Πριν από ακριβώς 70 χρόνια, μόλις έξι χρόνια μετά τη λήξη του Εμφυλίου, τα κόμματα του Κέντρου και της Αριστεράς δημιούργησαν τη Δημοκρατική Ένωση προκειμένου να αποτρέψουν την ΕΡΕ να εγκαθιδρύσει ένα δεξιό καθεστώς με τη βοήθεια ενός καλπονοθευτικού νόμου. Τελικά δεν τα κατάφεραν, αλλά όχι γιατί η συνεργασία τους δεν ήταν αποτελεσματική: πήραν περισσότερες ψήφους από την ΕΡΕ, αλλά η τελευταία εξασφάλισε περισσότερες έδρες εξαιτίας του εν λόγω καλπονοθευτικού συστήματος.
Εάν μπορούσαν αυτοί/ές να κάνουν κάτι τέτοιο, μπορούμε και εμείς σήμερα να κάνουμε κάτι αντίστοιχο. Φυσικά, μπορεί κάποιος/α να επισημάνει ότι ήταν μεγάλη η «αντικειμενική» ανάγκη τότε, έπρεπε να επουλωθούν οι πληγές ενός καταστρεπτικού εμφυλίου. Σωστό. Από την άλλη, το «υποκειμενικό» κατόρθωμα ήταν εξίσου μεγάλο: τα βρήκαν μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα παρατάξεις (Κέντρο και Αριστερά) που βρέθηκαν σε διαφορετικά στρατόπεδα στον Εμφύλιο –και όσο να πεις το ρήγμα του Εμφυλίου ήταν πιο βαθύ από του τρίτου μνημονίου…
Βέβαια, από τότε μέχρι σήμερα η ελληνική πολιτική ζωή εξακολούθησε να είναι ταραχώδης, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί τόσο μια πολιτική κουλτούρα που δυσκολεύει τις συνεργασίες όσο και θεσμούς που τις καθιστούσαν προαιρετικές. Πρόκειται για δομικά εμπόδια. Όμως και η πολιτική, οικονομική και κοινωνική μας ζωή άλλαξε δομικά από το ξέσπασμα της κρίσης. Παρ’ όλα αυτά ούτε η πολιτική κουλτούρα ούτε το πολιτικό σύστημα έχουν τροποποιηθεί προς μια κατεύθυνση που θα μας επέτρεπε να αναζητήσουμε νέες λύσεις στα νέα μας προβλήματα. Είμαστε πλέον μια κοινωνία μπλοκαρισμένη, εγκλωβισμένη σε πολιτικές και ψυχολογικές αδράνειες.
Για να είμαι δίκαιος, βέβαια, οφείλω να αναφέρω την απόπειρα θέσπισης της απλής αναλογικής από τον ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, η οποία όμως ναυάγησε με ευθύνη τόσο των άλλων κομμάτων του αριστερού ημισφαιρίου όσο και του ίδιου του Αλέξη Τσίπρα. Ο τελευταίος ζήτησε καθαρή νίκη του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ ώστε να μην δημιουργήσει «κυβέρνηση ηττημένων». Αυτή, σε ρητορικό επίπεδο, ήταν μια καθαρή απαξίωση/υπονόμευση της ίδιας της ιδέας της απλής αναλογικής.
Όχι ότι είχε διαμορφωθεί μια πολιτική κουλτούρα που θα μπορούσε να υποστηρίξει αυτή τη θεσμική αλλαγή. Παρ’ όλες τις κυβερνητικές συνεργασίες την εποχή των μνημονίων, τίποτα δεν είχε αλλάξει. Αυτές είχαν θεωρηθεί αναγκαστικές, ενώ εκ των υστέρων είχαν υποστεί σφοδρή κριτική από όλες τις πλευρές. Το δε big bang που συνέβη στο ελληνικό κομματικό σύστημα από την είσοδο της Ελλάδας στα μνημόνια και μετά δημιούργησε πολλά μικρά κόμματα που, ακόμα και αν δεν διεκδικούν με σοβαρούς όρους να πρωταγωνιστήσουν, δεν διανοούνται να συνεργαστούν με άλλα όμορα κόμματα, πηγαίνοντας την ελληνική συγκρουσιακή πολιτική κουλτούρα σε άλλα επίπεδα. Όμως, αυτός ο πληθωρισμός ανήμπορων κομμάτων διαμαρτυρίας συμβάλλει τόσο στη συλλογική διαμαρτυρία όσο και στη συλλογική ανημπόρια. Κάποια κόμματα εκφράζουν κάτι ιδεολογικό/ταυτοτικό αλλά τίποτα κοινωνικό και άλλα εκφράζουν κάτι κοινωνικό αλλά τίποτα ιδεολογικό/ταυτοτικό, σε ένα κομματικό τοπίο όπου τα πρόσωπα κυριαρχούν εκφράζοντας την κρίση της αντιπροσώπευσης και των μεγάλων αφηγήσεων, καθώς και τη μεσοποίηση/μιντιοποίηση της πολιτικής σε ένα έδαφος καλπάζουσας εξατομίκευσης.
Στο πλαίσιο αυτό, πολλοί και πολλές εισηγούνται συνεργασίες σε προγραμματικό πλαίσιο. Τις περισσότερες φορές πρόκειται για προσχηματικές δηλώσεις, χωρίς ειλικρίνεια, χωρίς επαναληπτικότητα, επιμονή και κινήσεις πολιτικής γενναιοδωρίας. Ένδειξη προσχηματικότητας είναι και οι υπερβολικές απαιτήσεις από τους δυνητικούς συμμάχους. Έχω γράψει σχετικά στο παρελθόν, οπότε θα περιοριστώ να αναφέρω πως το ΚΚΕ και τα εξωκοινοβουλευτικά κόμματα της Αριστεράς που επιτυγχάνουν κατά καιρούς συμμαχίες μόνο με τον εαυτό τους είναι χαρακτηριστικά παραδείγματα (προς αποφυγή). Έχω γράψει επίσης ότι η ενότητα δεν έπεται του προγράμματος αλλά προηγείται, αφού το κάνει εφικτό και πειστικό.
Ωστόσο, το πρόβλημα με την ιδέα περί συνεργασίας στη βάση προγραμματικής σύγκλισης, ακόμα και όταν είναι ειλικρινής, αντιμετωπίζει νέα εμπόδια, κοινωνιοψυχολογικού χαρακτήρα. Η εν λόγω ιδέα, λοιπόν, είναι ρασιοναλιστική, καθώς προϋποθέτει συλλογικά υποκείμενα που υπολογίζουν ψύχραιμα και ψυχρά, ανεπηρέαστα από συναισθήματα και συλλογικές ταυτότητες. Τέτοια υποκείμενα δεν υπάρχουν. Αντιθέτως, τα κόμματα και οι πολιτικοί χώροι εν γένει είναι ομάδες και διαμορφώνονται μέσα στο πλαίσιο διομαδικών σχέσεων που παράγουν έντονα συναισθήματα και ταυτοτικές περιχαρακώσεις. Επομένως, πριν φτάσουμε να μιλάμε ψύχραιμα, πρέπει να νιώσουν οι εμπλεκόμενοι ότι ανήκουν στην ίδια ομάδα, ότι δεν υπάρχει εξωομαδική υποτίμηση, ότι υπάρχει καλό κλίμα. Φαντάζομαι πως καταλαβαίνετε πόσο αστείο/ασόβαρο είναι αυτό που συμβαίνει τώρα: αμοιβαίες αντεγκλήσεις, γενικευμένη επιθετικότητα, και ταυτόχρονες δηλώσεις υπέρ των συνεργασιών. Πρόκειται τόσο για παραγνώριση της κοινωνιοψυχολογικής πραγματικότητας των δυομαδικών σχέσεων που επιτρέπουν ή όχι την ψύχραιμη συζήτηση, όσο και για εξώφθαλμη κοροϊδία.
«Έλα εδώ, ρε αλήτη, πουλημένε, να συνεργαστούμε».
«Πρώτα θα λες ό,τι λέω, θα χάσεις τη δική σου ταυτότητα, και μετά».