Με ποια έννοια πια οι κεντρώοι είναι κεντρώοι; Πώς μπορεί να στηριχθεί ότι επιδιώκουν να αποτελούν αντίβαρο στις πιο αντικοινωνικές πολιτικές των δεξιών όταν κυβερνούν οι ίδιοι ή συμμετέχουν σε μια κυβέρνηση συνασπισμού με τη δεξιά; Θα φανταζόταν κανείς ότι θα ήταν νεοφιλελεύθεροι στην οικονομική πολιτική αλλά θα κρατούσαν τη γραμμή στο πεδίο των δικαιωμάτων. Θα ήταν, δηλαδή, φιλελεύθεροι με την παλιά έννοια, ανήσυχοι για τις αυταρχικές τάσεις του κράτους, στηρίζοντας τα δικαιώματα των μειονοτήτων. Στη χώρα μας, οι λεγόμενοι ακροκεντρώοι στην κυβέρνηση Μητσοτάκη δεν επιδεικνύουν καμία τέτοια βούληση να μετριάσουν την τάση προς την ακροδεξιά. Απεναντίας.
Διαβάζω από το blog του London Review of books, το κείμενο της Jude Wanga για το πώς έμπλεξε το εργατικό κόμμα με την υπόθεση Έπσταϊν. Όλο και περισσότερο εντυπωσιάζει το δίκτυο του Έπσταϊν, πόσοι άνθρωποι εμπλέκονται σε αυτό και πόσοι άλλοι άνθρωποι το γνώριζαν και δεν θεωρούσαν ότι έπρεπε να αντιδράσουν με κάποιο τρόπο. Βούτυρο στο ψωμί όλων των προσεγγίσεων του απολιτίκ, της συνωμοσιολογίας της άκρας δεξιάς. Αλλά το πρόβλημα είναι πολύ βαθύτερο. Δεν έχει μόνο οικονομικές και κοινωνικές προεκτάσεις. Το ίδιο το σκάνδαλο και τα κακοποιημένα κορίτσια είναι ένα γεγονός αποκρουστικό από μόνο του. Αλλά είναι ευρύτερο και αφορά τον τρόπο που οι ελίτ όλου του φάσματος αλληλοεπιδρούν και συναλλάσσονται μεταξύ τους. Είναι φανερό ότι πηγαίνουν στα ίδια ξενοδοχεία, στα ίδια κλαμπ, στα ίδια συνέδρια, στα ίδια μπαρ στα ίδια εστιατόρια και ότι στην πραγματικότητα οι πολιτικές αποχρώσεις ποσώς τους ενδιαφέρουν.
Όλα αυτά μου θύμισαν τις παλιές συζητήσεις στο New Left Review μεταξύ του Μίλιμπαντ και του Πουλαντζά. Ο πρώτος υποστήριζε ότι οι ελίτ χτίζουν ένα κοινωνικό κεφάλαιο όταν συναναστρέφονται στους ίδιους χώρους (από τα πανεπιστήμια που σπουδάζουν μέχρι τα εστιατόρια που συχνάζουν), δικτυώνονται και έτσι πιστεύουν ότι οι νόμοι δεν γράφονται για να εφαρμόζονται και σε αυτούς. Αρκεί ένα βλέμμα για να συνεννοηθούν. Γι’ αυτούς οι επαναπροωθήσεις, το κυνήγι της αστυνομίας στους μετανάστες που θέλουν μόνο ένα μεροκάματο δεν είναι κάτι σημαντικό, δεν αποτελεί πρόβλημα. Από την άλλη, ο Πουλαντζάς υποστήριζε ότι αυτό που έχει σημασία είναι μόνο ο τρόπος παραγωγής στον καπιταλισμό. Προσωπικά ποτέ δεν θεώρησα ότι οι δύο αυτές απόψεις είναι αντιπαραθετικές, αλλά ότι δουλεύουν μαζί σε διαφορετικά επίπεδα ανάλυσης.
Παραθέτω ένα μικρό απόσπασμα από την ανάρτηση της Jude Wanga και οι όποιες ομοιότητες με την ελληνική σκηνή επαφίονται στην κρίση του αναγνώστη. Αλλά είναι δύσκολο να μην δει κανείς ότι περιγράφει πολύ καλά την Ελλάδα του σήμερα.
….η ρητορική των Εργατικών σχετικά με την επιβολή του ελέγχου στα σύνορα και την αποτροπή απηχεί όλο και περισσότερο τη λογική του «εχθρικού περιβάλλοντος» – την ιδέα ότι η σκληρότητα αποτελεί απόδειξη σοβαρότητας. Το ηθικό κόστος είναι προφανές: κανονικοποιείς τη σκληρότητα, νομιμοποιείς το αφήγημα της ακροδεξιάς ότι τα ανθρώπινα όντα είναι ένα πρόβλημα προς επίλυση, και διδάσκεις στη χώρα ότι η ενσυναίσθηση είναι αδυναμία. Ο βρετανικός κεντρώος χώρος προσπαθεί να εξουδετερώσει τον εξτρεμισμό απορροφώντας τον, μόνο και μόνο για να διαπιστώσει ότι δεν τον εξουδετέρωσε, αλλά τον ενίσχυσε.
Αυτό είναι το βαθύτερο πρόβλημα με τον κεντρώο χώρο: επιδιώκει το γόητρο της διακήρυξης αξιών χωρίς το κόστος της εφαρμογής τους. Είναι αλλεργικός στην ανάληψη ηθικών ρίσκων. Θα επικροτήσει το διεθνές δίκαιο όταν αυτό κολακεύει την αυτοεικόνα της Βρετανίας, αλλά θα αρχίσει τις υπεκφυγές όταν αυτό εμπλέκει έναν σύμμαχο. Η ασυνέπεια δεν είναι ένα μικρό ελάττωμα σε μια εποχή αυταρχικής αναζωπύρωσης· είναι μια δομική πρόσκληση. Οι φασίστες ευδοκιμούν πάνω στην κατάρρευση των κοινών προτύπων. Τρέφονται από τη δημόσια παραδοχή ότι οι κανόνες εφαρμόζονται επιλεκτικά, ότι οι αρχές είναι απλώς «branding» και ότι η δικαιοσύνη είναι συναλλακτική….