Macro

Γουέντι Μπράουν «Στα ερείπια του νεοφιλελευθερισμού – Η άνοδος της αντιδημοκρατικής πολιτικής στη Δύση»

Γουέντι Μπράουν «Στα ερείπια του νεοφιλελευθερισμού – Η άνοδος της αντιδημοκρατικής πολιτικής στη Δύση», μετάφραση: Βαγγέλης Πούλιος, πρόλογος: Έλενα Τζελέπη, εκδόσεις: San Casciano, 2026
 
Αυτό το τυραννικό πνεύμα ήθελε να κάνει παντού τον επίσκοπο και τον τραπεζίτη
 
Τζορτζ Έλιοτ
 
Στα ερείπια του νεοφιλελευθερισμού. Που σημαίνει τι;
 
Τα ερείπια, κοινωνικά, πολιτικά, αλλά και οικονομικά, που προκάλεσε ο νεοφιλελευθερισμός; Ή τα ερείπια, στα οποία εξελίχτηκε ο ίδιος; Τα ερείπια, που άφησε πίσω του;
 
Η Γουέντι Μπράουν αναφέρεται και στα δύο. Και η ανάλυσή της είναι εξαιρετική και πρωτότυπη.
 
Ξεκαθαρίζω εξαρχής πως δεν συμμερίζομαι την άποψή της σχετικά με τον ερειπιώνα, που είναι πλέον ο νεοφιλελευθερισμός. Η Μπράουν θεωρεί ότι ο νεοφιλελευθερισμός, του Χάγιεκ ιδίως, όπως και ο γερμανικός ορντοφιλελευθερισμός, δεν πέτυχαν τελικά τους διακηρυγμένους στόχους τους. Αυτό που προέκυψε ήταν κλασικό παράδειγμα ετερογονίας των σκοπών. Όπως ο σταλινικός κρατισμός δεν είχε καμιά σχέση με την ιδέα του Μαρξ για τον κομμουνισμό, έτσι και ο σημερινός καπιταλισμός δεν έχει σχέση με τα επιχειρήματα του Χάγιεκ – ακόμα και του Φρίντμαν. Δεν συμφωνώ. Αν, στην περίπτωση του Μαρξ, η κατάληξη δεν ήταν ο κομμουνισμός, σε αυτήν του Χάγιεκ ήταν ο πιο καθαρός καπιταλισμός στην ιστορία.
 
Επιπλέον, με όλη την κεντρικότητα που αποδίδει ο νεοφιλελευθερισμός στην έννοια της ελευθερίας, υπήρξε συνειδητά προθυμότατος να υποστηρίξει ενεργά τις πιο σκληρές δικτατορίες – αρκεί να ήταν οικονομικά φιλελεύθερες, να «σέβονταν», δηλαδή, την ιδιοκτησία. Στην περίπτωση του δασκάλου φον Μίζες, μάλιστα, με σαφήνεια διακηρύχθηκε στην ώρα της ότι ο ναζισμός υπήρξε σωτήριος για τον ευρωπαϊκό πολιτισμό, στο μέτρο που αντιπαρατέθηκε στην «κοινωνική δημοκρατία» και στον ρωσικό κομμουνισμό.
 
Η ηθική διάσταση
 
Αυτή μου η διαφωνία, όμως, δεν έχει ιδιαίτερη σημασία για το θεμελιώδες επιχείρημα του βιβλίου. Το οποίο είναι ότι μόλις τώρα, μετά από σαράντα χρόνια εφαρμογής, ο νεοφιλελευθερισμός μάς γίνεται πραγματικά κατανοητός. Και γι’ αυτόν, τελικά, χρειάστηκε η εγελιανή κουκουβάγια του δειλινού. Τώρα που, από πολλές απόψεις, το φως πέφτει, τώρα μπορούμε να καταλάβουμε το τι συνέβη επί πολλές δεκαετίες.
 
Η Μπράουν, λοιπόν, επισημαίνει ότι η κυρίαρχη ανάλυση του φαινομένου έχει επιμείνει –πολλές φορές, αποκλειστικά– στις οικονομικές διαστάσεις του. Απορρύθμιση, ιδιωτικοποίηση, υπερ-εθνικοποίηση, χρηματιστικοποίηση, έννοιες επαρκείς για να περιγράψουν την «ουσία» του· και μαζί να προσδιορίσουν τη δυναμική του, η οποία αποδείχτηκε κατακλυσμιαία. Αληθινά «επαναστατική».
 
Ακόμη και η φουκωική προσέγγιση, η οποία ρίχνει το σωστό φως στην πλευρά του νεοφιλελευθερισμού, που αφορά μια εντελώς νέα πολιτική ορθολογικότητα, το εύρος και οι συνέπειες της οποίας υπερβαίνουν κατά πολύ την οικονομική πολιτική και την ενδυνάμωση του κεφαλαίου, δεν συλλαμβάνει σημαντικά στοιχεία του θέματος. Ο Φουκώ επιμένει στη νέα υποκειμενοποίηση που επιτυγχάνει ο νεοφιλελευθερισμός, δημιουργώντας επιχειρηματικά υποκείμενα –«όλοι είμαστε επιχειρηματίες»– και, επομένως, μετατρέποντας την εργασία σε «ανθρώπινο κεφάλαιο»· επισημαίνει διαρκώς ότι «το πιο σημαντικό στοιχείο του νεοφιλελευθερισμού δεν είναι ότι επανεκκινεί τον καπιταλισμό –[ο οποίος στα 70s βρέθηκε μπροστά σε μια πολύ πιθανή περιδίνηση στην άβυσσο]–, αλλά ότι αλλάζει ριζικά τις αξίες που διέπουν, ή “διάγουν τη διαγωγή”, της φιλελεύθερης τάξης πραγμάτων» (σελ. 62).
 
Ούτε, όμως, η δική του οπτική εξαντλεί την ουσία. Του διαφεύγει, όπως και από τους μαρξιστές, η καθοριστική ηθική πλευρά του νεοφιλελεύθερου εγχειρήματος. Ο νεοφιλελευθερισμός είναι οικονομία. Είναι βιο-εξουσία. Είναι, όμως, και ηθική. Και, μάλιστα, «παραδοσιακή ηθική».
 
Βέβαια, μια ορισμένη σχέση του με την ηθική –και, ακόμα περισσότερο, τη θρησκεία– ήταν εξαρχής προφανής στις εφαρμοσμένες πολιτικές του. Ο ρηγκανισμός και ο θατσερισμός ήταν νεοφιλελεύθεροι όσο και νεοσυντηρητικοί. Ωστόσο, για αρκετούς, αυτή η σύμπλεξη θεωρούνταν παρά φύσιν. Σαν ένας γάμος από συμφέρον ανάμεσα σε λογικά ασύμβατες κοσμοαντιλήψεις. Ο ψυχρός κόσμος της απόλυτης αγοράς και του εμπορεύματος μαζί με τον θερμό του συναισθήματος, του καθήκοντος, της πίστης στη σωτηρία και στο επέκεινα.
 
Η Μπράουν δείχνει μοναδικά πόσο αυτή η σύμπλεξη όχι μόνο δεν είναι παρά φύσιν, αλλά συγκροτεί ένα πολύ συνεκτικό επιχείρημα. Στο οποίο, η μία πλευρά δεν μπορεί να νοηθεί χωρίς την άλλη. Αγορά και παραδοσιακή ηθική αποτελούν «λογικά» αναγκαίο ζεύγος εννοιών και καταστάσεων.
 
Ο δρόμος προς έναν επικίνδυνο μηδενισμό
 
Όπως αναλύει ιδίως ο Χάγιεκ –δικαιωματικά, ο Πάπας του δόγματος– το μείζον ζήτημα με την «εφεύρεση» της κοινωνίας ως έννοιας είναι ότι, με μόνη την επίκλησή της, η ελευθερία πνίγεται. Η κοινωνία –και η κοινωνική δημοκρατία, αναγκαία κατάληξη της οποίας είναι ο κομμουνισμός– σημαίνει πως είναι δυνατό να σχεδιάσουμε ορθολογικά το παρόν και το μέλλον, να εφαρμόσουμε κοινωνική μηχανική με βάση τις ελπίδες και τις προσδοκίες μας, μετατοπίζοντάς τις από τον χώρο των ατομικών μας επιλογών σε αυτό της μεγάλης μας «κοινότητας».
 
Ε, λοιπόν, δεν είναι δυνατόν. Καμιά ορθολογικότητα δεν μπορεί να συλλάβει την πολυπλοκότητα του κόσμου. Οποιοδήποτε εγχείρημα συνειδητής και σχεδιασμένης μεταβολής του κόσμου είναι καταδικασμένο να καταλήξει στον ολοκληρωτισμό και, μέσω αυτού, στην καταστροφή.
 
Η μόνη ασφαλής γνώση είναι αυτή που δοκιμάστηκε, ξανά και ξανά ιστορικά, και έφερε τα βέλτιστα αποτελέσματα. Πρόκειται για τη γνώση που παρέχει η αγορά και αυτή που μας προσφέρει η παραδοσιακή ηθική – αυτή που δέχονται οι μικρές μας κοινότητες. Το πρόδηλο πλεονέκτημα της αγοράς και της παραδοσιακής ηθικής –και η ομοιότητά τους– συνίσταται στο γεγονός πως αυτοί οι μοναδικά θεμελιώδεις θεσμοί έρχονται στον κόσμο αυθόρμητα, οργανικά, ασχεδίαστα. Είναι «μη -ορθολογικοί», αλλά κάθε άλλο παρά παράλογοι.
 
Η αγορά και η παραδοσιακή ηθική, οι εξίσου παραδοσιακές ιεραρχίες, πλούτου, φυλής, φύλου, ο αναγκαίος περιορισμός της δημοκρατίας, που πάντα, εντέλει, παρεμβαίνει υπέρ των δαιμονικών δυνάμεων της «μάζας», είναι αποτέλεσμα της μόνης δυνατής ευφυίας – της ευφυούς τάξης, που μας παραδίδεται «οργανικά και αυθόρμητα».
 
Για τους νεοφιλελεύθερους, λοιπόν, η παραδοσιακή ηθική δεν είναι συμπλήρωμα, υβριδικό ή άλλο, δεν είναι αντικείμενο εκμετάλλευσης ούτε ωφέλιμη αντήχηση. Είναι οργανικό τμήμα του επιχειρήματος και του εγχειρήματος αποδιάρθρωσης της κοινωνίας και της ακραία αντιδημοκρατικής εξουδετέρωσης του πολιτικού· έτσι ώστε να κατασταλεί ο κύριος εχθρός, που δεν είναι άλλος από τη «μάζα».
 
Μ’ όλο που θα ήταν παράδοξο να καταχωριστεί η Χάνα Άρεντ στον νεοφιλελευθερισμό, μάλλον δίνει την καλύτερη διατύπωση της βασικής αυτής ιδέας.
 
«Η φτώχεια είναι κάτι παραπάνω από τη στέρηση, είναι μια κατάσταση συνεχούς ανάγκης και ακραίας μιζέριας που ο ατιμωτικός χαρακτήρας της συνίσταται στη δύναμή της να αποκτηνώνει τον άνθρωπο […] Κάτω από την κυριαρχία αυτής της ανάγκης όρμησαν τα πλήθη να συνεισφέρουν στη Γαλλική Επανάσταση, να την εμπνεύσουν, να τη σπρώξουν μπροστά και τελικά να τη στείλουν στον όλεθρο, γιατί τα πλήθη αυτά ήταν πλήθη φτωχών» (σελ. 109).
 
Η προστασία της ελευθερίας από τους φτωχούς, σύμφωνα με τον Χάγιεκ, μπορεί να υλοποιηθεί μέσα από την αγορά και την παραδοσιακή ηθική. Η προστασία των καταστατικών θεσμών συχνά επιβάλλει την καταστολή· η οποία είναι καθόλα επιβεβλημένη. Εδώ η ελευθερία είναι το αντίθετο της χειραφέτησης. «[Τ]ο αίτημα για “απελευθέρωση” […] συνιστά επίθεση σε όλες τις μορφές ελευθερίας που είναι εφικτές» (σελ. 195).
 
Ο νεοφιλελευθερισμός, μας λέει η Μπράουν στο καταπληκτικό τελευταίο κεφάλαιο, άνοιξε τον δρόμο σε έναν πρωτοφανή μηδενισμό. Μια συνθήκη, όπου «η ευαγγελική [χριστιανική] βάση του Τραμπ δεν ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για το ποιος είναι ο ίδιος ο Τραμπ και τι κάνει, αρκεί να ανταποκρίνεται με επιτυχία σε όσα άπτονται της Ιερουσαλήμ, της άμβλωσης, της απαγόρευσης τρανς ατόμων στον στρατό, της προσευχής στα σχολεία και της υπεράσπισης του δικαιώματος των χριστιανικών επιχειρήσεων και των ίδιων των χριστιανών να ασκούν πολιτικές διακρίσεων» (σελ. 336).
 
Η αγορά, η ηθική, εντέλει, όπως πάντα, η πολιτική.
 
Χρήστος Λάσκος