Macro

Φώντας Λάδης: Μήπως βαδίζουμε σημειωτόν;

O πολιτισμός δεν είναι αυτονόητα ένας προνομιακός χώρος για την Aριστερά. Πρέπει να τον κατακτήσει και να διατηρήσει εκεί την ηγεμονία της με τις συνεχείς, δημιουργικές παρεμβάσεις της. ΄Ολες οι πνευματικές δυνάμεις ενός τόπου και όλες οι κοινωνικές τάξεις διεκδικούν, άλλωστε, τμήμα της καλλιτεχνικής και πολιτιστικής κληρονομιάς και παρουσίας.

Ο ιδεολογικός αυτός ανταγωνισμός –γιατί περί αυτού πρόκειται– αφήνει συχνά πίσω του, πέρα από τα έμμεσα αποτελέσματα στο πολιτικό πεδίο, και ορισμένα σημαντικά καλλιτεχνικά έργα.

Ιδιαίτερα στην τέχνη, που είναι μέρος του πολιτισμού, εκείνο που έχει σημασία είναι η αυθεντικότητα και η πρωτοτυπία, το ήθος του δημιουργού. Ενδιαφέρει, δηλαδή, το ταλέντο και η ειλικρινής μετάδοση των συναισθημάτων του. Δεν μας ενδιαφέρει ένα έργο που υμνεί την εργατική τάξη, αν αυτό το έργο δεν δίνεται με ένα πρωτότυπο τρόπο, ενώ μπορεί να μας ενδιαφέρει –ως κτήμα του ανθρώπινου πολιτισμού– η μελαγχολία και ο πόνος ενός αστού καλλιτέχνη που θρηνεί για την παρακμή της τάξης του, για τη σταδιακή αποχώρησή της από το ιστορικό προσκήνιο. Αρκεί αυτό να μεταφέρεται πρωτότυπα στο έργο τέχνης.

Ο πολιτισμός, από τη άλλη, περιλαμβάνει μαζί με την τέχνη και πολλά άλλα στοιχεία. Την παιδεία, την επιστήμη, τον στοχασμό, τον τρόπο ζωής, τα ήθη, τα έθιμα και αρκετά άλλα. Στον χώρο αυτό η θέση της Αριστεράς είναι πιο προνομιακή. Πηγάζει από τους προγραμματικούς της στόχους, τους αγώνες της για την επίτευξη αυτών των στόχων, και από την αντίληψή της για τη συμμετοχή του λαϊκού παράγοντα στην πολιτιστική ζωή και την καλλιτεχνική δημιουργία. Οι υπόλοιπες παρατάξεις υποτιμούν, υποβιβάζουν ή και εναντιώνονται στη διάχυση της τέχνης, της παιδείας και του πολιτισμού στις λαϊκές τάξεις, ιδιαίτερα στην εργατική και τις ευρύτερες μάζες των μισθωτών και των εργαζομένων.

Πάντως και αυτό δεν αρκεί. Δεν υπάρχει κάποιο μόνιμο χρίσμα. Αν ο ηγετικός της ρόλος δεν επιβεβαιώνεται καθημερινά στην πράξη, τότε στο πεδίο του πολιτισμού απλούστατα η Αριστερά δεν είναι αυτό που υπονοεί το όνομά και η ιστορία της. Ή, τουλάχιστον, όσο θα έπρεπε.

Στον 20ο αιώνα η Αριστερά ανταποκρίθηκε δύο φορές σε αυτό τον πρωτοποριακό ρόλο. Μια φορά στη διάρκεια της Εθνικής Αντίστασης με την πολιτική και τη δράση της, τόσο στις κατεχόμενες περιοχές, όσο και στην ελεύθερη Ελλάδα. Και μια δεύτερη φορά στη δεκαετία του ’60, όταν βρέθηκε στις πρώτες γραμμές μιας πνευματικής και καλλιτεχνικής αναζήτησης, με την παράλληλη δημιουργία και εξάπλωση του πρωτόγνωρου πολιτιστικού κινήματος των Λαμπράκηδων.

Τώρα;

Ας δούμε τη συνολική κατάσταση που επικρατεί σήμερα στην Ελλάδα σ’ αυτό τον χώρο.

Από τη μία έχουμε τη συνεχώς μειούμενη παρουσία του κράτους, που αποποιείται σταδιακά τον βασικό του ρόλο, μεταθέτοντάς τον στους ιδιώτες, εκχώρηση που με μεγάλο ζήλο και «συνέπεια» κάνει πρώτ΄απ’ όλα στον κρίσιμο χώρο της εκπαίδευσης και της Παιδείας.

Παράλληλα, έχουμε τα μεγάλα πολιτιστικά ιδρύματα –προερχόμενα από το χώρο του εφοπλιστικού κεφαλαίου, των τραπεζών, των μεγάλων συλλεκτών κ.α.– καθώς και άλλα μικρότερα, και από δίπλα τα απανωτά προγράμματα που εκπορεύονται από την Ευρωπαϊκή ΄Ενωση, στοιχεία που ρίζωσαν για καλά στον τόπο μας και ελέγχουν με τα χρήματά τους τον πολιτισμό. Δίπλα σε όλα αυτά, βέβαια, έχουμε, για να μην ξεχνιόμαστε, τις κανονιοφόρους της ψυχαγωγίας, που είναι τα διάφορα κανάλια και τα ιδιωτικά συγκροτήματα Τύπου.

Από την άλλη, ευτυχώς, έχουμε χιλιάδες πρωτοβουλίες «από τα κάτω». Παραδοσιακούς συλλόγους, σωματεία και ομίλους, δράσεις σχολείων, μαθητών και εκπαιδευτικών, καθώς και τη θεσμοποιημένη –τυποποιημένη ωστόσο– αρωγή των δήμων και της περιφέρειας, που δεν μπορεί να ξεφύγουν τις περισσότερες φορές από τις τοπικές πολιτικές και άλλες σκοπιμότητες.

Ακόμα έχουμε τις προσπάθειες των προοδευτικών –κυρίως– πολιτικών δυνάμεων για μια προώθηση και διάδοση των πολιτιστικών επιτευγμάτων του παρελθόντος, μαζί με μια απόπειρα ανάλυσης του σημερινού περίπλοκου, –αντιφατικού και γεμάτου εμπόδια, αντιθέσεις και αντινομίες– κόσμου του πολιτισμού. Στον οποίο κόσμο ήρθε να συνοικήσει, προσθέτοντας νέα, δύσκολα ερωτήματα και μεταβλητές, το συνεχώς διαστελλόμενο σύμπαν των νέων τεχνολογιών και της τεχνητής νοημοσύνης.

Στον χώρο της τέχνης, σε όλους τους επιμέρους τομείς της, αλλά και στον χώρο των εκδόσεων έχουμε τη γνωστή στη μεταπολίτευση πληθωρικότητα, που οφείλεται στην ελεύθερη –στο μέτρο του δυνατού– δραστηριότητα των δημιουργών. Κι αυτή, ωστόσο, πριμοδοτείται και διογκώνεται από τον ανταγωνισμό των ιδιωτών επιχειρηματιών (βλέπε πάλι κανάλια και μεγαλοεκδότες του Τύπου, θεατρώνες, παραγωγοί μουσικών θεαμάτων, διάφοροι «πάτρωνες» στον χώρο της λαϊκής ψυχαγωγίας κ.ά.).

Μας ικανοποιεί η εικόνα; Αρκεί η αντίσταση στον χώρο του πολιτισμού; Αρκεί η προσπάθεια και η σημαντική –σε κάποιες περιπτώσεις– καλλιτεχνική δημιουργία, η πλήρης, αν θέλετε, ενημέρωση και συμβάδιση της ελληνικής καλλιτεχνικής σκηνής με τα διεθνή τεκταινόμενα; Αρκεί η προσφυγή στο παγκόσμιο και ελληνικό θησαυροφυλάκιο του πνεύματος και της τέχνης και η συνεχής καταφυγή στις ρίζες, στο ρεμπέτικο, στη δημοτική μας παράδοση, στα σπουδαία καλλιτεχνικά έργα παλαιότερων γενεών και σε εκείνα της δεκαετίας του 60; Κλείνουν το κενό οι πολιτικές συναυλίες, τα ατόφια –και τόσο σημαντικά– λαϊκά γλέντια, η αέναη συγκρότηση καλλιτεχνικών ομάδων, η δράση των συλλόγων, η νοσταλγική «ευωχία» που αποπνέουν τα Φεστιβάλ, αρκεί, τέλος, η ερασιτεχνική δημιουργία;

Μήπως αντί να βαδίζουμε, κάνουμε σημειωτόν; Μήπως είμαστε μέσα σε μια καμπή; Μήπως κάτι εντελώς νέο λείπει;

Τι; Η τομή; Η ρήξη; Πώς; Και πού;

Μήπως πρέπει να αναβαθμίσουμε την παραγωγή και να μειώσουμε τα δάνεια; Αν το ερώτημα όμως έχει βάση, τότε είμαστε στη μέση της απάντησης.

Η λύση, για μεν τον γενικό χώρο του πολιτισμού εναπόκειται, όπως είπαμε, στη δράση όλων.

Όσον αφορά, όμως, την καλλιτεχνική δημιουργία, βασική συνιστώσα του πολιτισμού, αυτή δεν υπακούει σε «ντιρεκτίβες». Εξαρτάται από μύριους άγνωστους –εξωτερικούς και εσωτερικούς– παράγοντες, έτσι που το προσδοκώμενο φανέρωμά μιας μεγάλης ανανέωσης καταλήγει να είναι αφημένο κυριολεκτικά στο κάλεσμα των καιρών.

Η ΕΠΟΧΗ