Macro

Δημήτρης Παπανικολόπουλος: Αυτοκριτική και αποτίμηση του 2015-2019

Όλο και πιο συχνά ακούγεται τόσο στο εσωτερικό της καθ’ ημάς Αριστεράς όσο και έξω από αυτήν ότι όσοι υπήρξαν μέρος της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ το 2015-2019 πρέπει να κάνουν κριτική, αν θέλουν να τους ξαναεμπιστευθεί ο κόσμος. Να μου επιστρέψετε να διαφωνήσω, αφού πω μια κουβέντα γι’ αυτό που θεωρείται η αιτία της ανάγκης για αυτοκριτική: το αντιΣΥΡΙΖΑ μένος, που υποτίθεται ότι ακολουθεί και τη Νέα Αριστερά. Κατά τη δική μου κατανόηση, το γενικευμένο μένος ενάντια στη ΝΔ το 1981 και το 1993, καθώς και το γενικευμένο μένος ενάντια στο ΠΑΣΟΚ το 1989-1990, ήταν εξίσου μεγάλο με το μένος κατά του ΣΥΡΙΖΑ. Και φυσικά, δεν υπάρχει λόγος να ξεχάσουμε το γενικευμένο μένος κατά αμφοτέρων ύστερα από την υπογραφή και του δεύτερου Μνημονίου. Τίποτα πρωτοφανές, δηλαδή, δεν υπάρχει στο αντιΣΥΡΙΖΑ μένος. Απλώς ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είχε την κοινωνική γείωση που είχαν τα προηγούμενα κόμματα, προκειμένου να αντισταθεί αποτελεσματικά στην γενικευμένη επίθεση από πολιτικούς αντιπάλους και ΜΜΕ και να ανακόψει την πτώση.
 
 
Γιατί αυτοκριτική;
 
 
Κανένα κόμμα που έχασε εκλογές δεν έκανε την αυτοκριτική που ζητείται από όσους και όσες συμμετείχαν στην κυβέρνηση του 2015-2019. Εκτός φυσικά από τις γνωστές γενικολογίες τύπου «λάθη και παραλήψεις υπήρξαν» (χωρίς να κατονομάζονται) ή τις εξίσου ακίνδυνες παρατηρήσεις τύπου «δεν υπήρξαμε πιο πολύ τολμηροί μπλα μπλα» ή «υποτιμήσαμε μπλα μπλα». Επομένως, αυτοί που ζητούν αυτοκριτική από τους πρωταγωνιστές του 2015-2019, ειδικά όταν βρίσκονται εκτός του συγκεκριμένου πολιτικού χώρου, απλώς συνεχίζουν την κριτική που σκοπό έχει την περαιτέρω απαξίωση.
 
Εκείνο δε που προσωπικά με εντυπωσιάζει περισσότερο είναι ότι αγνοούνται τόσο ο επίσημος απολογισμός που βγήκε από το κόμμα όσο και τα βιβλία που έγραψαν στελέχη (Μπαλτάς, Δουζίνας) και ολόκληρες ομάδες στελεχών της κυβερνώσας Αριστεράς (ομάδα Τσακαλώτου, ομάδα Γαβρόγλου). Πότε υπήρξε κάτι παρόμοιο;
 
Έπειτα, πρέπει να συνυπολογιστούν και τα άπειρα άρθρα γνώμης από ακαδημαϊκούς προσκείμενους στον συγκεκριμένο πολιτικό χώρο, αλλά και από απλά μέλη του κόμματος. Φυσικά, οι κριτικές αυτές είναι συχνά ασύμβατες μεταξύ τους. Όμως, η πλουραλιστική αυτοκριτική είναι αυτή που αρμόζει σε έναν χώρο ιδεολογικού πλουραλισμού. Η αυτοκριτική που θα ήταν μονοφωνική θα ταίριαζε σε έναν χώρο μονολιθικό. Άρα, μήπως, εκτός από υποβολιμαίο και εκ του περισσού (το πιάσατε έτσι;), αυτό που ζητείται είναι και αδύνατο;
 
 
Αποτίμηση
 
 
Η αποτίμηση φυσικά είναι πάντα χρήσιμη και πάντα ατελής. Γι’ αυτό δεν πρέπει να σταματά. Αποτελεί απαραίτητο στοιχείο του αναστοχασμού. Μέχρι τώρα έχει κυριαρχήσει το εξής αφήγημα: «Βγάλαμε τη χώρα από τα Μνημόνια, ρυθμίσαμε το χρέος, αποσοβήσαμε την ανθρωπιστική κρίση, μειώσαμε την ανεργία, αυξήσαμε τον κατώτατο μισθό, επαναφέραμε τη χώρα στην ανάπτυξη, κάναμε έντιμη διαχείριση, λύσαμε το χρονίζον πρόβλημα με τη Βόρεια Μακεδονία. Υλοποιήσαμε όμως ένα νεοφιλελεύθερο πρόγραμμα που περιείχε λιτότητα, απορρύθμιση και ιδιωτικοποιήσεις, αφού υπογράψαμε το τρίτο Μνημόνιο». Πρόσφατα προστέθηκε και η αυτοκριτική Τσίπρα για τους χειρισμούς με τις τηλεοπτικές άδειες και το σκάνδαλο Novartis, καθώς και η ανασκευή της Νέας Αριστεράς σχετικά με τις εξορύξεις. Πολλά μπορούν να προστεθούν, όμως εγώ θα μιλήσω μόνο για ένα κρίσιμο θέμα που θεωρώ ότι απουσιάζει από τη σχετική συζήτηση.
 
Θεωρώ ότι από το παραπάνω αφήγημα λείπει ένα βασικό θετικό: η φορολογική συνέπεια, που είναι στοιχείο εκσυγχρονισμού του κράτους. Το ελληνικό κράτος, από τη σύστασή του κιόλας, είχε μεγάλο πρόβλημα στο να εναρμονίζει στόχους και μέσα. Η εκτεταμένη διαφθορά ναρκοθετούσε έτι περαιτέρω την προσπάθεια επίτευξης των στόχων. Τα Greek Statistics ήταν ένα λογικό παρεπόμενο. Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ κατάφερε, έστω και στο πλαίσιο των μνημονιακών της υποχρεώσεων, να πιάνει τους στόχους που είχε θέσει. Το «πλαστικό χρήμα» (η ηλεκτρονική κάρτα) και οι εκτεταμένοι έλεγχοι επέτρεψαν στην κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ να ανταποκρίνεται στους στόχους του προϋπολογισμού. Με την επάνοδο της ΝΔ στην κυβέρνηση, επανήλθε και η εκτεταμένη φοροδιαφυγή. Και οι συμμετέχοντες στην κυβέρνηση 2015-2019 ενσωματώνουν ως αυτοκριτική την κριτική που τους γίνεται για υπερφορολόγηση, α) αντί να αναδείξουν ότι η φοροδιαφυγή που ξέφυγε επί Καραμανλή του νεότερου ευθύνεται για την απότομη άνοδο των ελλειμάτων και την είσοδό μας στα Μνημόνια, που οδήγησαν σε οικονομική καταστροφή, β) αντί να καταδείξουν ότι χάρη σε αυτά τα χρήματα από τη συνεπή φορολογία η ΝΔ κατάφερε να στηρίξει τους εργαζομένους στην πανδημία, γ) αντί να τονίζουν ότι θα ξαναχρεωκοπήσουμε άπαξ και η ΝΔ ξαναστηρίζει την πολιτική της κυριαρχία στο ότι επιτρέπει την εκτεταμένη φοροδιαφυγή των επιχειρηματιών και των ελευθέρων επαγγελματιών, δ) αντί να λένε ξεκάθαρα ότι το ανεπτυγμένο κοινωνικό κράτος και η αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης και των κλιματικών καταστροφών είναι ζητήματα σύμφυτα με τη συνεπή φορολογία, ε) αντί να υποστηρίζουν με σθένος ότι οι φόροι μπορούν να μειωθούν χωρίς να κινδυνεύει η δημοσιονομική ισορροπία μόνο όταν πληρώνονται.
 
Από την κυρίαρχη αφήγηση, όμως, λείπει και ένα σύστοιχο αρνητικό: η επιλογή να δοθεί 13η σύνταξη στους απόμαχους της ζωής, αντί να καταργηθεί η προκαταβολή φόρου για μικρομεσαίες επιχειρήσεις και ελεύθερους επαγγελματίες. Όπως ήδη έγραψα, η προσπάθεια εμπέδωσης φορολογικής συνείδησης θα απαιτούσε συνέπεια και από την πλευρά της κυβέρνησης: Όσο εσείς πληρώνετε, τόσο εμείς μειώνουμε τους φόρους.
 
Ο Δημήτρης Παπανικολόπουλος είναι διδάκτορας Πολιτικής Επιστήμης και ερευνητής στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου.