Συνεντεύξεις

Éric Toussaint: «Για να αντιμετωπίσουμε την αύξηση της ανισότητας και της παγκόσμιας φτώχειας πρέπει να διαγράψουμε το χρέος»

Τη συνέντευξη πήρε ο Χρόνης Πολυχρονίου

Τις τελευταίες δεκαετίες, η ανισότητα αυξάνεται σε πολλές χώρες του κόσμου, τόσο στον Παγκόσμιο Βορρά όσο και στον Παγκόσμιο Νότο, δημιουργώντας αυτό που ο Γενικός Γραμματέας των Ηνωμένων Εθνών, Αντόνιο Γκουτιέρες, στον πρόλογό του στην Παγκόσμια Κοινωνική Έκθεση 2020, αποκάλεσε «ένα βαθιά άνισο παγκόσμιο τοπίο». Επιπλέον, όσοι μετέχουν στο ανώτερο 1% του πληθυσμού είναι οι μεγάλοι νικητές της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας του 21ου αιώνα. Είναι αυτή η ανισότητα μια αναπόφευκτη εξέλιξη λόγω της παγκοσμιοποίησης, ή το αποτέλεσμα συγκεκριμένης πολιτικής επιλογής και μέτρων πολιτικής που εφαρμόζουν επιμέρους χώρες;

Η αύξηση της ανισότητας δεν είναι αναπόφευκτη. Παρά ταύτα, είναι εμφανές ότι η έκρηξή της συνδέεται με τη φάση στην οποία μπήκε το παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα τη δεκαετία του 1970. Η εξέλιξη της ανισότητας στο καπιταλιστικό σύστημα συνδέεται άμεσα με την ισορροπία δυνάμεων μεταξύ των βασικών κοινωνικών τάξεων, του κεφαλαίου και της εργασίας. Όταν χρησιμοποιώ τον όρο «εργασία», εννοώ τους μισθωτούς των αστικών περιοχών, τους εργαζόμενους στον αγροτικό τομέα και τους αγροτικούς παραγωγούς μικρής κλίμακας.

Μπορούμε να διακρίνουμε την εξέλιξη του καπιταλισμού σε μεγάλες περιόδους ανάλογα με την εξέλιξη της ανισότητας και της κοινωνικής ισορροπίας δυνάμεων. Η ανισότητα αυξήθηκε την περίοδο μεταξύ των αρχών της Βιομηχανικής Επανάστασης στο πρώτο μισό του 19ου αιώνα και της δεκαετίας του 1930, πριν από την εφαρμογή στις Ηνωμένες Πολιτείες των γνωστών πολιτικών της διοίκησης του Φραγκλίνου Ρούσβελτ, και μετά μειώθηκε μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1980. Στην Ευρώπη, η στροφή προς χαμηλότερα επίπεδα ανισότητας έγινε με μια καθυστέρηση δέκα ετών σε σχέση με την αντίστοιχη στις Ηνωμένες Πολιτείες. Δεν ήταν παρά στο τέλος του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου και μετά την τελική ήττα του ναζισμού που άρχισαν να εφαρμόζονται πολιτικές μείωσης της ανισότητας, είτε στη Δυτική Ευρώπη, είτε στην υπό την Μόσχα Ανατολική Ευρώπη. Στις μεγάλες οικονομίες της Λατινικής Αμερικής υπήρξε μείωση της ανισότητας από τη δεκαετία του 1930 μέχρι τη δεκαετία του 1970, κυρίως στο Μεξικό κατά τη διάρκεια της προεδρίας του Λάζαρο Καρντένας και στην Αργεντινή επί προεδρίας Χουάν Περόν.

Την περίοδο από την δεκαετία του 1930 μέχρι τη δεκαετία του 1970 έγιναν μαζικοί κοινωνικοί αγώνες. Σε πολλές καπιταλιστικές χώρες, το κεφάλαιο ήταν υποχρεωμένο να κάνει πολλές παραχωρήσεις στην εργασία προκειμένου να σταθεροποιήσει το σύστημα. Σε μερικές περιπτώσεις η ριζοσπαστική φύση των κοινωνικών αγώνων οδήγησε σε επαναστάσεις, όπως στην Κίνα το 1949 και στην Κούβα το 1959.

Η επιστροφή σε πολιτικές που επιδείνωσαν σοβαρά την ανισότητα άρχισε να γίνεται στη Λατινική Αμερική και σε ένα μέρος της Ασίας τη δεκαετία του 1970. Από το 1973 και μετά, η δικτατορία του στρατηγού Αουγκούστο Πινοσέτ (που είχε ως συμβούλους του τα «παιδιά του Σικάγου», τους χιλιανούς οικονομολόγους οι οποίοι είχαν διδαχθεί τα οικονομικά του laissez-faire στο Πανεπιστήμιο του Σικάγου από τον Μίλτον Φρίντμαν), η δικτατορία του Μάρκος στις Φιλιππίνες και οι δικτατορίες στην Αργεντινή και την Ουρουγουάη είναι κάποια παραδείγματα χωρών στις οποίες οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές τέθηκαν για πρώτη φορά σε εφαρμογή.

Αυτές οι πολιτικές, που οδήγησαν σε μια κατακόρυφη αύξηση της ανισότητας, επεκτάθηκαν από το 1979 στη Μεγάλη Βρετανία από την κυβέρνηση Μάργκαρετ Θάτσερ, από το 1980 στις Ηνωμένες Πολιτείες από τη διοίκηση Ρίγκαν, από το 1982 στη Γερμανία από την κυβέρνηση Κολ, και την περίοδο 1982-1983 στη Γαλλία μετά τη δεξιά στροφή του Μιτεράν.

Η ανισότητα αυξήθηκε κατακόρυφα με την καπιταλιστική παλινόρθωση στις χώρες του πρώην σοβιετικού μπλοκ της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης. Στην Κίνα, από το δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1980 και μετά, οι πολιτικές που εφαρμόστηκαν με διαταγή του Τενγκ Σιαοπίνγκ οδήγησαν επίσης στη σταδιακή παλινόρθωση του καπιταλισμού και σε αύξηση της ανισότητας.

Είναι επίσης σαφές ότι για τους ιδεολόγους του καπιταλιστικού συστήματος και για πολλούς διεθνείς οργανισμούς η αύξηση της ανισότητας είναι αναγκαία συνθήκη της οικονομικής μεγέθυνσης.

Πρέπει να σημειωθεί ότι η Παγκόσμια Τράπεζα δεν θεωρεί αρνητικό ένα υψηλό επίπεδο ανισότητας. Στην πραγματικότητα έχει υιοθετήσει τη θεωρία την οποία ανέπτυξε τη δεκαετία του 1950 ο οικονομολόγος Σάιμον Κούζνετς, η οποία υποστηρίζει ότι μια χώρα που η οικονομία της απογειώνεται και προοδεύει πρέπει αναγκαστικά να περάσει από μια φάση αύξησης της ανισότητας. Σύμφωνα με αυτό το δόγμα, η ανισότητα θα αρχίσει να πέφτει μόλις η χώρα φτάσει σε ένα υψηλότερο κατώφλι ανάπτυξης. Πρόκειται για μια εκδοχή της χίμαιρας που χρησιμοποιούν οι κυρίαρχες τάξεις για να καθησυχάζουν τους καταπιεσμένους, στους οποίους επιβάλλουν μια ζωή γεμάτη βάσανα.

Η ανάγκη αύξησης των ανισοτήτων είναι καλά εδραιωμένη στη φιλοσοφία της Παγκόσμιας Τράπεζας. Ο Γιουτζίν Μπλακ, πρόεδρος της Παγκόσμιας Τράπεζας από το 1949 ως το 1963, είχε πει τον Απρίλιο του 1961 το εξής: «Οι εισοδηματικές ανισότητες είναι το φυσιολογικό αποτέλεσμα της οικονομικής μεγέθυνσης, η οποία είναι η μόνη οδός διαφυγής των ανθρώπων από μια ζωή μέσα στη φτώχεια». Όμως, εμπειρικές μελέτες της Παγκόσμιας Τράπεζας που έγιναν τη δεκαετία του 1970, όταν επικεφαλής οικονομολόγος της ήταν ο Χόλις Τσένερι, διαψεύδουν τη θεωρία του Κούζνετς.

Στο βιβλίο του Το Κεφάλαιο τον 21ο αιώνα, ο Τομά Πικετί παρουσιάζει μια πολύ ενδιαφέρουσα ανάλυση της καμπύλης του Κούζνετς. Ο Πικετί αναφέρει ότι αρχικά ο ίδιος ο Κούζνετς είχε αμφιβολίες για την πραγματική χρησιμότητα της καμπύλης. Αυτό δεν τον εμπόδισε να αναπτύξει μια οικονομική θεωρία που έρχεται και ξανάρχεται στο προσκήνιο και, όπως συμβαίνει με όλους τους οικονομολόγους που υπηρετούν πιστά την οικονομική ορθοδοξία, έλαβε το Βραβείο Νόμπελ για τις οικονομικές επιστήμες (1971). Έκτοτε, οι ανισότητες έφτασαν σε επίπεδα πρωτόγνωρα στην ιστορία της ανθρωπότητας. Αυτό οφείλεται στον δυναμισμό του παγκόσμιου καπιταλισμού και στη στήριξη που του παρέχουν τόσο οι διεθνείς οργανισμοί που ασχολούνται με την «ανάπτυξη», όσο και οι κυβερνήσεις που προτάσσουν τα συμφέροντα του 1% έναντι αυτών της τεράστιας μάζας του πληθυσμού, κάτι που συμβαίνει και στις αναπτυγμένες χώρες ακριβώς όπως στον υπόλοιπο κόσμο.

Το 2021, η Παγκόσμια Τράπεζα επανεξετάζοντας την Αραβική Άνοιξη του 2011 ισχυρίστηκε, σε αντίθεση με όλα τα υπάρχοντα αποδεικτικά στοιχεία, ότι το επίπεδο της ανισότητας ήταν χαμηλό σε όλο τον αραβικό κόσμο, και αυτό την ανησυχούσε πολύ γιατί ήταν σύμπτωμα ύπαρξης λαθών στην υποτιθέμενη οικονομική επιτυχία της περιοχής. Ως πιστοί υποστηρικτές της θεωρίας του Κούζνετς, οι Βλαντιμίρ Χλάσνι και Πάολο Βέρμε υποστηρίζουν σε ένα κείμενό τους που εκδόθηκε από την Παγκόσμια Τράπεζα ότι «το χαμηλό επίπεδο ανισότητας δεν είναι δείκτης μιας υγιούς οικονομίας».

Ο Ζιλμπέρ Ασκάρ συνοψίζει τη θέση του Πάολο Βέρμε, κορυφαίου οικονομολόγου της Παγκόσμιας Τράπεζας, ως εξής: «βάσει της μελέτης της Παγκόσμιας Τράπεζας του 2014, αυτό που είναι λυπηρό είναι η απέχθεια απέναντι στην ανισότητα, και όχι καθαυτή η ανισότητα, δεδομένου ότι η ανισότητα αναπόφευκτα αυξάνεται με την ανάπτυξη με βάση τη θεωρία του Κούζνετς».

Τέλος, η πανδημία του κορονοϊού αύξησε ακόμα περισσότερο την ανισότητα στην κατανομή εισοδήματος και πλούτου. Η ανισότητα μπροστά στην ασθένεια και τον θάνατο αυξήθηκε επίσης δραματικά.

 

Οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές έχουν συσσωρεύσει τεράστια χρέη στις λεγόμενες αναδυόμενες αγορές και στις αναπτυσσόμενες χώρες, με κίνδυνο να οδηγηθούμε σε μια παγκόσμια κατάσταση έκτακτης ανάγκης. Ποια είναι η πιο ρεαλιστική λύση στην κρίση χρέους των αναπτυσσόμενων χωρών;

Η λύση είναι προφανής. Πρέπει να υπάρξει αναστολή της αποπληρωμής του χρέους χωρίς να επιβληθεί κάποια χρηματική ποινή για την καθυστέρηση. Εκτός από την παύση πληρωμών, κάθε χώρα πρέπει να πραγματοποιήσει λογιστικό έλεγχο του χρέους της με την ενεργό συμμετοχή των πολιτών, προκειμένου να διαπιστωθεί και να διαγραφεί εκείνο το μέρος του που είναι αθέμιτο, απεχθές, παράνομο και μη βιώσιμο. Μετά από μια τόσο μεγάλη κρίση όπως η σημερινή, πρέπει να διαγραφούν οι οικονομικές υποχρεώσεις του παρελθόντος και να γίνει μια νέα αρχή, όπως συνέβη πολλές φορές στην ανθρώπινη ιστορία. Ο Ντέιβιντ Γκρέμπερ μας το υπενθύμισε αυτό στο σημαντικό του βιβλίο Debt: The First 5,000 Years (Χρέος: Τα πρώτα 5.000 χρόνια).

Κατά την άποψη της Επιτροπής για την Κατάργηση του Αθέμιτου Χρέους (CADTM), ενός παγκόσμιου δικτύου που δραστηριοποιείται κυρίως στον Παγκόσμιο Νότο αλλά και στον Βορρά, η ανάγκη της αναστολής αποπληρωμής και διαγραφής χρέους δεν αφορά μόνο τις αναπτυσσόμενες χώρες, είτε αυτές είναι αναδυόμενες είτε όχι. Αφορά και χώρες της περιφέρειας στον Βορρά, όπως η Ελλάδα, καθώς και ημι-αποικίες, όπως το Πουέρτο Ρίκο.

Ήρθε η ώρα να τολμήσουμε να υψώσουμε τη φωνή μας για την ανάγκη διαγραφής των υπέρογκων χρεών που επιβαρύνουν τις εργατικές τάξεις. Οι ιδιωτικές τράπεζες και άλλοι ιδιωτικοί φορείς έχουν καταναλώσει πολύ χρόνο στον σχεδιασμό μιας δανειοδοτικής πολιτικής που απευθύνεται στους απλούς ανθρώπους, οι οποίοι έχουν ανάγκη να δανειστούν επειδή τα εισοδήματά τους δεν επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών ανώτατης εκπαίδευσης και υγειονομικής περίθαλψης. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, το χρέος των σπουδαστικών δανείων έχει ξεπεράσει τα 1,7 τρισεκατομμύρια δολάρια, από τα οποία τα 165 δισεκατομμύρια δολάρια δεν εξυπηρετούνται, ενώ οι όροι για ένα μεγάλο μέρος των ενυπόθηκων στεγαστικών δανείων είναι καταχρηστικοί (όπως έδειξε η κρίση του 2007). Καταχρηστικοί είναι και οι όροι ορισμένων καταναλωτικών δανείων, ενώ το ίδιο συμβαίνει με τα περισσότερα χρέη στο Νότο που συνδέονται με μικρο-πιστώσεις.

Το χρέος των εργατικών τάξεων συνδέεται άμεσα με τη διεύρυνση του χάσματος της φτώχειας και την αύξηση της ανισότητας, καθώς και με την κατεδάφιση του κράτους πρόνοιας που οι περισσότερες κυβερνήσεις άρχισαν να πραγματοποιούν ήδη από τη δεκαετία του 1980. Αυτό συμβαίνει σε όλο τον κόσμο: στη Χιλή, την Κολομβία, τον αραβικό κόσμο, την Ιαπωνία, την Ευρώπη και τις Ηνωμένες Πολιτείες. Με τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές να εξαρθρώνουν τα συστήματα προστασίας, οι άνθρωποι είναι υποχρεωμένοι, με τη σειρά τους, να επιβαρύνονται με χρέη προκειμένου να αντισταθμίσουν την εγκατάλειψη από τα κράτη της υποχρέωσής τους να προστατεύουν και να προάγουν τα ανθρώπινα δικαιώματα. Η Τσίντσια Αρούτσα, η Τίτι Μπατατσάρια και η Νάνσυ Φρέιζερ το τονίζουν αυτό στο βιβλίο τους Feminism for the 99%: A Manifesto (Φεμινισμός για το 99%: Ένα Μανιφέστο).

 

Ποιες εναλλακτικές προτάσεις υπάρχουν για ένα βιώσιμο μοντέλο ανάπτυξης;

Καταρχάς, συμφωνώ με όσα γράφει το μανιφέστο με τον τίτλο «Βάλτε τέλος στο σύστημα των ιδιωτικών πατεντών!»:

«Η υγειονομική κρίση θέλει ακόμα πολύ δρόμο για να επιλυθεί. Η βασική αιτία της κρίσης είναι ο ανεξέλεγκτος μετασχηματισμός της σχέσης μεταξύ του ανθρώπινου είδους και της φύσης. Η οικολογική κρίση και η κρίση υγείας είναι στενά συνδεδεμένες».

Η επίθεση των κυβερνήσεων και του μεγάλου κεφαλαίου κατά των πληθυσμών δεν θα αναχαιτιστεί εκτός αν εξαναγκαστούν να κάνουν παραχωρήσεις από ένα ευρύ και αποφασισμένο κίνημα.

Υπάρχουν πολλές επιθέσεις απέναντι στις οποίες πρέπει να υπάρξει αντίσταση: η επιτάχυνση της αυτοματοποίησης/ρομποτοποίησης της εργασίας, η γενίκευση της εργασίας από το σπίτι, όπου οι εργαζόμενοι είναι απομονωμένοι, έχουν ακόμα μικρότερο έλεγχο του χρόνου τους και πρέπει να αναλαμβάνουν οι ίδιοι πολύ περισσότερες από τις δαπάνες που σχετίζονται με τα εργαλεία της δουλειάς τους σε σχέση με αυτές που θα είχαν αν εργάζονταν στα γραφεία τους, η εξέλιξη της μάθησης εξ αποστάσεως που βαθαίνει την πολιτισμική και κοινωνική ανισότητα, η ενίσχυση του ελέγχου της ιδιωτικής ζωής και των προσωπικών δεδομένων, η ενίσχυση της καταστολής, κλπ.

Το ζήτημα του δημόσιου χρέους παραμένει ένα κεντρικό στοιχείο των κοινωνικών και πολιτικών αγώνων. Αυτό συνεχίζει να αυξάνεται γιατί οι κυβερνήσεις, προκειμένου να χρηματοδοτήσουν τις δαπάνες για την αντιμετώπιση της πανδημίας του Covid-19 χωρίς να φορολογήσουν τους πλούσιους, προσφεύγουν σε μαζικό δανεισμό. Εξ αιτίας αυτής της πολιτικής δεν θα αργήσει να έρθει ο καιρός που θα επαναληφθεί η επίθεση λιτότητας. Το αθέμιτο ιδιωτικό χρέος θα γίνει μια διαρκώς εντεινόμενη καθημερινή έγνοια των εργαζόμενων. Κατά συνέπεια, ο αγώνας για την κατάργηση του αθέμιτου χρέους πρέπει να αποκτήσει νέα δυναμική.

Οι αγώνες που έγιναν σε διάφορες ηπείρους τον Ιούνιο του 2020, κυρίως οι μαζικοί αντιρατσιστικοί αγώνες με επίκεντρο το κίνημα Black Lives Matter, δείχνουν ότι η νεολαία και οι εργατικές τάξεις δεν δέχονται το status quo. Οι τεράστιες λαϊκές κινητοποιήσεις που έγιναν το 2021 στην Κολομβία και πρόσφατα στη Βραζιλία είναι νέες ενδείξεις της μαζικής αντίστασης των λαών της Λατινικής Αμερικής.

Πρέπει να συμβάλλουμε όσο το δυνατόν περισσότερο στη δημιουργία ενός νέου και ισχυρού κοινωνικού και πολιτικού κινήματος ικανού να συνενώσει τους κοινωνικούς αγώνες και να επεξεργαστεί ένα πρόγραμμα που να υπερβαίνει τον καπιταλισμό και να προάγει αντικαπιταλιστικά, αντιρατσιστικά, οικολογικά, φεμινιστικά και σοσιαλιστικά ιδεώδη. Υπάρχουν κάποιοι στόχοι θεμελιώδους σημασίας που πρέπει να επιδιώξουμε, οι κυριότεροι από τους οποίους είναι οι εξής: η κοινωνικοποίηση των τραπεζών με την απαλλοτρίωση των μετοχών που ανήκουν σε λίγα άτομα ή φορείς, ένα μορατόριουμ στην αποπληρωμή του δημόσιου χρέους και ο έλεγχος του χρέους με τη συμμετοχή των πολιτών η οποία θα έχει στόχο την άρνηση αποπληρωμής του αθέμιτου μέρους του, η επιβολή υψηλού φορολογικού συντελεστή στα μεγάλα περιουσιακά στοιχεία και στα υψηλά εισοδήματα, η κατάργηση των άδικων ιδιωτικών χρεών (φοιτητικό χρέος, ενυπόθηκα δάνεια με καταχρηστικούς όρους), το κλείσιμο των χρηματιστηριακών αγορών που είναι χώροι κερδοσκοπίας, η ριζική μείωση των ωρών εργασίας (χωρίς απώλεια αμοιβών) προκειμένου να δημιουργηθεί ένας μεγάλος αριθμός κοινωνικά χρήσιμων θέσεων εργασίας, η ριζική αύξηση των δημοσίων επενδύσεων, ιδιαίτερα στους τομείς της υγείας και της εκπαίδευσης, η κοινωνικοποίηση των φαρμακευτικών εταιρειών και του τομέα της ενέργειας, η επανεγκατάσταση όσων περισσότερων βιομηχανιών είναι δυνατόν και η ανάπτυξη μικρών αλυσίδων εφοδιασμού.

 

Πριν από λίγα χρόνια είχες υποστηρίξει ότι το σοσιαλιστικό σχέδιο προδόθηκε, και ότι τον 21ο αιώνα πρέπει να επανεφευρεθεί. Ποια μορφή θα είχε ο σοσιαλισμός στο σημερινό κόσμο, και με ποιον τρόπο μπορεί να επιτευχθεί;

Σήμερα, το σοσιαλιστικό σχέδιο πρέπει να είναι φεμινιστικό, οικολογικό, αντικαπιταλιστικό, αντιρατσιστικό, διεθνιστικό και αυτοδιαχειριστικό. Το 2021 είναι η 150η επέτειος της Παρισινής Κομμούνας όταν ο λαός εγκαθίδρυσε μια μορφή δημοκρατικής αυτοδιαχείρισης. Η Κομμούνα ήταν ένας συνδυασμός αυτο-οργάνωσης και μορφών ανάθεσης εξουσίας που μπορούσε να αμφισβητηθεί ανά πάσα στιγμή, δεδομένου ότι όλες οι εντολές μπορούσαν να ανακληθούν με λαϊκή εντολή. Πρέπει να δηλωθεί σαφώς ότι η χειραφέτηση των καταπιεσμένων ή θα γίνει από τους ίδιους τους καταπιεσμένους, ή δεν θα γίνει ποτέ. Ο σοσιαλισμός θα επιτευχθεί μόνο αν οι λαοί του κόσμου θέσουν συνειδητά ως στόχο τους την δημιουργία του, και αν αποκτήσουν τη δυνατότητα να εμποδίσουν την αυταρχική ή δικτατορική υποβάθμιση και την γραφειοκρατικοποίηση της νέας κοινωνίας.

Το 1918 η Ρόζα Λούξεμπουργκ είχε πει κάτι που ισχύει και σήμερα: «η εξουσία των μεγάλων λαϊκών μαζών είναι αδιανόητη χωρίς μια ελεύθερη και ανεμπόδιστη πληροφόρηση και χωρίς το απεριόριστο δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι και του συνέρχεσθαι».

Και είχε προσθέσει:

«Η ελευθερία μόνο για τους υποστηρικτές της κυβέρνησης, μόνο για τα μέλη ενός κόμματος-όσο πολλά και αν είναι αυτά- δεν είναι ελευθερία. Ελευθερία σημαίνει πάντα και αποκλειστικά ελευθερία για εκείνον/ην που σκέφτεται διαφορετικά. Όχι εξαιτίας κάποιας φανατικής αντίληψης περί “δικαιοσύνης”, αλλά γιατί η εκπαιδευτική, η ολοκληρωτική και εξαγνιστική λειτουργία της πολιτικής ελευθερίας εξαρτάται από αυτό το ουσιώδες χαρακτηριστικό, και η δύναμή της χάνεται όταν η “ελευθερία” γίνεται “ειδικό προνόμιο”».

Σήμερα που βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μια πολυεπίπεδη κρίση του καπιταλισμού η οποία μας σπρώχνει στην άβυσσο εξαιτίας της περιβαλλοντικής κρίσης, η μεταρρύθμιση του καπιταλισμού δεν αποτελεί πια μια σωστή επιλογή. Θα ήταν απλώς ένα μικρότερο κακό, που δεν μπορεί να επιφέρει τις αναγκαίες αλλαγές που απαιτεί η σημερινή κατάσταση.

Πηγή: Η Εποχή