Macro

Γιάννης Γούναρης: Η διαρκώς συρρικνούμενη Ευρώπη;

Μελετώντας κανείς έναν σύγχρονο παγκόσμιο χάρτη τυπωμένο στην Ιαπωνία, διαπιστώνει ότι το «κέντρο» του κόσμου δεν τοποθετείται πάνω στη νοητή γραμμή που περνάει από τον μεσημβρινό του Βασιλικού Αστεροσκοπείου του Γκρίνουιτς, αλλά κάπου στον Ειρηνικό Ωκεανό, περίπου στο μέσο της απόστασης μεταξύ της βορειοαμερικανικής ηπείρου και της ανατολικής Ασίας. Η Ευρώπη βρίσκεται σχεδόν στα περιθώρια αυτού του χάρτη, στη γωνία πάνω και αριστερά. Είναι μια ενδιαφέρουσα άσκηση αυτογνωσίας το να βλέπει κανείς τον κόσμο όχι μέσα από το ευρωκεντρικό-δυτικοκεντρικό πρίσμα που έχουμε συνηθίσει ήδη από τη σχολική γεωγραφία. Ολοι οι δρόμοι δεν οδηγούν στη Ρώμη, ούτε στο Λονδίνο. Ενδεχομένως, ούτε καν στη Νέα Υόρκη.
Η διαπίστωση ότι το παγκόσμιο κέντρο βάρους έχει μετατοπιστεί από τον Βόρειο Ατλαντικό στον Ινδο-Ειρηνικό έχει εμπεδωθεί σε τέτοιο σημείο, ώστε συνιστά πλέον κοινό τόπο. To Σύμφωνο AUKUS δεν είναι παρά η πιο πρόσφατη και, ομολογουμένως, εντυπωσιακή επιβεβαίωση αυτής της μετατόπισης.
Χωρίς να λείπουν οι εσωτερικές αντιφάσεις από την ίδια την τριμερή συμφωνία αμυντικής συνεργασίας μεταξύ ΗΠΑ, Βρετανίας και Αυστραλίας με στόχο την εξισορρόπηση της αναδυόμενης κινεζικής ισχύος, από την οπτική γωνία της Γηραιάς Ηπείρου αυτό που ενόχλησε δεν ήταν τόσο ο άκομψος εξοβελισμός των Γάλλων από την (ούτως ή άλλως προβληματική) σύμβαση-μαμούθ για τα υποβρύχια του Βασιλικού Αυστραλιανού Ναυτικού, αλλά το γεγονός ότι ένα σύμφωνο τέτοιας κλίμακας συνήφθη χωρίς κανείς (δηλαδή, οι ΗΠΑ) να ρωτήσει τους Ευρωπαίους. Οι Ευρωπαίοι σύμμαχοι των Αμερικανών δεν παρακάμφθηκαν απλά· αγνοήθηκαν εντελώς.
Κάποιος κυνικός θα έλεγε: και γιατί να ρωτήσει τους Ευρωπαίους; H αντίληψη αυτή, ωστόσο, είναι το αντεστραμμένο είδωλο του ευρωκεντρισμού. Βλέπει την Ευρώπη σαν μια περιοχή σε βαθιά παρακμή, η οποία αναμασά τις μαραμένες δάφνες ενός ένδοξου αυτοκρατορικού παρελθόντος που έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί, ενώ στην πραγματικότητα δεν είναι κάτι περισσότερο από ένας ελκυστικός τουριστικός προορισμός για Αμερικανούς και Κινέζους επισκέπτες.
Μπορεί για κάποιους να είναι παρηγορητική μια τέτοια καταβύθιση στην κατάθλιψη της ευρωπαϊκής ματαιότητας, αλλά δεν είναι λιγότερο ανακριβής από την ψευδαίσθηση ότι η Ευρώπη παραμένει το κέντρο του κόσμου. Πράγματι, συνήθως, μετά από κάθε διεθνές ράπισμα, η αντίδραση των Ευρωπαίων είναι να διακηρύττουν ότι ήρθε, επιτέλους, η στιγμή για τη «στρατηγική αυτονόμηση της Ευρώπης», κατά κανόνα μέσω της ανάπτυξης της λεγόμενης «κοινής ευρωπαϊκής άμυνας». Και κάθε φορά που οι σχετικές διακηρύξεις πέφτουν, αναπόδραστα, στο κενό αυξάνεται η αναξιοπιστία τους, σε βαθμό να μην τις παίρνει πια κανείς σοβαρά. Δεν έλειψαν και τώρα, τουλάχιστον από την πλευρά του άμεσα ενδιαφερόμενου Εμανουέλ Μακρόν, στον οποίο έσπευσε να βάλει πάγο (ξανά) η Γερμανία. Προφανώς, λοιπόν, για να ξαναβρεί το χαμένο διεθνές κύρος της η Ευρώπη (ή, μάλλον, τα ευρωπαϊκά κράτη, στο μέτρο που η «Ευρώπη» ως ενιαία γεωπολιτική οντότητα δεν υφίσταται), ο τρόπος δεν είναι καταδικασμένες σταυροφορίες για την αύξηση της στρατιωτικής της ισχύος, την οποία, άλλωστε, δεν θα ήξερε πού και πώς να τη χρησιμοποιήσει.
Σημαίνει αυτό ότι πρέπει να αρκεστεί στον ρόλο του τρίτου, διαρκώς παραγκωνισμένου και παραπονούμενου, παρατηρητή των διεθνών εξελίξεων; Η απάντηση είναι «όχι». Εάν μπορούσαν να ξεπεράσουν την κάπως συμπλεγματική προσκόλληση στο ουτοπικό όραμα μιας ευρωπαϊκής στρατιωτικής υπερδύναμης, οι Ευρωπαίοι θα διαπίστωναν ότι διαθέτουν αρκετά όχι ευκαταφρόνητα συγκριτικά πλεονεκτήματα. Για να τα αξιοποιήσουν, όμως, χρειάζεται πρώτα να βάλουν σε τάξη τα του οίκου τους.
Οταν αντιμετωπίζει προκλήσεις συνοχής και αδυναμία συντονισμού στο εσωτερικό της, η Ε.Ε. είναι αδύνατον να θεωρηθεί σοβαρός συνομιλητής διεθνώς. Το ζήτημα της ισορροπίας μεταξύ της υπερεθνικής και της εθνικής συνταγματικής έννομης τάξης δεν έχει επιλυθεί, ούτε έχει βρεθεί λύση στις δομικές ελλείψεις της νομισματικής ένωσης ή στον γόρδιο δεσμό της δημιουργίας ενός πλαισίου διακυβέρνησης αρκετά στιβαρού, αλλά συγχρόνως ευέλικτου και ευπροσάρμοστου, ώστε να αποφεύγονται άτεγκτες, μονολιθικές μη-απαντήσεις στα προβλήματα, τριβές και εντάσεις μεταξύ των ευρωπαϊκών κρατών. Επειτα, η επίτευξη ενεργειακής και τεχνολογικής αυτονομίας, η επιστροφή της βιομηχανικής παραγωγής και μιας βιώσιμης αναπτυξιακής προοπτικής, η μείωση των ανισοτήτων που υπονομεύουν τις ευρωπαϊκές κοινωνίες και ο εκσυγχρονισμός των υποδομών είναι πολύ σημαντικότερες αποστολές από την πολεμική ενδυνάμωση.
Αυτά δεν είναι ούτε εύκολα ούτε απλά πράγματα, αν και για κάποιους Ευρωπαίους ιθύνοντες φαντάζουν, ίσως, δευτερεύοντα σε σχέση με την «υψηλή στρατηγική». Τέλος, στην ευρωπαϊκή περιφέρεια υπάρχει μια σωρεία διακρατικών και εμφύλιων συγκρούσεων με διαφορετικά επίπεδα έντασης και πολυπλοκότητας, όπου η διπλωματική σιωπή της Ευρώπης είναι εκκωφαντική. Εάν η Ευρώπη ήταν σε θέση να εγγυηθεί την ειρήνη στο άμεσο γεωπολιτικό της περιβάλλον, η αξίωση να γίνεται ακουστή η φωνή της –εφόσον, βέβαια, έχει φωνή– στα πέρατα της οικουμένης θα είχε κάποιο βάρος. Εως τότε έχει πολύ δρόμο μπροστά της.

Ο Γιάννης Γούναρης είναι επιστημονικός συνεργάτης Κύκλου Διεθνών & Ευρωπαϊκών Αναλύσεων Ινστιτούτου Εναλλακτικών Πολιτικών ΕΝΑ