Macro

Δημήτρης Παπανικολόπουλος: Ριζοσπαστική αριστερά, νεοφιλελεύθερη αριστερά, πράσινη αριστερά

Είμαστε στην τελική ευθεία για την αναμενόμενη σύγκρουση μεταξύ της αριστερής και της δεξιάς πτέρυγας του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ. Το επίδικο είναι η ταυτότητα του κόμματος. Το πρόβλημα προέκυψε από τη στιγμή που ο πρώην πρόεδρός του θεώρησε αφενός (στο πλαίσιο των επιβεβλημένων από την απλή αναλογική συμμαχιών) ότι με το ΠΑΣΟΚ υπήρχε προγραμματική σύγκλιση και αφετέρου (στο πλαίσιο της κριτικής στις μητσοτακικές παρακολουθήσεις) ότι ο Νίκος Ανδρουλάκης είναι αξιόπιστος συνομιλητής. Τα όρια μεταξύ των δύο χώρων έγιναν έτι περαιτέρω πορώδη με την είσοδο δεκάδων χιλιάδων μελών προερχόμενων από άλλους χώρους, στην πλειονότητά τους πιο δεξιών από τα τότε υπάρχοντα μέλη του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ. Η στρατηγική ήττα των διπλών βουλευτικών εκλογών, εξαιτίας κυρίως του θολού μηνύματος που εξέπεμπε η ηγεσία του κόμματος, άνοιξε τον δρόμο για την εκλογή Κασσελάκη που μεγέθυνε το ταυτοτικό πρόβλημα του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, μιας και ο νέος πρόεδρος, όπως ο ίδιος έχει παραδεχθεί, ήταν νεοφιλελεύθερος, είναι τώρα, όπως ισχυρίζεται, λιγότερο νεοφιλελεύθερος, δεν έχει, όπως πάλι έχει πρόσφατα παραδεχθεί, συγκροτημένο πολιτικό όραμα, και σίγουρα δεν έχει καμία σχέση με την εγχώρια ή διεθνή Αριστερά.

Νεοφιλελεύθερη Αριστερά

Ο Κασσελάκης μπολιάζει με νεοφιλελεύθερα στοιχεία τον λόγο του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, αδιαφορώντας για το γεγονός ότι το εν λόγω κόμμα είναι καταστατικά αντινεοφιλελεύθερο και ότι ποτέ δεν αποδέχθηκε την ιδιοκτησία του τρίτου μνημονίου. Οι υποστηρικτές του εντός του κόμματος καταπίνουν τη νεοφιλελεύθερη κάμηλο περιμένοντας ίσως την ανταμοιβή τους σε περίπτωση αποχώρησης ενός μεγάλου μέρους του στελεχιακού δυναμικού. Δείχνουν να ανέχονται τις εξάρσεις του «αριστερού επιχειρηματία» και αυτός δείχνει αποφασισμένος να εφαρμόσει την προσωπική του ατζέντα. Ο ίδιος βέβαια αγνοεί ότι δεν υπάρχει κοινωνικοπολιτική ζήτηση για ένα ακόμα κόμμα διαχείρισης, για ένα ακόμα ΠΑΣΟΚ, ενώ οι υποστηρικτές του αγνοούν ότι ο πολιτισμικός φιλελευθερισμός που επιδεικνύει ο Κασσελάκης (παραβιάζοντας ανοιχτές θύρες) δεν αντισταθμίζει τον νεοφιλελευθερισμό του στα ζητήματα της οικονομίας, της εργασίας, της παιδείας κ.λπ. Η Νεοφιλελεύθερη Αριστερά συνιστά προφανώς αντίφαση εν τοις όροις, υπάρχει μόνο στα σενάρια του Sex and the city και στο μυαλό ορισμένων υποστηρικτών του Δημοκρατικού Κόμματος στις ΗΠΑ.

Ριζοσπαστική Αριστερά

Ο ΣΥΡΙΖΑ υπήρξε εξαρχής κόμμα της Ανανεωτικής και Ριζοσπαστικής Αριστεράς και ως τέτοιο δοκιμάστηκε ως κόμμα διακυβέρνησης. Έκτοτε όμως συνέβησαν ορισμένα σημαντικά πράγματα. Πρώτον, οι ριζοσπαστικές συνιστώσες του κόμματος έφυγαν το 2015, ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ απώλεσε τη ριζοσπαστική του δυναμική λόγω εφαρμογής του τρίτου μνημονίου και λόγω κυβερνητισμού. Δεύτερον, η αντίσταση στον νεοφιλελευθερισμό δεν τελεσφόρησε με αποτέλεσμα στα χρόνια της κρίσης να συντελεστεί ένας βίαιος νεοφιλελεύθερος μετασχηματισμός της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας. Στο πλαίσιο αυτό, δύσκολα η αριστερή πτέρυγα του υπάρχοντος ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ μπορεί να ισχυριστεί ότι εκπροσωπεί κάποια Ριζοσπαστική Αριστερά, ενώ και από την πλευρά της κοινωνίας δεν υπάρχει ανάλογο αίτημα. Αίτημα υπάρχει για μια Αριστερά ευρύχωρη και συμπεριληπτική. Η διπλή ανάγκη για πολιτικό πλουραλισμό και πολιτική ενότητα καθιστά την ταυτοτική υπερεξειδίκευση συνταγή πολιτικής απομόνωσης. Η δε αδυναμία ικανοποίησης των ριζοσπαστικών υπεσχημένων εντείνει την αναξιοπιστία και την απαξίωση. Φυσικά, η Αριστερά πρέπει να είναι «ανανεωτική», «ριζοσπαστική», «διεθνιστική», «πατριωτική» (όχι εθνικιστική), «οικολογική», «φεμινιστική» κ.λπ. Δεν είναι υποχρεωτικό όμως όλα αυτά να αναγράφονται στον τίτλο ενός κόμματος, ειδικά όταν εννοούνται ή, αντιθέτως, όταν αποτελούν βερμπαλισμό. Ωστόσο, είναι απαραίτητο ο λιτός τίτλος ενός κόμματος να καλύπτει το μείζον κοινωνικό αίτημα. Και, κατά τη γνώμη μου, υπάρχει κοινωνικό αίτημα τόσο για μια αντινεοφιλελεύθερη Αριστερά όσο και για ένα Πράσινο κόμμα. Το ταυτοτικό πρόβλημα του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, επομένως, δεν θα λυθεί ούτε με τη μετατροπή του σε νεοφιλελεύθερο κεντρώο κόμμα ούτε με την απλή επιστροφή του στις ταυτοτικές ρίζες, αλλά με μια υπέρβαση.

Πράσινη Αριστερά

Την εποχή της αλλαγής του ονόματος του κόμματος σε ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία είχα ταχθεί προσωπικά υπέρ της συγκρότησης μιας Κοκκινοπράσινης Συμμαχίας με το σκεπτικό ότι το επίδικο της εποχής μας είναι τόσο η συνάρθρωση της ατζέντας της Αριστεράς και των Πρασίνων όσο και της συμμαχίας μεταξύ των όμορων πολιτικών χώρων. Επανέρχομαι στην ανάγκη συγκρότησης μιας Πράσινης Αριστεράς για τους παρακάτω λόγους: Α) Το μεγαλύτερο πρόβλημα που αντιμετωπίζουμε είναι η κλιματική κρίση και η προσαρμογή στα νέα δεδομένα απαιτεί οριζόντιες πολιτικές και όχι ένα ακόμα υπουργείο ή ένα ακόμα κεφάλαιο στα κομματικά προγράμματα. Ως εκ τούτου, η δική μας Αριστερά πρέπει να μετασχηματιστεί, να εργαστεί προς αυτή την κατεύθυνση και να δώσει το αντίστοιχο σήμα στην κοινωνία. Οι φυσικές καταστροφές των τελευταίων χρόνων αλλάζουν από μόνες τους την πολιτική ατζέντα. Β) Ο μετασχηματισμός του χώρου σε Πράσινη Αριστερά δεν θα ανταποκριθεί μόνο στο βασικό αίτημα της εποχής μας, αλλά θα βοηθήσει το χώρο να αποκτήσει διακριτή ταυτότητα και παρουσία μεταξύ ΚΚΕ και ΠΑΣΟΚ, με το βλέμμα στις επόμενες δεκαετίες και όχι στην επόμενη εκλογική αναμέτρηση. Γ) Ο χώρος έχει μεγάλη ανάγκη από προγραμματική και στελεχιακή ανανέωση, καθώς και από νέες κοινωνικοπολιτικές συμμαχίες και εκ νέου επαφή με την κινηματική δράση και τις πρωτοβουλίες των πολιτών. Η επανατοποθέτηση στο χώρο της αντιπολίτευσης επιβάλλεται, καθώς οι σχέσεις με τις αριστερές κινηματικές δυνάμεις έχουν διαρραγεί ανεπανόρθωτα. Η σχέση με τη νεολαία μπορεί να ανακτηθεί, αν δοθεί πολιτική διέξοδος στις περιβαλλοντικές της ευαισθησίες και το πάθος της για αλλαγή τρόπου ζωής προκειμένου να μην γίνει ολοκαύτωμα.

Το ζητούμενο είναι αν στον ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ ως σύνολο ή στο στελεχιακό δυναμικό που πιθανότατα θα αποχωρήσει από αυτόν υπάρχει η θέληση για μοίρασμα του πολιτικού και προγραμματικού λόγου, καθώς και των θέσεων ευθύνης και των πόρων, με καινούργιο κόσμο από το χώρο της οικολογίας, του φεμινισμού κ.λπ. Όμως, η προσπάθεια αναβάπτισης ενός φθαρμένου πολιτικού προσωπικού στα νερά της οικολογίας, χωρίς αυτοκριτική και πολιτική γενναιοδωρία προς τον νέο κόσμο, θα θεωρηθεί ένας ακόμα τακτικισμός.

Ο Δημήτρης Παπανικολόπουλος είναι διδάκτορας Πολιτικής Επιστήμης και ερευνητής στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου.

Η ΕΠΟΧΗ