτρο που εφαρμόστηκε για να σταματήσει η εξάπλωση του Covid-19, από τις μάσκες μέχρι τα εμβόλια, ενώ χαρακτήρισε την πανδημία ως μυθοπλασία, πρόσφερε μια σειρά από επιχειρήματα κατά της αύξησης της χρηματοδότησης της ιατρικής περίθαλψης ή της επιδότησης των εργαζομένων κατά τη διάρκεια προσωρινών διακοπών λειτουργίας των επιχειρήσεων. Στις περισσότερες περιπτώσεις, οι εταιρείες σε ένα ευρύ φάσμα οικονομικών κλάδων σημείωσαν κέρδη ρεκόρ.
 
 
Πέρα από όσα είπες ήδη για τη στάση της Ακροδεξιάς στην πανδημία, ποια είναι η σχέση μεταξύ του ακροδεξιού κινήματος και του νεοφιλελευθερισμού;
 
Ο πολιτικός προσανατολισμός της Ακροδεξιάς διεθνώς, με ορισμένες εξαιρέσεις, είναι συνήθως συμβατός με το πρόγραμμα του νεοφιλελευθερισμού, αν δεν το στηρίζει κιόλας. Στις ΗΠΑ, κυρίως πριν από την επίθεση στο Καπιτώλιο στις 6 Ιανουαρίου 2021, η τάξη των καπιταλιστών ένιωθε όλο και πιο άνετα με τις απειλές και τη χαμηλού επιπέδου βία του κινήματος Τραμπ και ήταν πρόθυμη να ανεχτεί τις «εκκεντρικότητες» του Τραμπ με αντάλλαγμα μαζικές περικοπές φόρων, τεράστιες μειώσεις των κοινωνικών δαπανών, μια αποτελεσματική εκστρατεία για τον τερματισμό των περιβαλλοντικών και εργασιακών κανονισμών που αποσκοπούσαν στην προστασία των εργαζομένων και των καταναλωτών, και την ιδιωτικοποίηση όσο το δυνατόν περισσότερων κρατικών λειτουργιών. Το ακροδεξιό κίνημα με έναν πολύ επιθετικό τρόπο κατέλαβε τους δρόμους, στους οποίους το 2020 γίνονταν οι διαδηλώσεις του κινήματος Black Lives Matter, και χρησιμοποίησε την ίδια τακτική για να καταλάβει τοπικές κυβερνήσεις σε όλη τη χώρα. Αυτοί οι αγώνες στις ΗΠΑ και αλλού μπορεί κάλλιστα να καταλήξουν στη δημιουργία ενός αυταρχικού κράτους, ικανού να επιβάλλει όλο και πιο κατασταλτικά μέτρα. Αυτό μπορεί να συμβεί αν το εν λόγω κράτος στηριχθεί από ένα βίαιο μαζικό κίνημα, ικανό να δρα εκτός νόμου για να προστατεύει μια νεοφιλελεύθερη οικονομία από όλους εκείνους –τους εργαζόμενους, την Αριστερά, τους πρόσφυγες– των οποίων τα αιτήματα ή απλώς οι ανάγκες έρχονται σε αντίθεση με την ελευθερία κινήσεων που απαιτεί ο ορθολογισμός της αγοράς.
 
Πρόκειται για έναν παγκόσμιο ταξικό πόλεμο που από ορισμένες απόψεις και υπό ορισμένες συνθήκες όχι μόνο επιτρέπει, αλλά και απαιτεί τη συνεργασία μεταξύ αυταρχικών κρατών. Όμως, αυτή η τάση συνυπάρχει με μια άλλη που θα γίνεται όλο και πιο ισχυρή, καθώς πόροι όπως τα καύσιμα, τα τρόφιμα και το νερό γίνονται όλο και πιο σπάνιοι και η συνεργασία σταδιακά όλο και λιγότερο εφικτή. Ο επιθετικός πόλεμος της Ρωσίας κατά της Ουκρανίας είναι το πιο πρόσφατο παράδειγμα που πιστοποιεί τον παράλογο και τελικά αυτοκαταστροφικό χαρακτήρα της κανονικής διαδικασίας συσσώρευσης κεφαλαίου σε μια περίοδο όπως η σημερινή. Αν το ιρανικό καθεστώς καταρρεύσει, μπορούμε να περιμένουμε ότι θα υπάρξει πίεση για επέμβαση του ΝΑΤΟ, το αποτέλεσμα της οποίας θα είναι εξίσου καταστροφικό και ανεπιτυχές με την προηγούμενη «απελευθέρωση» του Ιράκ. Στην περίπτωση που πραγματοποιηθεί μια τέτοια επέμβαση, είναι πιθανό να επιβαρυνθούν, μέχρι του σημείου διάρρηξης, οι σχέσεις μεταξύ διαφόρων κρατών.
 
Πώς μπορεί να αποτραπεί ο κίνδυνος μιας δυστοπικής, για την εργατική τάξη, έκβασης της τρέχουσας κρίσης;
 
Κάθε ψευδαίσθηση ότι οι σοβαρές απειλές που αντιμετωπίζει η ανθρωπότητα, θα την ένωναν και θα οδηγούσαν στη δημιουργία μιας παγκόσμιας συμμαχίας κατά της κλιματικής αλλαγής, των πανδημιών και του πολέμου, έχει πλέον εκλείψει. Το δέλεαρ των ολοένα και μεγαλύτερων κερδών, σε συνδυασμό με τις ολοένα και πιο διαδεδομένες φαντασιώσεις για απόδραση από τη γη που θα την έχουν καταστήσει ακατοίκητη, έχει οδηγήσει τις άρχουσες τάξεις του κόσμου στην απόφαση να αποσπάσουν και την τελευταία σταγόνα υπεραξίας προτού κάνουν την έξοδο τους σε απομακρυσμένα ορεινά καταφύγια, σε αυτάρκεις κοινότητες μέσα σε μεγάλα πλοία που δεν θα πλησιάζουν ποτέ τη στεριά, ή ακόμη και στο νέο σύνορο, τον Άρη. Οι παιδαριώδεις παραλογισμοί με τους οποίους οι άρχουσες τάξεις προσπαθούν όλο και περισσότερο να καθησυχάσουν τον εαυτό τους ότι μπορούν να ξεφύγουν από την καταστροφή που έχουν προκαλέσει, δείχνουν καθαρά πόσο εντελώς ακατάλληλες είναι να κυβερνούν. Είναι πλέον σαφές ότι η κλιματική αλλαγή είναι το αποφασιστικό πεδίο της ταξικής πάλης. Η καπιταλιστική τάξη διεθνώς, παρά τη φαινομενική της ποικιλομορφία, άλλοτε μέσω της δράσης και άλλοτε μέσω της αδράνειας, έχει αποδειχθεί ανίκανη να κατανοήσει ή να ενεργήσει για το δικό της συμφέρον ως τάξη, πόσο μάλλον να ενεργήσει, έστω και ακούσια, όπως ο περήφανος και χωρίς αισθήματα γαιοκτήμονας του Άνταμ Σμιθ, προς το συμφέρον της ανθρωπότητας ως σύνολο. Για να παραφράσουμε τον Μαρξ, ο καπιταλισμός αποτελεί πλέον εμπόδιο στο είδος της κοινωνικής οργάνωσης που είναι απαραίτητο για τη συνέχιση της ύπαρξης του ανθρώπινου είδους.
 
Τέλος, οι πόλεμοι που είναι η συνέπεια του αυξημένου ανταγωνισμού για τους υπάρχοντες πόρους, όχι πλέον μόνο για το πετρέλαιο ή τα «κρίσιμα μεταλλεύματα» (λίθιο, μαγνήσιο, κοβάλτιο κ.λπ.), αλλά και για την καλλιεργήσιμη γη, το νερό και τις πηγές τροφίμων, βάζουν την Αριστερά μπροστά σε ένα μεγάλο δίλημμα. Είτε πρόκειται για τις εισβολές των ΗΠΑ/ΝΑΤΟ στο Αφγανιστάν και το Ιράκ, είτε για τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, η Αριστερά πρέπει να αντιταχθεί σε τέτοιου είδους δράσεις, αντικείμενο των οποίων είναι η λεηλασία, ακόμη και όταν αυτές θεωρούνται από τον εισβολέα ως αναγκαίες για την ασφάλεια του. Οι αφηρημένες εκκλήσεις για ειρήνη που βασίζονται σε παραχωρήσεις από την πλευρά του κράτους που δέχεται την εισβολή, είναι μια καταστροφική πρόσκληση για μεγαλύτερο και όχι μικρότερο αριθμό τέτοιων πολέμων, και είναι ιδιαίτερα απωθητική όταν υπάρχει μια ενεργητική αντίσταση του λαού.
 
Ποτέ δεν υπήρξε εποχή που η έννοια του προλεταριακού διεθνισμού ήταν πιο επίκαιρη από σήμερα. Αυτό σημαίνει να αντιταχθούμε στον ιμπεριαλισμό, όχι απλώς για αφηρημένους λόγους, αλλά επειδή οι ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις προκαλούν τόσο την καταπίεση των λαών, όσο και την επιτάχυνση της κλιματικής αλλαγής, οι επιπτώσεις της οποίας απειλούν την επιβίωση του ανθρώπινου είδους. Η αντικαπιταλιστική Αριστερά διεθνώς έχει σημαντικό ρόλο να παίξει στην οργάνωση ενός παγκόσμιου κινήματος ή ενός συνασπισμού κινημάτων για να σταματήσει και ενδεχομένως να αποτρέψει την πορεία προς την καταστροφή. Για να το κάνει αυτό, ωστόσο, πρέπει να είναι απολύτως σαφής τόσο για τις αιτίες, όσο και για τα αποτελέσματα των καταστροφικών δυνάμεων που δρουν σήμερα: αυτές είναι παγκόσμιες και δεν μπορούν να κατανοηθούν ή να αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά στο επίπεδο του έθνους-κράτους.
 
Την επόμενη περίοδο θα υπάρξουν σίγουρα τεράστιες μετακινήσεις πληθυσμών από τον Νότο προς τον Βορρά και από την Ανατολή προς τη Δύση, για όλους τους λόγους που απαρίθμησα προηγουμένως. Πώς θα αντιδράσει η Αριστερά σ’ αυτό το φαινόμενο; Αγνοώντας το ή, ακόμη χειρότερα, συνάπτοντας μια de facto συμμαχία με τα παραδοσιακά πολιτικά κόμματα για τον καθορισμό μιας «λογικής» μεταναστευτικής πολιτικής που θα επιδιώκει την υπεράσπιση των συνόρων με έναν «φιλεύσπλαχνο» τρόπο, για παράδειγμα, συμβουλεύοντας τα εκατομμύρια που φεύγουν εξ αιτίας των ανυπόφορων συνθηκών στις χώρες καταγωγής τους να επιστρέψουν σ’ αυτές; Η σύγχυση της Αριστεράς έχει τις ρίζες της στο γεγονός ότι η άφιξη προσφύγων και «μη νόμιμων» μεταναστών στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ εργαλειοποιήθηκε από τη Δεξιά και την Ακροδεξιά για τη δημιουργία πολιτισμικών συμπεριφορών που τις ενώνει το μίσος για τον άλλο και η λήθη του γεγονότος ότι η Ευρώπη και οι ΗΠΑ ερήμωσαν τις χώρες προέλευσης των προσφύγων. Οι ρατσιστικές και ξενοφοβικές ιδέες ευδοκιμούν σε ένα τέτοιο περιβάλλον και συνήθως μεταδίδονται και σε άλλους τομείς της κοινωνικής ζωής, οδηγώντας σε αυξημένα επίπεδα μισογυνισμού, ομοφοβίας και τρανσφοβίας. Οι ιδέες αυτές έχουν τις ρίζες τους σε ισχυρά μαζικά κινήματα που έχουν αποκτήσει πλέον αξιόλογη δυναμική. Οι ιδέες της Αριστεράς, όσο καλά τεκμηριωμένες και αδιάσειστες κι αν είναι, μπορούν να θριαμβεύσουν μόνο όταν ο συσχετισμός δυνάμεων μετατοπιστεί υπέρ αυτών που σήμερα υφίστανται εκμετάλλευση και καταπίεση.
 
Ο φασισμός ή ο νεοφασισμός δεν θα εξαφανιστεί από μόνος του. Αντιθέτως, ελλείψει οργανωμένης μαζικής αντίδρασης, θα συνεχίσει την άνοδό του. Όσο δύσκολο κι αν φαίνεται το έργο της οικοδόμησης ενός αποτελεσματικού αντιφασιστικού κινήματος, αυτό είναι απολύτως απαραίτητο. Η επιστροφή στις παραδόσεις του προλεταριακού διεθνισμού σημαίνει όχι απλώς να υπερασπιστούμε, αλλά να βοηθήσουμε ενεργά εκείνους που φεύγουν από τις χώρες τους για να αποφύγουν τις συνέπειες της νεκρο-οικονομίας και της νεκρο-πολιτικής του σύγχρονου καπιταλισμού.
 
 
Μετάφραση – επιμέλεια: Χάρης Γολέμης
 
Δημήτρης Γκιβίσης