Βίντεο

Ευκλείδης Τσακαλώτος: Πρέπει να πείσεις τον κόσμο ότι υπάρχει κάτι στο μέλλον, που αν αρχίσουμε να το χτίζουμε, θα αρχίσει η ζωή του να καλυτερεύει από τώρα

Σε μια περίοδο έντονης ρευστότητας για τον προοδευτικό χώρο, ο Ευκλείδης Τσακαλώτος επιχειρεί να επανακαθορίσει τα όρια και τον ρόλο της Νέας Αριστεράς, ξεκαθαρίζοντας εξαρχής ότι το εγχείρημα δεν αποτελεί έναν πολιτικό σταθμό «transit», αλλά μια αναγκαία, αυτόνομη φωνή. Η παρέμβασή του αναδεικνύει μια βαθιά πεποίθηση: η Αριστερά δεν ορίζεται από επικοινωνιακές μεταγραφές ή τη χρήση focus groups για την αλίευση ψήφων, αλλά από μια οργανική σύνδεση με τα προβλήματα της κοινωνίας. Για τον πρώην Υπουργό Οικονομικών, η αριστερή ταυτότητα χτίζεται πάνω στο συναίσθημα της αδικίας που βιώνει κανείς βλέποντας την προσφυγιά ή την κλιματική καταστροφή, και στη συνέχεια μετουσιώνεται σε ορθολογική ανάλυση ενός συστήματος που πλέον δίνει όλο και λιγότερες λύσεις.

Το κεντρικό πρόβλημα που εντοπίζει ο κ. Τσακαλώτος στην πορεία του προοδευτικού χώρου τα τελευταία χρόνια είναι η δραματική απώλεια αξιοπιστίας. Ασκώντας αιχμηρή κριτική στη στρατηγική των «πολλαπλών μηνυμάτων», σημειώνει ότι η προσπάθεια ενός ηγέτη να συνδυάσει στην ίδια ομιλία τον Άρη Βελουχιώτη με τον «νέο πατριωτισμό» και τη θολή δημοκρατική παράταξη, καταλήγει να εκλαμβάνεται από τους πολίτες ως μια ανειλικρινής προσπάθεια να φανεί κανείς αρεστός στους πάντες. Αυτή η έλλειψη σταθερού πολιτικού κέντρου βάρους είναι, κατά την άποψή του, η βασική αιτία που οδήγησε τον ΣΥΡΙΖΑ από το 31,5% στο 17,8%, αφήνοντας ένα κενό που η Νέα Αριστερά καλείται τώρα να καλύψει με επιχειρήματα και σοβαρότητα.

Στο πεδίο της οικονομίας, η ανάλυση του Τσακαλώτου είναι δυσοίωνη αλλά τεκμηριωμένη. Προειδοποιεί για μια επερχόμενη «πολυκρίση» που τροφοδοτείται από τις ενεργειακές επιπτώσεις του πολέμου και τις λανθασμένες επιλογές των Κεντρικών Τραπεζών. Επικρίνει έντονα την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα για την αύξηση των επιτοκίων, υποστηρίζοντας ότι ο πληθωρισμός σήμερα δεν είναι αποτέλεσμα υπερβάλλουσας ζήτησης αλλά προβλημάτων στην προσφορά. Για την Ελλάδα ειδικότερα, χρησιμοποιεί το καυστικό επιχείρημα ότι το σύνθημα της κυβέρνησης θα μπορούσε να είναι «Μόνο Πάνω», ακριβώς επειδή η αγοραστική δύναμη των πολιτών έχει πλέον διολισθήσει στον πάτο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μην αφήνοντας περιθώρια για περαιτέρω πτώση.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η ανάλυσή του για το κοινωνικό μπλοκ που στηρίζει τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Ο κ. Τσακαλώτος υποστηρίζει ότι η κυριαρχία της Νέας Δημοκρατίας δεν είναι τυχαία, αλλά βασίζεται σε μια μερίδα του πληθυσμού που κερδίζει από την κρίση. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η στέγαση, όπου η εκτόξευση των ενοικίων ευνοεί μια βάση ιδιοκτητών που βλέπουν τα έσοδά τους να διπλασιάζονται εις βάρος του 40% του πληθυσμού που δαπανά το μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματός του για ένα κεραμίδι. Ταυτόχρονα, κατηγορεί την κυβέρνηση για θεσμική γύμνια, σημειώνοντας ότι αντί να χτίζει ανθεκτικούς θεσμούς όπως η Πρωτοβάθμια Υγεία, περιορίζεται σε εκ των υστέρων επιδοματικές αποζημιώσεις που δεν λύνουν το πρόβλημα στη ρίζα του.

Κλείνοντας, ο Ευκλείδης Τσακαλώτος προτάσσει την ανάγκη για ένα «όραμα εικοσαετίας» που θα ξεπερνά τη στείρα αντιπαράθεση για το ύψος των επιδομάτων. Η Αριστερά, κατά την άποψή του, πρέπει να πείσει ότι μπορεί να αλλάξει το μοντέλο ανάπτυξης, δίνοντας έμφαση στην οικονομία της φροντίδας και στην προστασία του περιβάλλοντος αντί για επενδύσεις που αυξάνουν το ΑΕΠ καταστρέφοντας τα νησιά. Ο δρόμος για την ανατροπή του σημερινού συστήματος περνά μέσα από τη σύνδεση των κοινωνικών κινημάτων: ο πολίτης που παλεύει για το ΕΣΥ, εκείνος που αγωνιά για τη στέγαση και εκείνος που εναντιώνεται στις εξορύξεις πρέπει να κατανοήσουν ότι τα προβλήματά τους έχουν κοινές αιτίες και απαιτούν κοινό μέτωπο.