Η νέα μας ταινία δείχνει πώς η σφαγή Παλαιστίνιων αμάχων από το Ισραήλ ήταν μια υπολογισμένη και σκόπιμη πράξη, μέσα από τις μαρτυρίες των ίδιων των υπευθύνων.
Τα τελευταία τρία χρόνια, πραγματοποιήσαμε νυχτερινές συνεντεύξεις σε ταράτσες του Τελ Αβίβ με 24 Ισραηλινούς στρατιώτες που έπαιξαν ενεργό ρόλο στην επέλαση του Ισραήλ στη Γάζα. Οι περισσότεροι από αυτούς ήταν αξιωματικοί των υπηρεσιών πληροφοριών, οι οποίοι εργάζονταν πίσω από οθόνες και συμμετείχαν εξ αποστάσεως στη μαζική δολοφονία Παλαιστινίων.
Οι μαρτυρίες τους αποτελούν τη βάση του «NAZA», ενός νέου ντοκιμαντέρ που σκηνοθετήσαμε —σε παραγωγή του Guardian και του Τζέιμς Γουίλσον, και με εκτελεστικό παραγωγό τον Τζόναθαν Γκλέιζερ— το οποίο έκανε πρεμιέρα στο 83ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βενετίας.
Πήραμε συνέντευξη από αυτούς τους στρατιώτες όχι επειδή αυτός ήταν ο μόνος τρόπος να μάθουμε τι έχει κάνει το Ισραήλ στη Γάζα. Όποιος έχει δει την καταστροφή στη Λωρίδα, έχει ακούσει τους κατοίκους της Γάζας ή απλώς έχει πάρει τοις μετρητοίς τα λόγια των Ισραηλινών ηγετών, θα έπρεπε να έχει αναγνωρίσει αυτή την αλήθεια εδώ και χρόνια.
Κάναμε αυτή την ταινία για έναν απλό λόγο: Καταλάβαμε ότι οι μαρτυρίες των αξιωματικών και των στρατιωτών του στρατού που αφάνισε τη Γάζα —εκείνων που διεξήγαγαν τις παρακολουθήσεις, που υπολόγισαν πόσοι αθώοι άνθρωποι ήταν πιθανό να σκοτωθούν σε κάθε σπίτι και που επανειλημμένα έδωσαν το πράσινο φως για να βομβαρδιστούν ολόκληρες οικογένειες— θα έκαναν ακόμη πιο δύσκολη την άρνηση των εγκλημάτων. Και αυτή ακριβώς η άρνηση είναι μέρος αυτού που επιτρέπει στα εγκλήματα να συνεχίζονται μέχρι σήμερα.
Αυτή είναι μια ταινία για ένα σύστημα. Επικεντρώνεται σε διαταγές, πολιτικές και μοτίβα λειτουργίας, και όχι σε παρεκκλίσεις από αυτά. Το συμπέρασμα που εξάγουμε από τις μαρτυρίες είναι σαφές: Η μαζική δολοφονία Παλαιστίνιων αμάχων στη Γάζα δεν ήταν ένα «τραγικό υποπροϊόν» ενός πολέμου εναντίον της Χαμάς, όπως συχνά παρουσιάζεται στο Ισραήλ, αλλά μια προμελετημένη, υπολογισμένη και σκόπιμη πράξη. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο μια επιτροπή του ΟΗΕ, κορυφαίες παγκόσμιες οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, καθώς και Παλαιστίνιοι, Ισραηλινοί και διεθνείς ακαδημαϊκοί την έχουν χαρακτηρίσει ως γενοκτονία.
Ο τίτλος της ταινίας, «NAZA», που είναι το εβραϊκό ακρωνύμιο για την «παράπλευρη απώλεια», αποτελεί μια κριτική στον τρόπο με τον οποίο το Ισραήλ παρουσιάζει τη δολοφονία αμάχων — αποκρύπτοντας τόσο την εκ των προτέρων γνώση που έχει για το πόσοι άνθρωποι είναι πιθανό να σκοτωθούν σε κάθε χτύπημα, όσο και την πρόθεση καταστροφής που συνοδεύει τη στρατιωτική εκστρατεία από το ξεκίνημά της.
Ένας από τους αξιωματικούς στους οποίους πήραμε συνέντευξη περιγράφει πώς είχε πλήρη επίγνωση σε πραγματικό χρόνο για εκατοντάδες περιπτώσεις όπου οι οικογένειες ζούσαν τη φυσιολογική τους ζωή —ένας άνδρας που μιλούσε στη γυναίκα του, ο ήχος μιας τηλεοπτικής εκπομπής, μια προσευχή, ένα μωρό που κλαίει— και στη συνέχεια έδινε την έγκριση να τους βομβαρδίσουν. Όταν ρωτήθηκε το γιατί, εξήγησε: «Καταλαβαίνεις ότι ο στόχος είναι να καταστρέψεις».
Υπό αυτό το πρίσμα, η παρουσία ενός ατόμου σε ένα συγκεκριμένο σπίτι το οποίο το Ισραήλ θεωρεί στόχο δολοφονίας, μετατρέπεται στο «παράπλευρο» ζήτημα· μάλιστα, σε πολλές περιπτώσεις, αποδείχθηκε ότι ο στόχος δεν ήταν καν παρών. Η ίδια η δολοφονία ήταν το ζητούμενο.
Μια ματιά στο σκοτάδι
Οι στρατιώτες που εμφανίζονται στην ταινία συμφώνησαν όλοι να μιλήσουν υπό τον όρο να αποκρυφθεί σχολαστικά η ταυτότητά τους, υπό τον φόβο αντιποίνων από το Ισραήλ για την αποκάλυψη τόσο επιβαρυντικών πληροφοριών. Κάποιες από τις μαρτυρίες τους ήταν τόσο κατεπείγουσες και φρικιαστικές που τις δημοσιεύσαμε σχεδόν αμέσως σε μια σειρά ερευνητικών ρεπορτάζ για το +972 magazine, το Local Call και τον Guardian.
Οι περισσότεροι από τους στρατιώτες στους οποίους πήραμε συνέντευξη ανήκουν σε αυτό που κοινώς αποκαλείται κοινωνικοοικονομική ελίτ του Ισραήλ και υπηρέτησαν κυρίως σε επίλεκτες μονάδες πληροφοριών. Κάποιοι ήταν απολύτως συνειδητοποιημένοι ότι είχαν συμμετάσχει σε σοβαρά εγκλήματα και ήλπιζαν πως, μιλώντας ανοιχτά, θα βοηθούσαν να γκρεμιστούν τα τείχη της άρνησης και των δικαιολογιών, αναγκάζοντας το ισραηλινό κοινό να αναλογιστεί το τι ακριβώς κλήθηκε να κάνει ο στρατός στο όνομά του. Άλλοι δέχτηκαν να μιλήσουν μόνο μετά από μήνες προβληματισμού — είτε από ενοχή, είτε από ντροπή, είτε ακόμη και από υπερηφάνεια για εκείνα που θεωρούσαν ως επαγγελματικά τους επιτεύγματα.
Η ταινία μας δεν στέκεται στα κίνητρά τους, κάτι που αποτέλεσε συνειδητή επιλογή. Ασχολείται πρωτίστως με τον ίδιο τον φόνο και με όσα καθιστούν αυτόν τον φόνο εφικτό. Το να αναλωθούμε υπερβολικά στις ηθικές και πολιτικές πεποιθήσεις των πηγών, θα εγκυμονούσε τον κίνδυνο να μετατοπιστεί το κέντρο βάρους μακριά από τα θύματα, κάτι που σε καμία περίπτωση δεν θέλαμε.
Η παραχώρηση ανωνυμίας σε ανθρώπους που, κατά δική τους ομολογία, συμμετείχαν σε φρικτά εγκλήματα δεν είναι κάτι που παίρνουμε αψήφιστα. Ωστόσο, δεδομένης της συνεχιζόμενης διάπραξης αυτών των εγκλημάτων, νιώσαμε την υποχρέωση να δημοσιοποιήσουμε τις αφηγήσεις τους, με την ελπίδα ότι ίσως συμβάλουν στις προσπάθειες για τον τερματισμό αυτής της επέλασης. Οι μαρτυρίες των στρατιωτών ενοχοποιούν επίσης ένα πολύ ευρύτερο σύστημα, για το οποίο φέρουν την τελική ευθύνη τα ανώτατα κλιμάκια της πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας του Ισραήλ. Ελπίζουμε ότι η ταινία θα μπορέσει να συνεισφέρει στην απόδοση ευθυνών για τα σοβαρά εγκλήματα του Ισραήλ και στην απόδοση δικαιοσύνης στα θύματά τους.
Όμως η ταινία δεν αποτελεί απλώς μια συλλογή από μαρτυρίες στρατιωτών. Στρέψαμε επίσης τον φακό της κάμερας στο νυχτερινό Τελ Αβίβ και στους κατοίκους του, προσεγγίζοντας ερευνητικά την πόλη ως μια φούσκα όπου η καθημερινή ζωή συνεχίζεται κανονικά, την ώρα που Παλαιστίνιοι σφαγιάζονται μόλις 60 χιλιόμετρα μακριά. Μέσα από τη ματιά μας στην πόλη από την οποία διευθύνεται ο πόλεμος στη Γάζα, προσπαθήσαμε να παρατηρήσουμε τους μηχανισμούς της συμμόρφωσης που επιτρέπουν αυτήν την τόσο εκτεταμένη αδιαφορία.
Πράττοντάς το αυτό, πιάσαμε τους εαυτούς μας να θέτουν ερωτήματα που έθετε και η γενιά των παππούδων μας — ερωτήματα που άνθρωποι σε όλο τον κόσμο έχουν αναρωτηθεί μαθαίνοντας για θηριωδίες και γενοκτονίες σε άλλα μέρη: Πώς μπορεί μια ομάδα ανθρώπων να συναινεί στην πλήρη απανθρωποποίηση μιας άλλης; Και πώς μοιάζει ένα γενοκτονικό σύστημα εκ των έσω;
Τα επόμενα χρόνια —ίσως σε μια εποχή μετά τον Νετανιάχου, αν υπάρξει ποτέ τέτοια εποχή— τμήματα του φιλελεύθερου στρατοπέδου του Ισραήλ ενδέχεται να επιδιώξουν να αποστασιοποιηθούν από τα εγκλήματα στη Γάζα και να τα αποδώσουν στην ακροδεξιά κυβέρνηση. Σίγουρα, αυτή η κυβέρνηση φέρει την κύρια ευθύνη για τη δολοφονία περισσότερων από 73.000 ανθρώπων, κυρίως αμάχων, στον απόηχο των εγκληματικών σφαγών της Χαμάς της 7ης Οκτωβρίου. Ωστόσο, ένα σημαντικό ποσοστό αυτών των δολοφονιών διαπράχθηκε από στρατιώτες που προέρχονταν από την καρδιά του φιλελεύθερου στρατοπέδου του Ισραήλ: αξιωματικούς των μυστικών πληροφοριών και της Πολεμικής Αεροπορίας που υπηρετούν στις πιο επίλεκτες μονάδες του στρατού.
Οι πιλότοι της Πολεμικής Αεροπορίας μπορεί να ισχυριστούν ότι απλώς ακολουθούσαν διαταγές — ότι έλαβαν ένα σετ συντεταγμένων, έριξαν τη βόμβα και επέστρεψαν σπίτι τους χωρίς να ξέρουν τι ακριβώς χτύπησαν. Οι στρατιώτες του πεζικού θα υπερασπιστούν τους εαυτούς τους λέγοντας ότι δεν ήξεραν πάντα ποιον χτυπούσαν, εν μέρει εξαιτίας της «ομίχλης του πολέμου». Όσο αμφισβητήσιμες κι αν είναι αυτές οι δικαιολογίες, κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί αυτό που γνώριζε το προσωπικό των υπηρεσιών πληροφοριών.
Έγιναν μάρτυρες, με τα ίδια τους τα μάτια και τα αυτιά, του γεγονότος ότι τα σπίτια που «ενοχοποιούσαν» ήταν γεμάτα με οικογένειες. Γνώριζαν ότι οι αθρόες «εγκρίσεις NAZA» (σ.σ. εγκρίσεις παράπλευρων απωλειών) δεν συνδέονταν με στόχους κάποιας σημαντικής στρατιωτικής αξίας. Κι όμως, έπαιξαν τον ρόλο τους σε αυτή τη μηχανή του θανάτου, σχεδόν χωρίς καμία απολύτως πράξη άρνησης ή αντίστασης.
Η ταινία δείχνει πώς μοιάζει ένα φονικό σύστημα όταν βασίζεται στην αντίληψη ότι «δεν υπάρχουν αθώοι στη Γάζα» — ή, όπως θα μπορούσε να ειπωθεί στην ορολογία των μυστικών πληροφοριών, «δεν υπάρχει NAZA στη Γάζα». Ως εκ τούτου, η ταινία είναι πιθανό να αποδυναμώσει όσους αρνούνται την πραγματικότητα, όσους σπέρνουν αμφιβολίες και όσους εξακολουθούν να νιώθουν άνετα ζώντας στη «ζώνη του λυκόφωτος», μεταξύ του να γνωρίζουν και να μη γνωρίζουν τι συμβαίνει 60 χιλιόμετρα νότια του Τελ Αβίβ.
Η ταινία σύντομα θα διανεμηθεί σε όλο τον κόσμο. Όμως στρέφεται και προς τα μέσα, προς την ίδια την ισραηλινή κοινωνία. Γυρίστηκε εξ ολοκλήρου τη νύχτα, αντανακλώντας το βαθύ σκοτάδι μέσα στο οποίο δημιουργήθηκε και μέσα στο οποίο ζούμε. Αλλά χωρίς μια ειλικρινή αναμέτρηση με το τι συνέβη στο σκοτάδι, κανείς μας δεν θα μπορέσει να δει το φως.