Συνεντεύξεις

Φανή Κουντούρη: Ο θυμός, η απογοήτευση και το αίσθημα αδιεξόδου μπορεί να αποτελέσουν το υπόστρωμα για μία νέα φάση πολιτικοποίησης

Η Φανή Κουντούρη, καθηγήτρια με αντικείμενο τον Κομματικό Ανταγωνισμό και την Πολιτική Επικοινωνία, στο τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου, περιγράφει το πολιτικό τοπίο και αναλύει το κομματικό σύστημα για το 2026. Οι στόχοι για το 2026 είναι τρεις: η αποκατάσταση της κρίσης αντιπροσώπευσης, η διαμόρφωση ενός πραγματικού πολιτικού διλήμματος για την επόμενη μέρα και ο χάρτης των συνεργασιών. Η ίδια επισημαίνει δύο αναγνώσεις στο παράδοξο να βιώνουμε μια παγιωμένη κατάσταση και ταυτόχρονα ρευστή: να είναι η παρούσα φάση μεταβατική ή να έχουν μπει τα κόμματα σε μια παρατεταμένη ζώνη «λυκόφωτος».

Μπήκαμε στο 2026, το οποίο εκ των πραγμάτων θα είναι προεκλογικό, είτε καταλήξουμε σε πρόωρες εκλογές είτε όχι. Πώς εκτιμάς πολιτικά την χρονιά που ήρθε;

Πράγματι, το 2026 αποκτά τα χαρακτηριστικά προεκλογικού έτους, χωρίς όμως να διαθέτει τα κλασικά γνωρίσματα μιας προεκλογικής περιόδου. Δεν φαίνεται να διαμορφώνεται ντέρμπι, ούτε να αναδύεται ένας σαφής δεύτερος πόλος εξουσίας. Η κυβέρνηση καταγράφει φθορά, χωρίς να έχει σχηματιστεί μία καθαρή εναλλακτική, κυβερνητική προοπτική. Παράλληλα, υπάρχει μια παραδοξότητα: δεν γνωρίζουμε πόσα ή ποια κόμματα θα εκπροσωπούνται στην επόμενη Βουλή. Συζητούνται πολιτικά σχήματα που σήμερα δεν υπάρχουν στον κοινοβουλευτικό χάρτη, ενώ κόμματα που μπήκαν το 2023 με ευνοϊκές προϋποθέσεις ενδέχεται να μην επανεκλεγούν.

Έτσι, το πολιτικό τοπίο συνδυάζει παγιωμένα στοιχεία με έντονη ρευστότητα. Η πρώτη θέση –σίγουρα όχι με όρους αυτοδυναμίας– μοιάζει σχετικά σταθερή, έστω και με σημαντική φθορά, αλλά το κομματικό σύστημα παραμένει κατακερματισμένο, με πολλά κόμματα να κινούνται γύρω από το όριο της κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης και με κινητικότητα προς πιο αντισυμβατικές επιλογές. Η αρχιτεκτονική της επόμενης Βουλής, οι πιθανές συμμαχίες αλλά και τα αδιέξοδα που μπορεί να προκύψουν, παραμένουν απρόβλεπτα.

Τι στόχοι και στρατηγικές βλέπεις να διαμορφώνονται για το πολιτικό και το κομματικό σύστημα;

Οι στόχοι και οι στρατηγικές που διαμορφώνονται για το πολιτικό και το κομματικό σύστημα κινούνται, κατά τη γνώμη μου, σε τρία επίπεδα. Ο πρώτος και πιο κρίσιμος στόχος είναι να μιλήσουμε ανοιχτά για τον «ελέφαντα στο δωμάτιο»: την κρίση αντιπροσώπευσης και την ανάγκη αποκατάστασής της. Το ερώτημα είναι πώς τα κόμματα θα ξανασυνδεθούν με την κοινωνία όχι ως “target groups” και δημοσκοπικά κοινά, μέσα από λογικές πολιτικού και εκλογικού μάρκετινγκ, αλλά ως συλλογικά υποκείμενα με δεσμούς, προσδοκίες και κοινή εμπειρία, ως κοινωνικές τάξεις και επαγγελματικοί κόσμοι. Δηλαδή, πώς θα ξαναχτιστεί μια ουσιαστική σχέση εκπροσώπησης και όχι απλώς επικοινωνιακής διαμεσολάβησης.

Ο δεύτερος στόχος αφορά τη διαμόρφωση ενός πραγματικού πολιτικού διλήμματος για την επόμενη μέρα. Τίθεται το ίδιο το στοίχημα της Δημοκρατίας. Σήμερα προβάλλεται συχνά ένα δίπολο «κανονικότητας και σταθερότητας» απέναντι στο χάος. Το πραγματικό δίλημμα, όμως, είναι αν η χώρα θα κινηθεί προς μια δημοκρατία λογοδοσίας, κοινωνικής προστασίας και κράτους δικαίου ή προς μια εκδοχή διαχείρισης όπου τα σκάνδαλα, οι ανισότητες, η επισφάλεια και η αυθαιρεσία θεωρούνται παράπλευρες απώλειες. Τα Τέμπη, η ακρίβεια, η εργασία και η διάβρωση των θεσμών δεν είναι επιμέρους ζητήματα· είναι συμπτώματα ενός μοντέλου διακυβέρνησης που πρέπει να αμφισβητηθεί συνολικά.

Ο τρίτος στόχος αφορά τον χάρτη των συνεργασιών μέσα σε ένα περιβάλλον έντονου πολιτικού κατακερματισμού. Δεδομένου ότι η αυτοδυναμία δεν διαφαίνεται, το κρίσιμο ερώτημα είναι αν θα υπάρξει ένα προοδευτικό μέτωπο με κοινωνικό βάθος και στρατηγικό ορίζοντα ή αν θα αναπαραχθούν ευκαιριακές συγκολλήσεις κορυφής χωρίς κοινωνικό έρεισμα. Αν το δεύτερο επικρατήσει, το πρόβλημα δεν θα είναι μόνο εκλογικό· θα είναι δημοκρατικό. Υπό αυτή την έννοια, το κεντρικό διακύβευμα του 2026 –ακόμη κι αν είναι εκλογική χρονιά– δεν είναι ποιος προηγείται στις δημοσκοπήσεις, αλλά ποιος θα κερδίσει το στοίχημα της Δημοκρατίας: αν θα αρθρωθεί ένα συνεκτικό αίτημα για δικαιοσύνη, κράτος δικαίου και λογοδοσία ή αν θα διολισθήσουμε σε μια πιο ρηχή, πιο προσωποκεντρική και τελικά πιο ελεγχόμενη δημοκρατία, διαμεσολαβημένη από αδιαφανή δίκτυα εξουσίας.

Να τα δούμε ένα ένα. Αυτό το παράδοξο που περιέγραψες μιας παγιωμένης κατάστασης, η οποία ταυτόχρονα είναι ρευστή που εκτιμάς ότι μπορεί να οδηγήσει;

Κατά τη γνώμη μου, σε δύο πολύ διαφορετικές κατευθύνσεις. Η πρώτη, πιο αισιόδοξη ανάγνωση, βλέπει την παρούσα φάση ως μεταβατική. Υποστηρίζει ότι, παρά τη διάχυτη αγανάκτηση και την αίσθηση πολιτικής εκπροσώπησης που λείπει, δεν βρισκόμαστε μπροστά σε κοινωνική παράλυση. Πράγματι, κάτι φαίνεται να κινείται στην κοινωνία, διακρίνουμε εστίες κινητοποιήσεων που πολλαπλασιάζονται. Φαίνεται ότι ο θυμός, η απογοήτευση και το αίσθημα αδιεξόδου αναζητούν τρόπους έκφρασης και πολιτικής μετάφρασης και μπορεί να αποτελέσουν το υπόστρωμα για μία νέα φάση πολιτικοποίησης. Σε αυτό το σενάριο, το πρόβλημα δεν είναι η έλλειψη κοινωνικής ενέργειας, αλλά η απουσία πολιτικών σχημάτων ικανών να τη μεταφράσουν σε συλλογικό σχέδιο κοινωνικών και πολιτικών συμμαχιών που σήμερα παραμένουν κατακερματισμένες και χωρίς σαφή φωνή. Αν αυτό το κενό καλυφθεί, το πολιτικό τοπίο μπορεί να αλλάξει απότομα.

Η δεύτερη, πιο απαισιόδοξη ανάγνωση, μιλά για την είσοδο σε μια παρατεταμένη ζώνη «λυκόφωτος». Τα κόμματα δεν εξαφανίζονται, αλλά μετατρέπονται ολοένα και περισσότερο σε επαγγελματοποιημένους μηχανισμούς διαχείρισης, αποκομμένους από την κοινωνία και τους συλλογικούς της δεσμούς. Σε αυτό το σενάριο, η απομάκρυνση είναι αμοιβαία: οι πολίτες αποσύρονται όσο τα κόμματα αποσύρονται από την κοινωνία. Το αποτέλεσμα είναι η ενίσχυση του πολιτικού κυνισμού και μια δημοκρατία με φτωχότερο περιεχόμενο συμμετοχής και λογοδοσίας – μια δημοκρατία που λειτουργεί τυπικά, αλλά αδειάζει πολιτικά.

Η προεκλογική ατζέντα εκτιμάς πως θα πλαισιωθεί από το αίτημα για Δημοκρατία. Συχνά λέμε πως οι κάλπες βγάζουν κυβερνήσεις στη βάση οικονομικών αιτημάτων και πράγματι στις δημοσκοπήσεις το νούμερο ένα πρόβλημα είναι η ακρίβεια και η φτωχοποίηση. Θα καταφέρει να το υπερβεί ξανά η ΝΔ, παρά τη φθορά που καταγράφει;

Πράγματι, η οικονομία ήταν και παραμένει κεντρικός άξονας κάθε προεκλογικής ατζέντας. Η Νέα Δημοκρατία έχει καταφέρει να έχει την «ιδιοκτησία» της οικονομίας μέσα από το αφήγημα της ανάπτυξης. Όμως η ηγεμονία της ΝΔ δεν εξαντλείται στην οικονομία. Από το 2016 και μετά, υπό την ηγεσία του Κυριάκου Μητσοτάκη, οικοδομήθηκε συστηματικά ένας νέος τύπος κομματικής ηγεμονίας που συνδύασε θεσμική συγκέντρωση, τεχνοκρατικό και μεταρρυθμιστικό προφίλ, καθώς και επικοινωνιακή κυριαρχία γύρω από την ασφάλεια και την τάξη. Οι εκλογικές νίκες του 2019 και του 2023 δεν απάντησαν μόνο στο οικονομικό ερώτημα· εδραίωσαν την προσδοκία μιας «κανονικότητας» σε ένα μεταμνημονιακό περιβάλλον πολυκρίσεων, με τη ΝΔ να προβάλλεται ως εγγυήτρια σταθερότητας και ανάπτυξης. Πρόκειται, λοιπόν, για μια ηγεμονία όχι μόνο αριθμητική, αλλά ιδεολογική και οργανωτική, που επέτρεψε στο κόμμα να διευρύνει την εκλογική του βάση από τη Δεξιά έως τις παρυφές του Κέντρου.

Αυτή ακριβώς η αρχιτεκτονική συναντά σήμερα μια διαφορετική ατζέντα, που αφορά τα σκάνδαλα, τη δικαιοσύνη, το κράτος δικαίου και τη λογοδοσία. Πρόκειται για μια ατζέντα που την περίοδο 2019–2023 δεν παρήγαγε τις εκλογικές ανατροπές. Άλλωστε, έχουμε δει και στο παρελθόν ότι τα σκάνδαλα δεν οδηγούν άμεσα σε πολιτική αλλαγή· συνήθως παράγουν φθορά, όχι ανατροπή. Ωστόσο, η ανθεκτικότητα της ΝΔ δεν είναι απεριόριστη. Η συσσώρευση σκανδάλων, σε συνδυασμό με κοινωνικές πιέσεις, όπως οι αγροτικές κινητοποιήσεις, αρχίζει να διαβρώνει το κοινωνικό μπλοκ που στήριξε την ηγεμονία της ΝΔ. Το πραγματικό ρίσκο για τη ΝΔ είναι η διάχυτη αντίληψη που επικρατεί για τη συστημική διάβρωση της δημοκρατίας, της εμπιστοσύνης, των θεσμικών αντιβάρων, του κράτους δικαίου. Ωστόσο, όσο ο αντίπαλος πόλος παραμένει κατακερματισμένος, τόσο η δυσαρέσκεια δεν μεταφράζεται σε πολιτική εναλλακτική, αλλά διαχέεται και εξουδετερώνεται.

Πράγματι, δεν φαίνεται να διαμορφώνεται ένα αντίπαλο δέος. Το ΠΑΣΟΚ παρότι το 2025 βρέθηκε θεσμικά στη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης, δεν επιστρέφει ούτε ο παλιός δικομματισμός, ούτε ένας διπολισμός.

Θα μπορούσαμε να πούμε ότι το ΠΑΣΟΚ βρίσκεται σε μια φάση μιας εύθραυστης στασιμότητας. Έχει κάνει, αναμφίβολα, σοβαρή δουλειά στα βασικά συγκροτητικά ενός κόμματος: οργανωτική ανασυγκρότηση, ανανέωση στελεχιακού δυναμικού, ανάδειξη νέων θεμάτων όπως η στεγαστική κρίση. Όμως αυτή η δουλειά βάσης δεν μεταφράζεται σε κοινωνική δυναμική. Το ΠΑΣΟΚ δείχνει εγκλωβισμένο σε έναν ρόλο που αντιπολιτεύεται την ατζέντα των άλλων, αντί να θέσει επιτακτικά τις δικές του θέσεις και να βάλει τη δική του ατζέντα. Και εδώ βρίσκεται το κρίσιμο όριο: δεν αρκεί να έχεις σωστές προτάσεις ή οργανωτική επάρκεια· πρέπει να πείσεις ότι μπορείς να αποκαταστήσεις ενεργούς δεσμούς με κοινωνικά στρώματα που δεν ζητούν απλώς καλύτερη διαχείριση, αλλά ουσιαστική αλλαγή. Χωρίς αυτό, το «νέο» που επιχειρεί να εκφράσει το ΠΑΣΟΚ μένει μετέωρο – θεσμικά υπαρκτό, αλλά κοινωνικά ανενεργό.

Τα κόμματα της αντιπολίτευσης σαφώς επιμένουν στην ανάδειξη των σκανδάλων. Ωστόσο, η Πλεύση Ελευθερίας έχει καταφέρει, και μέσα από τα σόσιαλ μίντια, να βγει μπροστά. Σε ποιο βαθμό θα την ωφελήσει; Δημοσκοπικά δεν φαίνεται, μέχρι στιγμής, να της δίνει ορμή.

Η θέση μου είναι πως η πολιτική συνυφαίνεται με την επικοινωνία, αλλά χωρίς σαφή πολιτική στόχευση και στρατηγικό ορίζοντα, η επικοινωνία από μόνη της δεν αρκεί. Η Ζωή Κωνσταντοπούλου αρθρώνει έναν έντονα καταγγελτικό λόγο, με υψηλή ηθική φόρτιση και αιχμές απέναντι στο πολιτικό σύστημα. Ένα κομμάτι της κοινωνικής δυσαρέσκειας βρίσκει εκεί μια διέξοδο – περισσότερο ως συναισθηματική εκτόνωση και λιγότερο ως πολιτική πρόταση. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί, σε κάποια στιγμή, να αποδώσει και εκλογικά. Δημιουργεί μια αίσθηση «δικαίωσης» απέναντι στη διάχυτη «αίσθηση ατιμωρησίας», που σε συνθήκες έντονης απαξίωσης του συστήματος μπορεί να λειτουργήσει. Ωστόσο, μένει ανοιχτό αν και ποιο νέο σχήμα θα εκφράσει αυτή τη δυσαρέσκεια με όρους όχι μόνο καταγγελίας, αλλά και ηθικού προτύπου και πολιτικής προοπτικής – κάτι που, για παράδειγμα, φαίνεται να επιχειρεί να συγκροτηθεί γύρω από το όνομα της Μαρίας Καρυστιανού.

Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει εγκλωβιστεί στην κρίση ηγεσίας, και από όταν ο Αλ. Τσίπρας ανακοίνωσε εκλογικές κινήσεις με αυτόν στο τιμόνι, πάγωσε σχεδόν κάθε εσωτερική διεργασία να την υπερβεί. Η Νέα Αριστερά, και αυτή, παρότι μεταφέρει στη βουλή αιτήματα της κινηματικής αριστεράς δεν μπορεί να εκπροσωπήσει αυτόν τον χώρο. Μπορεί να είναι σανίδα σωτηρίας η συζήτηση για συμμαχίες;

Η σημερινή αδυναμία και αναξιοπιστία του ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι αποτέλεσμα μόνο της περιόδου Κασσελάκη ή της ενδεχόμενης καθόδου του Αλ. Τσίπρα. Είναι αποτέλεσμα ενός βαθιού μετασχηματισμού: από πολυτασικό, αντιμνημονιακό, κινηματικό κόμμα της ριζοσπαστικής Αριστεράς, εξελίχθηκε σε συγκεντρωτικό κόμμα εξουσίας αρχηγικού τύπου. Η ανάδειξη Κασσελάκη επιτάχυνε μια διαδικασία αποπολιτικοποίησης και προσωποκεντρικής αποσύνθεσης, με αποτέλεσμα ο ΣΥΡΙΖΑ σήμερα να επιστρέφει σε μέγεθος μικρού κόμματος, χωρίς σαφές στίγμα, χωρίς κινηματική γείωση και χωρίς στρατηγικό ορίζοντα. Δεν είναι ξεκάθαρο πού θέλει να πάει, με ποιους και με ποια πρόταση για την επόμενη μέρα. Και αυτό είναι το πιο ανησυχητικό: έχει δυσκολία ακόμη και να αφηγηθεί το ίδιο του το μέλλον.

Η Νέα Αριστερά, παρότι έχει υιοθετήσει μία ατζέντα κινηματικής κοινοβουλευτικής αριστεράς τοποθετούμενη με τρόπο καθαρό και μαχητικό στη Βουλή, δεν φαίνεται να μπορεί να εκπροσωπήσει ουσιαστικά αυτόν τον χώρο. Η ίδια η μνήμη της συγκρότησής της είναι μνήμη τεχνοκρατικής κυβερνητικής διαχείρισης και όχι κινηματικής επανεκκίνησης – και αυτό αποτελεί στρατηγικό της μειονέκτημα.

Σε αυτό το τοπίο, το πλαίσιο των συμμαχιών είναι καθοριστικό, γιατί δεν αφορά απλώς εκλογική αριθμητική αλλά ταυτότητα. Και εδώ υπάρχει ένα μεγάλο ερωτηματικό. Ο Αλέξης Τσίπρας διαθέτει αναμφίβολα πολιτικό κεφάλαιο, όχι όμως ένα ενεργό κοινωνικό ρεύμα. Λειτουργεί ως σημείο αναφοράς στον ευρύτερο χώρο της Κεντροαριστεράς, αλλά αυτό το κεφάλαιο είναι διπλής όψης: κινητοποιεί θετικές μνήμες σε ένα μέρος του χώρου, αλλά ενεργοποιεί και ισχυρές αρνητικές μνήμες στον αντι-ΣΥΡΙΖΑ χώρο, όχι μόνο στα δεξιά αλλά και εντός του μη δεξιού φάσματος. Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν ένα νέο εγχείρημα υπό την ηγεσία του θα μπορούσε να συγκροτήσει δεύτερο πόλο εξουσίας ή αν θα λειτουργήσει περισσότερο ως ρυθμιστικός ή ανασυνθετικός παράγοντας στον κατακερματισμένο χώρο της Αριστεράς.

Η Μ. Καρυστιανού εξέφρασε την πρόθεσή της να πολιτευθεί και πλέον καταγράφεται και επίσημα το «κόμμα Καρυστιανού» στις δημοσκοπήσεις. Εκφράζονται ανησυχίες από μέλη του Συλλόγου Συγγενών Θυμάτων Τεμπών πως αυτή η εξέλιξη θα πάει πίσω τον αγώνα δικαίωσης των παιδιών τους, αλλά η Μ. Καρυστιανού ως πρόσωπο μπορεί να εκφράσει την οργή και την αγάνακτηση που ανέφερες πριν. Ποια η εκτίμησή σου;

Αν η Μαρία Καρυστιανού πολιτευθεί, τότε μετασχηματίζεται ένα ισχυρό ηθικό κεφάλαιο σε πολιτικό κεφάλαιο. Το «Δεν έχω οξυγόνο» παύει να είναι μόνο κραυγή δικαίωσης για τα Τέμπη και μπορεί να μετατραπεί σε πολιτικό σύνθημα με ευρύτερα χαρακτηριστικά ενός δημοκρατικού αιτήματος για δικαιοσύνη. Το εγχείρημα αυτό, πάντως, δεν εντάσσεται καθαρά στον παραδοσιακό άξονα Αριστεράς–Δεξιάς και αυτό του επιτρέπει να κινείται σε ένα ευρύτερο πολιτικό φάσμα. Ταυτόχρονα, όμως, ενέχει υψηλό πολιτικό ρίσκο: η είσοδος στον στίβο της κομματικής αντιπαράθεσης μπορεί να φθείρει ακριβώς αυτό το ηθικό έρεισμα που καθιστά σήμερα την Καρυστιανού πολιτικά ελκυστική.

Όλα αυτά τα μη κόμματα (Καρυστιανού, Τσίπρα, Σαμαρά) που έχουν μπει στο κομματικό τοπίο, τι δείχνουν για το κομματικό σύστημα; Εκφράζεται ανάγκη για έναν άλλον τρόπο οργάνωσης και πολιτικοποίησης;

Αν κάτι διαφαίνεται καθαρά, είναι ότι βρισκόμαστε σε μια φάση μετάβασης του κομματικού φαινομένου. Τα κόμματα δοκιμάζονται από νέους τύπους πολιτικής οργάνωσης: Πρόκειται για σχήματα προσωποκεντρικά που μπαίνουν γρήγορα στο πολιτικό παιχνίδι, εκφράζουν ανικανοποίητα κοινωνικά στρώματα και λειτουργούνν ως βαλβίδα εκτόνωσης. Ταυτόχρονα, όμως, δυσκολεύονται να ριζώσουν οργανωτικά, να αποκτήσουν συλλογική ζωή και να αντέξουν πέρα από την ορατότητα του αρχηγού τους. Όλα αυτά, τελικά, επιστρέφουν στο κεντρικό διακύβευμα της εποχής: την κρίση αντιπροσώπευσης. Το ερώτημα δεν είναι μόνο ποιοι θα κερδίσουν τις επόμενες εκλογές, αλλά αν και πώς θα βρεθούν νέοι τρόποι πολιτικοποίησης, συλλογικής έκφρασης και δημοκρατικής συμμετοχής. Το 2026 ίσως δεν είναι απλώς μια ακόμη προεκλογική χρονιά, αλλά μια στιγμή όπου θα δοκιμαστεί αν το πολιτικό σύστημα μπορεί να ανανεωθεί ή αν θα συνεχίσει να διαχειρίζεται τη δυσαρέσκεια χωρίς να την εκπροσωπεί.

Ιωάννα Δρόσου
Η ΕΠΟΧΗ