Συνεντεύξεις

Δημήτρης Βίτσας: «Υπήρχαν όλες οι προειδοποιήσεις και η κυβέρνηση κώφευε»

Η συζήτηση με τον βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ και πρώην υπουργού Δημήτρη Βίτσα ήταν να κινηθεί γύρω από την προεκλογική περίοδο, τη συγκρότηση ψηφοδελτίων και τη στρατηγική του ΣΥΡΙΖΑ. Το πολύνεκρο δυστύχημα στα Τέμπη ανέτρεψε αυτή τη συνεννόηση. Όπως φαίνεται η κυβέρνηση επιχειρεί διαχείριση του πολιτικού της κόστους και επιρρίπτει τις ευθύνες σε έναν εργαζόμενο. Η τακτική αυτή έχει προκαλέσει οργή. Όπως επισημαίνει ο Δ. Βίτσας «η κυβέρνηση δεν έχει δείξει καμία πρόθεση να αναλάβει δράση, ώστε να μην ξανασυμβεί ένα τέτοιο δυστύχημα, μένει μόνο στις ανούσιες υποσχέσεις για “ποτέ ξανά”».
 
Η θανατηφόρα σύγκρουση των τρένων ήταν σχεδόν προδιαγεγραμμένη, από τη στιγμή που δεν λειτουργούσε κανένα σύστημα ελέγχου και παρακολούθησης των δρομολογίων. Ο πρωθυπουργός μάλιστα είχε προγραμματισμένη ομιλία την περασμένη Τετάρτη, την επομένη του ατυχήματος, στο Κέντρο τηλεδιοίκησης-σηματοδότησης σιδηροδρομικού σταθμού βορείου Ελλάδος, με τον πρόεδρο των μηχανοδηγών ΟΣΕ να καταγγέλλει τη μη λειτουργία του συστήματος. Πώς αποτιμάς τη στάση της κυβέρνησης;
 
Οι συνδικαλιστές και οι γνωρίζοντες του σιδηροδρομικού συστήματος είχαν προειδοποιήσει πολλάκις την κυβέρνηση ότι είναι πολύ πιθανό να συμβεί ένα τέτοιο δυστύχημα. Και εμείς, ως ΣΥΡΙΖΑ, είχαμε φέρει το θέμα στη Βουλή με ερωτήσεις που έμειναν αναπάντητες και έθεταν ζητήματα ασφάλειας του σιδηροδρομικού δικτύου με κίνδυνο απραξίας της κυβέρνησης στην ανάταξη και συντήρηση της υποδομής. Επιπλέον, η χώρα είχε παραπεμφθεί στο ευρωπαϊκό δικαστήριο για τον μη εκσυγχρονισμό του σιδηροδρομικού δικτύου. Υπήρχαν λοιπόν όλες οι προειδοποιήσεις και η κυβέρνηση κώφευε, αφήνοντας το σιδηροδρομικό δίκτυο εν έτει 2023 να λειτουργεί εξολοκλήρου χειροκίνητα. Τώρα, επιλέγει, για μια ακόμα φορά, την πολιτική διαχείρισης του πολιτικού κόστους. Γι’ αυτό δεν υπάρχει καμία ουσιαστική ανάληψη της πολιτικής ευθύνης για την κατάσταση. Ο κ. Καραμανλής παραιτήθηκε από ευθιξία και ουδείς δεν ανέλαβε την ευθύνη για το γεγονός ότι δεν υπήρξε ο ελάχιστος εκσυγχρονισμός της κεντρικότερης γραμμής του σιδηροδρομικού δικτύου. Η κυβέρνηση από την πρώτη στιγμή, μέχρι και τώρα που μιλάμε, δεν έχει δείξει καμία πρόθεση να αναλάβει δράση, ώστε να μην ξανασυμβεί ένα τέτοιο δυστύχημα, μένει μόνο στις ανούσιες υποσχέσεις για «ποτέ ξανά».
 
 
Στο διάγγελμά του ο πρωθυπουργός όχι μόνο μηδένισε τις ευθύνες του υπουργού Μεταφορών, αλλά απέδωσε και το πολύνεκρο δυστύχημα σε «ανθρώπινο λάθος». Πρόκειται για μια στάση που προκάλεσε την οργή του κόσμου, στα σόσιαλ μίντια και στους δρόμους.
 
Το διάγγελμά του πρωθυπουργού μπορεί να χαρακτηριστεί και ως μνημείο υπεκφυγής. Προσπαθεί να αποσείσει τις ευθύνες, πρώτον από τον εαυτό του, δεύτερον από την κυβέρνησή του και να μεταφέρει τις ευθύνες σε εκείνους που δεν έχουν ευθύνες. Όταν δεν έχει προχωρήσει καθόλου τη φωτοσήμανση, όταν δεν έχει ενεργοποιήσει το διαλειτουργικό, ευρωπαϊκό σύστημα διαχείρισης σιδηροδρομικής κυκλοφορίας (ETCS) και όταν δεν έχει προχωρήσει κανένα σιδηροδρομικό έργο και μένει μονάχα στις εξαγγελίες, πώς μπορεί να βγαίνει δημόσια και να αποδίδει ένα πολύνεκρο δυστύχημα σχεδόν κατά αποκλειστικότητα στον σταθμάρχη; Και ύστερα, είναι εξοργιστικό να καταστέλλει τη διαμαρτυρία που οργανώθηκε αυθημερόν, για να εκφράσουν την ανησυχία της η κοινωνία.
 
 
Διανύουμε την προεκλογική περίοδο, χωρίς καν να έχουν προκηρυχθεί εκλογές. Εκτιμάς ότι το τραγικό αυτό συμβάν θα επηρεάσει την προεκλογική ατζέντα;
 
Στο μυαλό του κ. Μητσοτάκη, και κυρίως των συμβούλων του, δεν μπορώ να είμαι, αλλά σαφέστατα είναι ένα λαμπρό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο πολιτεύθηκε η κυβέρνηση τα τέσσερα αυτά χρόνια. Η γνώμη μου είναι ότι το δυστύχημα θα επηρεάσει πολύ περισσότερο την προεκλογική ατζέντα από άλλα, που ενδεχομένως είχαν «φουσκώσει» από τα μίντια. Η απόδοση των ευθυνών, όσο και αν το επιδιώξει η ΝΔ, δεν θα μπορέσει να αποφευχθεί, είναι πια φανερό.
 
 
Η ΤΡΑΙΝΟΣΕ ιδιωτικοποιήθηκε από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ-Οικολόγων Πράσινων ως μια ακόμα μνημονιακή υποχρέωση. Τώρα, είναι μια ευκαιρία ο ΣΥΡΙΖΑ να αναδείξει τις θέσεις του για τα δημόσια μέσα μεταφοράς και ενδεχομένως να μιλήσει για επανακρατικοποίηση;
 
Η ιδιωτικοποίηση της ΤΡΑΙΝΟΣΕ εκκρεμούσε ήδη από το 2010 ως υποχρέωση της χώρας, με ρήτρα 800 εκατ. ευρώ αν δεν εφαρμοζόταν. Επίσης, η ΤΡΑΙΝΟΣΕ είχε και έχει την ευθύνη για τα δρομολόγια, με την Ελλάδα να είναι η μόνη ευρωπαϊκή χώρα που δεν έχει κρατική υπηρεσία λειτουργίας των γραμμών και ενώ έχει την κρατική ευθύνη της υποδομής και της συντήρησης, έχει ιδιωτικοποιήσει τα κέρδη. Τώρα θα δούμε την ιδιωτική ΤΡΑΙΝΟΣΕ να διεκδικεί και αποζημιώσεις από τον ΟΣΕ. Όσα μας επέβαλλε η Ευρώπη με τα πρώτα μνημόνια και την κατάτμηση του σιδηροδρομικού δικτύου είναι πια σαφές ότι δεν απέδωσε. Τώρα είναι ευκαιρία –άλλωστε αυτή είναι και η τάση διεθνώς, το βλέπουμε και στη Μ. Βρετανία όπου έχει ιδιωτικοποιηθεί το δίκτυο- να υπάρξει επανακρατικοποίηση.
 
 
Τις προηγούμενες μέρες, είχαν πέσει όλοι οι προβολείς πάνω στον ΣΥΡΙΖΑ και συγκεκριμένα σε μια ανάρτηση του Παύλου Πολάκη, η οποία αποτέλεσε την αφορμή του αποκλεισμού του από τα ψηφοδέλτια και της σύγκλησης της Επιτροπής Δεοντολογίας. Θεωρείς ότι το συγκεκριμένο συμβάν θα πλήξει τον ΣΥΡΙΖΑ προεκλογικά; Και ύστερα, ποιος πρέπει να είναι ο τρόπος που το κόμμα διαχειρίζεται τέτοια συμβάντα;
 
Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει καταστατικό το οποίο ψηφίστηκε στο τελευταίο του συνέδριο και παρά τα κενά του, διασφαλίζει τον ενιαίο τρόπο λειτουργίας του κόμματος. Ενώ κάθε στέλεχος, κάθε μέλος του ΣΥΡΙΖΑ έχει δικαίωμα να λέει τη γνώμη του δημόσια, κάνοντας σαφές πως πρόκειται για προσωπική άποψη, η ανάρτηση του Παύλου έρχεται πρώτον σε κόντρα με αποφάσεις που έχει πάρει το κόμμα και δεύτερον γίνεται στη χειρότερη δυνατή περίοδο, δηλαδή πριν από τις εκλογές, δίνοντας ένα όπλο στα χέρια της ΝΔ και πλήττοντας εν τέλει τον ΣΥΡΙΖΑ. Εδώ, λοιπόν, δεν έχουμε απόψεις οι οποίες εκφράζονται με λαθεμένο τρόπο, αλλά έχουμε λάθος απόψεις, που εκφράζονται με λαθεμένο τρόπο. Γι’ αυτό η γνώμη μου είναι να τεθεί εκτός ψηφοδελτίων. Είναι, όμως, στο χέρι μας να ορθώσουμε ένα τείχος ενότητας, με βάση τις πολιτικές μας θέσεις, απέναντι στους πολιτικούς μας αντιπάλους. Αυτό μπορούν να το διασφαλίσουν μόνο οι συλλογικές μας διαδικασίες, με τις συλλογικές αποφάσεις να έχουν έναν διαπαιδαγωγικό και όχι τιμωρητικό χαρακτήρα.
 
 
Υπάρχει εντός του κόμματος η άποψη ότι ο Π. Πολάκης είχε δώσει στο παρελθόν, αλλά και πρόσφατα, ικανές αφορμές που δεν είχαν αντιμετωπιστεί από το κόμμα.
 
Πράγματι. Θυμάμαι, μάλιστα, στο συνέδριο τον Πολάκη να δείχνει στελέχη του κόμματος που είχαν παίξει έναν ρόλο στη διαμόρφωση θέσεων και να τα κατηγορεί για αντικομματική δράση. Η άποψή μου είναι ότι όταν συμβαίνουν τέτοια περιστατικά πρέπει επιτόπου το κόμμα να παρεμβαίνει και να μην προστατεύει το άτομο. Όταν όμως κάτι δεν το έχεις πιάσει στον καιρό του, θα έρθει ο καιρός που θα βγει αυτό μπροστά και θα σε αναγκάσει να παρέμβεις. Όπως λένε οι Κινέζοι, ο καλύτερος καιρός να φυτέψεις ένα δέντρο είναι πριν είκοσι χρόνια, ο δεύτερος καλύτερος είναι να το κάνεις τώρα.
 
 
Η αυτεπάγγελτη παρέμβαση της εισαγγελίας εις βάρος του Πολάκη έχει προκαλέσει την αντίδραση σύσσωμης της Αριστεράς…
 
Η Εισαγγελία δεν έχει καμία δουλειά να ποινικοποιήσει την πολιτική ζωή του τόπου και την πολιτική έκφραση, και μάλιστα επιλεκτικά.
 
 
Ένα άλλο ζήτημα που μονοπώλησε το ενδιαφέρον των μίντια είναι η καταδίκη του Νίκου Παππά από το ειδικό δικαστήριο. Η δικαστική αυτή κρίση είναι υπό κρίση. Τι θεωρείς ότι σηματοδοτεί;
 
Ο ΣΥΡΙΖΑ εξαρχής μίλησε για πολιτική δίωξη. Το ξεκίνησε η ΝΔ και την πέρασε δια της πλειοψηφίας από τη Βουλή. Στην πορεία της δίκης αποδείχθηκε πως δεν υπήρξε καμία λογική να εκμεταλλευτεί ο Ν. Παππάς τη θέση του για να φτιάξει κάποιο κανάλι. Άλλωστε, εκ του αποτελέσματος δεν συνέβη κάτι τέτοιο. Επομένως, στην ουσία καταδικάστηκε –αν το δούμε από την πλευρά των κατήγορων- για την πρόθεση που του καταλόγισαν. Και είναι να απορεί κανείς αν στην ελληνική δικαιοσύνη προβλέπεται να δικάζεται η πρόθεση.
 
 
Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει επιλέξει ως προεκλογικό σύνθημα το «Δικαιοσύνη Παντού». Έχοντας απτά παραδείγματα περί μη απόδοσης της δικαιοσύνης, πώς θα διεκδικήσει το σύνθημά του να γίνει πράξη;
 
Γίνεται ένα σύνηθες λάθος. Δεν εννοούμε ως Δικαιοσύνη μονάχα τον τρόπο απονομής της δικαιοσύνης στη χώρα, αλλά και τους κανόνες δικαίου. Διεκδικούμε, επομένως, δικαιοσύνη σε όλους τους τομείς της κοινωνικής μας ζωής: στην εργασία, στην εκπαίδευση, στην προσωπική μας ζωή, στις ευκαιρίες που μας δίνονται. Με αυτή την έννοια, το πρόγραμμά μας δεν είναι στατικό αλλά κινείται σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής μας.
 
 
Με τη μιντιακή υπεροχή πώς θα περάσετε τις θέσεις σας, όταν η κυβέρνηση είναι αυτή που ορίζει την ατζέντα και τα μίντια είναι αυτά που προβάλλουν τις θέσεις κυρίως και σχεδόν κατά αποκλειστικότητα της κυβέρνησης.
 
Πάντοτε η Αριστερά πάλευε με αυτούς τους όρους. Δεν είναι καινούρια η συνθήκη. Έχουμε μάθει να διεκδικούμε το δίκιο μας και να είμαστε παρόντες και παρούσες στα κινήματα είτε αφορούν ένα τοπικό θέμα είτε αφορούν ένα κυρίαρχο αίτημα. Όσο κινούμαστε έτσι, τόσο θα γίνονται γνωστές οι θέσεις μας, αφού αφουγκράζονται τα πανκοινωνικά συμφέροντα και αποτελούν αιτήματα και συλλογικές διεκδικήσεις.
 
 
Ως άνθρωπος που γνωρίζει την δυτική Αθήνα, ποια είναι τα ζητήματα που αναδεικνύονται στην περιοχή αυτή;
 
Η δυτική Αθήνα καταρχάς αντιμετωπίζει πολύ έντονα ό,τι αντιμετωπίζει όλη η χώρα: φτώχεια, ανεργία, ευαλωτότητα, ανισότητες. Επιπρόσθετα, η δυτική Αθήνα όπως και η δυτική Αττική αντιμετωπίζονται σαν την πίσω αυλή της Αθήνας. Το κυριότερο, μάλιστα, πρόβλημα είναι το ΧΥΤΑ Φυλής, ο οποίος θα έπρεπε να είχε κλείσει. Υπάρχουν σχέδια επί σχεδίων για τα ΧΥΤΥ ή την ανακύκλωση, όμως η πραγματικότητα είναι ότι οι κάτοικοι της Πετρούπολης, του Καματερού, του Ιλίου, των Αγίων Αναργύρων υφίστανται καθημερινά στην ποιότητα ζωής τους τις επιπτώσεις της ύπαρξης του ΧΥΤΑ. Πρόσφατα διάβαζα μια τοποθέτησή μου πριν τριάντα χρόνια, και ακόμα το αίτημα παραμένει ίδιο. Πρέπει να κλείσει ο ΧΥΤΑ. Ένα ακόμα ζήτημα που γνωρίζουν διαχρονικά οι κυβερνήσεις είναι ότι το λαθρεμπόριο ορυκτών καυσίμων εδράζεται στην δυτική Αττική.
 
Τελευταία, με την πώληση της ΕΝΑΕ (Ναυπηγεία Σκαραμαγκά), γεννήθηκε κι άλλο θέμα. Η δημιουργία σταθμού LNG και παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας μέσα στην πόλη, στο Χαϊδάρι. Οι κάτοικοι δικαίως ανησυχούν και κινητοποιούνται ενάντια. Όμως, εκτός του τοπικού υπάρχει και άλλο συνολικό θέμα. Η εγκατάσταση των ΕΝΑΕ γειτνιάζει με τον Ναύσταθμο του Πολεμικού Ναυτικού. Φαντάζομαι πως όλοι αντιλαμβάνονται τους κινδύνους…
 

Ιωάννα Δρόσου, Παύλος Κλαυδιανός