Η Υπόθεση Ντρέυφους είναι σε μεγάλο βαθμό γνωστή: μια τρομακτική πολιτική και δικαστική σκευωρία, ένα πολύπλευρο σκάνδαλο με αντισημιτικό κίνητρο και περιεχόμενο που σημάδεψε τη Γαλλία των τελευταίων χρόνων του 19ου αιώνα, αφήνοντας πληγές και ίχνη τόσο βαθιά που επί δεκαετίες βασάνιζαν τη χώρα. Γνωστή, μεν, αν και κατά καιρούς κάποιες «επίσημες αφηγήσεις» ή καλλιτεχνικές αναπαραστάσεις της υπόθεσης δεν φώτιζαν πλήρως ορισμένες «δύσκολες» πλευρές της που αποτελούσαν ταμπού και αφήνονταν να χαθούν στο σκοτάδι της λήθης. Για παράδειγμα, ίσως δεν αναδεικνύεται πάντα το κόστος, το τεράστιο τίμημα που κλήθηκε να πληρώσει ο ίδιος ο Ζολά για την πράξη του, προφανώς επειδή αναδεικνύει σε όλο της το μέγεθος τη θλιβερή κατάσταση μιας ολόκληρης κοινωνίας αλλά και τη σήψη ενός συστήματος σε όλες τις πλευρές του: στρατός, δικαστές, πολιτικό σύστημα, Τύπος και, βέβαια, μια άγρια, βάναυση «κοινή γνώμη». Όπως θυμίζει ο Θανάσης Τριαρίδης στον πρόλογό του, ο Ζολά «κατηγορήθηκε ως “προδότης της πατρίδας”, σύρθηκε στα δικαστήρια, προπηλακίστηκε, λιντσαρίστηκε, αντιμετώπισε οχετούς ύβρεων και πολλαπλές δολοφονίες χαρακτήρα, τα βιβλία του κάηκαν, το σπίτι του πετροβολήθηκε, ο ίδιος εξορίστηκε. Ακόμη και ο πολυσυζητημένος θάνατός του ενδέχεται να είναι η τελευταία πράξη της ανείπωτης βίας που δέχτηκε».
Το «Κατηγορώ…!» ήταν μια ανοιχτή επιστολή του Εμίλ Ζολά προς τον Φελίξ Φορ, τότε πρόεδρο της Δημοκρατίας της Γαλλίας. Δημοσιεύθηκε στην πρώτη σελίδα της εφημερίδας L’ Aurore, στις 13 Ιανουαρίου 1898, περίπου τριάμισι χρόνια μετά τη σύλληψη του Αλφρέντ Ντρέυφους. «Θα πω την αλήθεια γιατί υποσχέθηκα να τη λέω, εφόσον η δικαιοσύνη δεν επιλήφθηκε της υπόθεσης με τρόπο πλήρη και ακέραιο», λέει ο Ζολά, μια φράση που, δυστυχώς, δίνει διαχρονικότητα στο κείμενό του.
Όπως προαναφέρθηκε, ο Ζολά σύρθηκε στα δικαστήρια για το «Κατηγορώ…!». Στον τόμο αυτό περιλαμβάνεται και η απολογία του στο Ορκωτό Δικαστήριο («καταγγέλλω στη συνείδηση των έντιμων ανθρώπων την πίεση που ασκούν οι κρατικές αρχές στη Δικαιοσύνη της χώρας»), καθώς και ο επικήδειος λόγος του Ανατόλ Φρανς και η ομιλία του Ζαν Ζορές στη Βουλή.
Μια άλλη σημαντική πλευρά της Υπόθεσης Ντρέυφους είναι ότι με αυτήν, όπως θυμίζει και το πολύ κατατοπιστικό κείμενο της Μαίρης Καιρίδη, «αναδεικνύεται η μορφή του δημόσιου διανοουμένου που επαγρυπνά προκειμένου να καταγγείλει την καταπάτηση θεμελιωδών δικαιωμάτων και τη διαφθορά», αυτή η φιγούρα του/της παρεμβατικού/ής διανοούμενου/ης που για πολλά χρόνια σηματοδοτούσε, από διαφορετικές ιδεολογικές πλευρές, και όχι μόνο στη Γαλλία, τον δημόσιο διάλογο και που βρίσκεται ίσως στη ρίζα του ερωτήματος που επανέρχεται συχνά σήμερα, «γιατί δεν μιλάνε οι (σημερινοί) διανοούμενοι».
Η πληρέστατη αυτή έκδοση θέτει και ένα άλλο ερώτημα: αν μπορεί να γραφτεί λογοτεχνία «εν θερμώ», τη στιγμή δηλαδή μιας κρίσης ή ενός μεγάλου γεγονότος, ή αν πρέπει να περιμένει για να έχει τον χρόνο να το επεξεργαστεί. Το ότι τίθεται το ερώτημα δεν σημαίνει ότι έχει πάντα μια μονοσήμαντη απάντηση, το κείμενο της εισαγωγής πάντως καταθέτει με τον τρόπο του μια άποψη όταν μάς θυμίζει ότι τόσο ο Προυστ (ο οποίος αργότερα θα μιλήσει και για τους «αναδρομικά ντρεϋφουσικούς») όσο και ο Ανατόλ Φρανς γράφουν για την υπόθεση ταυτόχρονα με τις εξελίξεις, χωρίς μάλιστα να θυσιάσουν ούτε στο ελάχιστο τη λογοτεχνική ποιότητα των έργων τους. (Μια αποστομωτική απάντηση σε αυτό το ερώτημα, πάντως, είχε δώσει σε μια εκδήλωση στα Χανιά η συγγραφέας Κλαούδια Πινιέιρο λέγοντας πως, αν στην Αργεντινή περιμέναμε να γράψουμε λογοτεχνία μετά την κρίση, δεν θα γράφαμε ποτέ, αφού εδώ και χρόνια πάμε από τη μια κρίση στην άλλη.)
Υπάρχουν κοινωνίες που δεν αντέχουν εύκολα την ιστορική αλήθεια, και η ελληνική κοινωνία ξέρει πολλά γι’ αυτό το θέμα, και σίγουρα το θυμάται κάθε φορά που υπουργοί ή τηλεοπτικά κανάλια επαναλαμβάνουν μέχρι γελοιότητας μια γεμάτη ηρωισμούς και αποσιωπήσεις επίσημη «εθνική αφήγηση». Παρά τη συστηματική λογοκρισία, παρά το ταμπού που υπήρξε επί δεκαετίες (και σήμερα;) η Υπόθεση Ντρέυφους για τη Γαλλία, η Ιστορία τελικά αποτύπωσε την πραγματικότητα, τοποθετώντας στη θέση που τους αξίζει και τις δύο πλευρές: τόσο τον Ντρέυφους και τον Ζολά όσο και τους σκευωρούς αλλά και εκείνους που δημιούργησαν το κοινωνικό κλίμα για να στηθεί αυτή η σκευωρία.
Σήμερα, αυτό που ίσως έχει σημασία είναι να θυμάται κανείς ότι ο Ζολά εκείνη την εποχή ήταν ένας συγγραφέας ήδη καταξιωμένος, σεβαστός, ο οποίος όμως επέλεξε να παρέμβει σε αυτή τη σκοτεινή υπόθεση, σε κόντρα με την «κοινή γνώμη» και έχοντας προφανώς επίγνωση του κόστους για τον ίδιο, ενώ προφανώς «θα μπορούσε να έχει επιλέξει να παραμείνει στις δάφνες του» και να σιωπήσει, να μην εμπλακεί, να στρέψει το βλέμμα αλλού, να αθροίσει κι αυτός τον εαυτό του στο «νεκρό βάρος» της Ιστορίας, όπως έλεγε κι αυτός που μισούσε τους αδιάφορους.
Κώστας Αθανασίου