Η συζήτηση για το νέο νομοσχέδιο που αφορά την πράσινη μετάβαση αναδεικνύει για ακόμη μία φορά το θεμελιώδες έλλειμμα της κυβερνητικής πολιτικής: την πλήρη απουσία της αίσθησης του κατεπείγοντος. Την ώρα που η επιστημονική κοινότητα προειδοποιεί ότι πλησιάζουμε σε μια μη αναστρέψιμη κλιματική κατάσταση, η πολιτική ηγεσία μοιάζει να αγνοεί ότι «η κλιματική κρίση τα αλλάζει όλα». Δεν πρόκειται για μια απλή περιβαλλοντική ρύθμιση, αλλά για μια βίαιη ανατροπή που αγγίζει τον πυρήνα της παραγωγής, της κατανάλωσης, της αναδιανομής και, εν τέλει, της ίδιας της δημοκρατικής λειτουργίας.
Το πρώτο και κύριο διακύβευμα είναι το ποιος αποφασίζει για το μέλλον του πλανήτη. Η πεποίθηση ότι η κλιματική κρίση μπορεί να αντιμετωπιστεί αφήνοντας τα πάντα στην πρωτοβουλία της αγοράς είναι επικίνδυνη οφθαλμαπάτη. «Δεν θα σωθεί ο πλανήτης αν τα αφήνουμε όλα στον ιδιωτικό τομέα», καθώς η απάντηση στην κρίση απαιτεί τη συμμετοχή των κοινωνικών ομάδων και των κινημάτων στον σχεδιασμό της πολιτικής. Αντ’ αυτού, παρατηρούμε μια κυβερνητική πρακτική που «έχει «αναγούλα» στη διαβούλευση», εξαιρώντας συστηματικά την τοπική αυτοδιοίκηση και τους φορείς από κρίσιμες αποφάσεις —από την ανάπλαση της Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης μέχρι τη δίκαιη μετάβαση στην Κοζάνη και την εγκατάσταση καλωδίων υψηλής τάσης σε περιοχές Natura στην Κρήτη. Όταν οι συνοικίες της Αθήνας αλλοιώνονται από το Airbnb και οι κάτοικοι εκτοπίζονται χωρίς να ερωτηθούν, γίνεται σαφές ότι τα πάντα υποτάσσονται στο ιδιωτικό κέρδος.
Η πράσινη μετάβαση δεν μπορεί να επιβληθεί ερήμην της κοινωνικής δικαιοσύνης. Το παράδειγμα των «Κίτρινων Γιλέκων» στη Γαλλία παραμένει επίκαιρο: όταν οι οικολογικοί φόροι επιβαρύνουν τον πολίτη που χρειάζεται το αυτοκίνητό του για να επιβιώσει, ενώ ο πλούτος παραμένει στο απυρόβλητο, η κοινωνική αποδοχή των αλλαγών καταρρέει. «Αν δεν αντιμετωπιστούν οι ανισότητες, απλώς δεν θα σωθεί ο πλανήτης».
Σήμερα, βλέπουμε σχέδια που εντείνουν αυτές τις ανισότητες, όπως το σύστημα των δικαιωμάτων ρύπων, το οποίο απεδείχθη ένα «τρικ» και μια αποτυχημένη αγοραία λύση που επέτρεψε στις χώρες του Βορρά να μεταφέρουν το πρόβλημα στον Νότο. Όταν οι πιο εύποροι δεν συμμετέχουν στα βάρη της κρίσης και δεν επιβάλλεται κανένας φόρος στον πλούτο, οποιαδήποτε επιδοματική πολιτική για τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα φαντάζει εμπαιγμός για το κάτω μισό του εισοδήματος.
Πρέπει να το πούμε ευθέως: «Ο πράσινος καπιταλισμός απλώς δεν υπάρχει». Η δυναμική του κεφαλαίου απαιτεί συνεχή και αυξανόμενη συσσώρευση, μια λογική που ο πλανήτης δεν μπορεί πλέον να αντέξει. Είναι τουλάχιστον αφελές να πιστεύουμε ότι θα σώσουμε το περιβάλλον «χέρι-χέρι με την ExxonMobil» και τις άλλες πετρελαϊκές εταιρείες, οι οποίες με την πρώτη ευκαιρία απέσυραν τις δεσμεύσεις τους για ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.
Επιπλέον, οφείλουμε να αμφισβητήσουμε τη λατρεία του ΑΕΠ ως δείκτη ευημερίας. Το παράδειγμα του Exxon Valdez είναι διδακτικό: το δισεκατομμύριο που ξοδεύτηκε για τον καθαρισμό της καταστροφής αύξησε τυπικά το ΑΕΠ, αλλά η ερώτηση παραμένει: «Μετράει το ΑΕΠ την ευημερία επειδή ξοδέψαμε ένα δις για να φτάσουμε εκεί που ήμασταν πριν;». Η επένδυση στις εξορύξεις δεν μπορεί να έχει την ίδια αξία με την επένδυση στην «οικονομία της φροντίδας», στα νοσοκομεία και τη βοήθεια στο σπίτι.
Η πραγματική ανθεκτικότητα χτίζεται μέσα από τους θεσμούς του κοινωνικού κράτους και όχι μέσα από εκ των υστέρων αποζημιώσεις. Χρειαζόμαστε μια ριζική στροφή προς ένα μοντέλο «λιτής αφθονίας», όπου η ποιότητα των επενδύσεων θα προηγείται της ποσότητας. Ποιότητα σημαίνει επενδύσεις φιλικές στο περιβάλλον, με αξιοπρεπείς εργασιακές σχέσεις και κοινωνικό σχεδιασμό.
Αν δεν αλλάξουμε παραγωγικά και καταναλωτικά πρότυπα, αν δεν ενισχύσουμε την κοινωνική και αλληλέγγυα οικονομία και αν δεν συγκρουστούμε με τη λογική του κεφαλαίου, η κλιματική κρίση θα παραμείνει μια ανυπέρβλητη απειλή. Το προοδευτικό τόξο οφείλει να κατανοήσει ότι «συσσώρευση χωρίς τέλος σημαίνει το τέλος του πλανήτη». Η σωτηρία του περιβάλλοντος είναι, εν τέλει, μια βαθιά πολιτική και ταξική μάχη για τη δημοκρατία και την ισότητα.