Οι δεκαπέντε νεκροί της Χίου έρχονται να προστεθούν στους εκατοντάδες νεκρούς του ναυαγίου της Πύλου, συμπληρώνοντας τον μακάβριο κατάλογο των ανθρώπων που έχασαν τη ζωή τους στο πλαίσιο του δόγματος περί «αποτρεπτικής πολιτικής» που εφαρμόζει η κυβέρνηση Μητσοτάκη. Ένας κατάλογος που δεν πρόκειται να κλείσει, όσο το δόγμα αυτό παραμένει ενεργό.
Η κυβέρνηση και το κόμμα της ΝΔ, ως προς το συγκεκριμένο θέμα, ακολουθούν μια στρατηγική σε δύο σκέλη: ο επίσημος μηχανισμός της εφευρίσκει δικαιολογίες για τους νεκρούς με μια λιγότερο ή περισσότερο συγκεκαλυμμένη ακροδεξιά ρητορική, ανάλογα με αυτόν ή αυτήν που τοποθετείται. Και, την ίδια στιγμή, ο ανεπίσημος εξαπολύει κατά κύματα ακροδεξιό μίσος και δηλητήριο, το οποίο διαφέρει ελάχιστα ή και καθόλου από τον λόγο των νεοναζιστών. Από τον συνδυασμό αυτό, προκύπτει ένα ξεκάθαρο δεδομένο: η ΝΔ καθιστά σαφές ότι η βασική της επιδίωξη δεν είναι να αρνηθεί την ευθύνη για τους θανάτους, αλλά μάλλον το αντίθετο. Η φράση «πιστεύω το Λιμενικό», πέρα από την επίκληση για την αποδοχή των επίσημων καταθέσεων των υπεύθυνων του Σώματος, επιδιώκει και την επίτευξη της πλήρους αποδοχής του Λιμενικού, ό,τι κι αν κάνει. «Πίστευε και μη έρευνα», λοιπόν, καθώς η «ακεραιότητα των συνόρων» τίθεται ως το υπέρτατο κριτήριο, πέρα και πάνω από όλα τα υπόλοιπα.
Ακούμε, λοιπόν, συχνά διάφορες επικλήσεις σχετικά με τα σύνορα της χώρας, τα οποία η κυβέρνηση οφείλει να προασπίζεται. Από πού κι ως πού η προάσπιση των συνόρων απαιτεί τον θάνατο μεταναστών; Από πού και ως πού οι μετανάστες μπορούν να χαρακτηρίζονται ως «εισβολείς»; Ένοπλοι προσέρχονται; Ή μήπως είναι αξιωματικοί του τουρκικού στρατού;
Τι σημαίνει επίσης ο άθλιος όρος «λαθρομετανάστης» ή –πιο ήπια– «παράνομος μετανάστης»; Οι Έλληνες μετανάστες που μετακινήθηκαν προς τις ΗΠΑ, παραδείγματος χάρη, μαζικά κατά τα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ού αιώνα ήταν όλοι «νόμιμοι»; Για ποιο λόγο αυτός που αναγκάζεται να φύγει από τον τόπο του είναι «λαθραίος», ενώ ο «επενδυτής» από την ίδια χώρα παίρνει και golden visa;
Η κυβέρνηση, λοιπόν, «φυλάει τα σύνορα». Μάλιστα. Αφού λοιπόν δεν θέλει να έρθουν οι «εισβολείς» στη χώρα, για ποιο λόγο δεν τους συλλαμβάνει; Με ποιο δικαίωμα ασκεί πρακτικές που έχουν ως αποτέλεσμα την απώλεια ζωών, ακόμα κι αν αυτές –οι ζωές– είναι «παράνομες»; Μήπως δεν έχει τον απαραίτητο μηχανισμό να τους συλλάβει αφού πατήσουν σε ελληνικό έδαφος και κατόπιν να τους απελάσει;
Και για ποιο λόγο δεν επιχειρεί να συλλάβει και τους διακινητές, που πράγματι επιτελούν άθλιο ρόλο. Στο πλαίσιο, ωστόσο, του άθλιου ρόλου της, οι διακινητές διακινούν ανθρώπους ανάλογα με το χρηματικό ποσό που έχουν να διαθέσουν. Όσοι και όσες έχουν παραπάνω χρήματα, δεν πρόκειται να διακινδυνεύσουν τη ζωή τους μέσω της θαλάσσιας οδού. Για όλα υπάρχει διατίμηση. Σε κάθε περίπτωση, θα είχε ενδιαφέρον να μάθουμε ποιοι είναι αυτοί οι διακινητές και από πού προέρχονται.
Είναι προφανές πως η κυβέρνηση επιθυμεί αίμα. Καμία «παρανομία» και καμία «αθλιότητα» δεν δικαιολογεί τους νεκρούς. Το αίμα αυτό είναι χρήσιμο στην κυβέρνηση, γιατί λειτουργεί καθησυχαστικά για τους υποτελείς. Αφενός τους προσφέρει την ψευδαίσθηση της ασφάλειας στο εσωτερικό της επικράτειας. Αφετέρου, τους προσφέρει την ψευδαίσθηση της υπεροχής, σε σχέση με τον πιο αδύναμο. Και, το κυριότερο, τους προσφέρει έναν εχθρό πολύ βολικό, προκειμένου να διαχειρίζονται την καθημερινή μιζέρια. Με άλλα λόγια, η διαχείριση του ταξικού μίσους χρειάζεται ανθρώπινες ζωές.