Συνεντεύξεις

Δημήτρης Τζανακόπουλος: Η προστασία των εργαζομένων απαιτεί πολιτική αλλαγή

«Η πτώση της κυβέρνησης της Ν.Δ. και η ανάληψη της διακυβέρνησης από ένα ευρύ μέτωπο δυνάμεων από την Αριστερά, την πολιτική οικολογία και την αριστερή Σοσιαλδημοκρατία αποτελεί όχι μόνο αναγκαίο, αλλά και εφικτό πολιτικό στόχο» τονίζει στην ΑΥΓΗ της Κυριακής ο Δημήτρης Τζανακόπουλος, μία εβδομάδα μετά το κρίσιμο Προγραμματικό, Διαρκές Συνέδριο. Η ομφαλοσκόπηση δεν είναι η λύση για τον κοινοβουλευτικό εκπρόσωπο της Νέας Αριστεράς, ειδικά μπροστά στη μεγάλη μάχη που έχει να δώσει η Αριστερά σε ένα δύσκολο διεθνές και εσωτερικό πολιτικό πεδίο για το πώς θα αλλάξει τα δεδομένα υπέρ των λαϊκών τάξεων.

Η τραγωδία στα Τρίκαλα είναι άλλη μια ένδειξη της αδιαφορίας της κυβέρνησης για την εργατική τάξη. Πώς θα μπορούσε να αποφευχθεί;

Δεν πρόκειται εδώ απλώς για αδιαφορία, για κρατικές παραλείψεις από αμέλεια που οδήγησαν στον τραγικό θάνατο των πέντε εργατριών στα Τρίκαλα. Μόνο το 2025 θρηνήσαμε τουλάχιστον 201 νεκρούς εργάτες, ενώ 335 τραυματίστηκαν βαριά σε αντίστοιχα περιστατικά.

Αυτό, ξαναλέω, δεν είναι αποτέλεσμα αδιαφορίας, αλλά ενεργητικής πολιτικής αποδιάρθρωσης κάθε προστασίας της εργασίας. Είναι στρατηγική. Εδώ και 7 χρόνια η Ν.Δ. ξηλώνει μεθοδικά και συστηματικά τις ρυθμίσεις κατοχύρωσης δικαιωμάτων των εργαζομένων· από το 8ωρο μέχρι τις Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας και από την αιτιολογημένη απόλυση μέχρι τα 13ωρα, έχει διαλύσει τους ελεγκτικούς μηχανισμούς, ενθαρρύνει την εργοδοτική ασυδοσία και αυθαιρεσία στο όνομα της ανταγωνιστικότητας του ελληνικού κεφαλαίου. Για να πέσουν οι μισθοί, να μειωθεί το κόστος παραγωγής -η τήρηση κανόνων υγείας και ασφάλειας είναι για το κεφάλαιο κόστος-, να αυξηθεί το ποσοστό κέρδους. Δεν είναι καθόλου τυχαίο το γεγονός ότι την ώρα που το πραγματικό εργατικό εισόδημα μειώνεται, τα κέρδη των εισηγμένων σημειώνουν αυξήσεις που φτάνουν και το 1.000% μέσα σε επτά χρόνια. Η προστασία της ζωής και της αξιοπρέπειας της εργατικής τάξης, επομένως, απαιτεί αντιστροφή των κοινωνικών προτεραιοτήτων υπέρ της εργασίας. Και αυτό δεν είναι δουλειά μόνο των συνδικάτων. Απαιτεί πολιτική -και κυβερνητική- αλλαγή.

Η Νέα Αριστερά βάζει πλέον στην άκρη την «κυβερνησιμότητα» γιατί δεν είναι ώριμες οι συνθήκες;

Δεν θα το έλεγα. Η Νέα Αριστερά -με την απόφαση του Συνεδρίου της- τουλάχιστον αναγνωρίζει ότι η πτώση της κυβέρνησης της Ν.Δ. και η ανάληψη της διακυβέρνησης από ένα ευρύ μέτωπο δυνάμεων από την Αριστερά, την πολιτική οικολογία και την αριστερή Σοσιαλδημοκρατία αποτελεί όχι μόνο αναγκαίο, αλλά και εφικτό πολιτικό στόχο.

Ταυτόχρονα όμως δεν παραγνωρίζουμε και την ανάγκη της δικής μας πολιτικής και οργανωτικής ενίσχυσης. Από τη μεριά μου τουλάχιστον, εκτιμώ ότι οι δύο αυτοί στόχοι δεν είναι αντιφατικοί μεταξύ τους. Αντίθετα, θεωρώ ότι το κόμμα φτιάχνει το μέτωπο και το μέτωπο φτιάχνει το κόμμα.

Με λίγα λόγια, η Νέα Αριστερά αναζητώντας και προωθώντας πολιτικές συμμαχίες με εμπιστοσύνη στις θέσεις και τις επεξεργασίες της, την ποιότητα του πολιτικού της δυναμικού και την συσσωρευμένη εμπειρία της σε πολλαπλά πεδία αγώνα, μπορεί να ενισχύσει την πολιτική της παρουσία και επιρροή. Αυτή τη στιγμή, και ενδεχομένως οποιαδήποτε στιγμή, η αναδίπλωση στον εαυτό, το φοβικό κλείσιμο, η αυτάρκεια και η επιμονή στην αυτοδικαίωση δεν μπορούν να δώσουν απαντήσεις στα πραγματικά προβλήματα των εργαζόμενων τάξεων. Περισσότερο θυμίζουν τη στάση των «όμορφων ψυχών» που δεν θέλουν να λερώσουν τα χέρια τους, όπως θα το έθετε και ο Χέγκελ.

Η πολυδιάσπαση του αριστερού προοδευτικού χώρου ευνοεί την κυβέρνηση και την αντιπολιτική. Πώς θα καταφέρουν τα αριστερά κόμματα να εκπροσωπήσουν την κοινωνία εάν μείνουν εκτός Βουλής;

Είναι κοινός τόπος ότι η κυβερνητική πολιτική ισχύς έχει σήμερα μειωθεί εντυπωσιακά σε σχέση με δύο χρόνια πριν. Το δυσβάστακτο κόστος ζωής, η μείωση του πραγματικού εισοδήματος, τα αλλεπάλληλα σκάνδαλα, η διάβρωση του κράτους Δικαίου και των θεσμών οδηγούν σε ένα γενικευμένο αίσθημα δυσαρέσκειας. Το πρόβλημα σήμερα είναι ότι -παρά τη μείωση της πολιτικής της ισχύος- η κυβέρνηση δεν έχει αντίπαλο που να μπορεί να την αμφισβητήσει επί ίσοις όροις.

Η κρίση τού όλου ΣΥΡΙΖΑ έχει δημιουργήσει ένα πολιτικό κενό που μέχρι στιγμής δεν έχει καλυφθεί. Και δεν υπάρχει καμία πολιτική δύναμη που αυτή τη στιγμή μπορεί να το καλύψει από μόνη της. Επομένως, το ζήτημα δεν είναι το αν η Αριστερά στις διάφορες εκδοχές της θα εκπροσωπείται στο Κοινοβούλιο. Κατά πάσα πιθανότητα κάποια από αυτές ή και περισσότερες θα εκπροσωπούνται. Αλλά δεν ξέρω κατά πόσο αυτό μπορεί να αλλάξει τα δεδομένα για τις λαϊκές τάξεις.

Το θέμα είναι ότι δεν βρισκόμαστε σήμερα στη φάση ενός επελαύνοντος καπιταλισμού, όπως συνέβαινε π.χ. στα τέλη της δεκαετίας του ΄90 ή του 2000. Τότε μιλούσαμε για την κοινωνία των δύο τρίτων, ενώ ο νεοφιλελευθερισμός αποσπούσε τεράστιες λαϊκές συναινέσεις. Εκεί η στρατηγική της Αριστεράς έπρεπε να είναι διαφορετική αλλά δεν ήταν επουδενί μια στρατηγική αναδίπλωσης και κλεισίματος, όπως παρουσιάζεται όψιμα. Εν πάση περιπτώσει, το θέμα είναι ότι σήμερα έχουμε να κάνουμε με μια «πολυκρίση» και με μια κοινωνία του ενός τετάρτου. Αν λοιπόν η απάντηση προς όφελος των λαϊκών τάξεων -και από θέση κυβερνητικής ευθύνης- δεν προκύψει από τις δυνάμεις της ευρύτερης Αριστεράς, θα προκύψει από την άκρα Δεξιά. Αυτή είναι η μεγάλη μάχη της εποχής μας και μέχρι στιγμής τα αποτελέσματα δεν είναι ενθαρρυντικά.

Ποιο θεωρείτε ότι είναι το πολιτικό αποτύπωμα του Προγραμματικού Συνεδρίου της Νέας Αριστεράς; Ποιο είναι το νέο στοιχείο που εισφέρει σε σχέση με την απόφαση της Κεντρικής Επιτροπής του Νοεμβρίου;

Δεν σας κρύβω ότι δεν ήταν ένα εύκολο Συνέδριο. Θεωρώ ότι κάτι τέτοιο ωστόσο είναι απολύτως λογικό σε αυτή τη φάση της παγκόσμιας κρίσης και της πολιτικής ρευστότητας στην Ελλάδα. Η Αριστερά σε όλες τις εκδοχές της, από την μετριοπαθή Σοσιαλδημοκρατία έως τη ριζοσπαστική Αριστερά βρίσκεται σε στρατηγική αμηχανία που οδηγεί σε διαρκή, και ενδεχομένως αναγκαία, ενδοσκόπηση και αυτό δεν είναι μόνο ελληνικό φαινόμενο. Η μεγάλη νίκη του Μαμντάνι στις δημοτικές εκλογές της Νέας Υόρκης ή το θετικό αποτύπωμα της Ισπανικής κυβέρνησης συνεργασίας Κεντροαριστεράς/Αριστεράς, πάντοτε συγκριτικά με ό,τι συμβαίνει στον κόσμο, δεν πρέπει να μας ξεγελούν.

Η Ακροδεξιά καλπάζει κερδίζοντας τη μία εκλογική νίκη μετά την άλλη, η κυβέρνηση Τραμπ οδηγεί τις ΗΠΑ σε έναν ιδιότυπο εμφύλιο και αμφισβητεί ευθέως το μεταπολεμικό status quo· ένας γενικευμένος πόλεμος δεν συνιστά πλέον αδιανόητη εξέλιξη. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο επιχειρήσαμε στο συνέδριο της Νέας Αριστεράς μια σύνθεση -εν γνώσει μας- διαφορετικών οπτικών για την υπέρβαση αυτής της κρίσης. Μένει βεβαίως να φανεί, αν αυτή η σύνθεση θα αποδειχτεί προωθητική· θεωρώ όμως ότι οφείλουμε να προσπαθήσουμε.

Κατερίνα Μπρέγιαννη
Η ΑΥΓΗ