Διαβάζοντας τα προγράμματα της Αριστεράς, και ακόμα χειρότερα της κεντροαριστεράς, διαπιστώνουμε ότι ελάχιστα αναφέρονται στη συγκέντρωση του πλούτου, της οικονομικής και πολιτικής ισχύος και καμιά αναφορά στις εταιρείες που συγκροτούν τον αστερισμό της οικονομικής ισχύος. Κι όμως είναι αυτές οι εταιρείες που παίζουν καθοριστικό ρόλο στη λήψη των αποφάσεων που αφορούν την παραγωγή, τη διανομή, τις τιμές αλλά και την καταστροφή των μικρότερων παραγωγών. Παρά τη συγκέντρωση του πλούτου, της οικονομικής αλλά και της πολιτική ισχύος δεν είναι μέρος του δημόσιου διαλόγου τα ολιγοπώλια, οι ιδιωτικοποιήσεις, όπως και η εξαγορά ολόκληρων περιοχών οικονομικής δραστηριότητας από τα funds (κλινικές, ασφαλιστικές, Real Estate). Τα κόμματα συνήθως ξεπερνούν την ενοχλητική υποχρέωση με τη γενικόλογη προγραμματική διατύπωση για την ανάγκη «αλλαγής του παραγωγικού μοντέλου», που μπορεί να σημαίνει τα πάντα και τίποτα. Λίγες οι εξαιρέσεις, μεταξύ αυτών η Νέα Αριστερά, που στο πρόσφατο προγραμματικό της συνέδριο διατύπωσε δέσμη προτάσεων εναντίον της συγκέντρωσης του πλούτου και της πολιτικής ισχύος, προτάσεις εναντίον των καρτέλ και του πληθωρισμού της απληστίας.
Η ελληνική ιδιαιτερότητα
Σε αντίθεση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, όπου η συγκέντρωση οφείλεται κυρίως σε τεχνολογικές εξελίξεις και καινοτομία, στην Ελλάδα καθοριστικό ρόλο έπαιξαν πολιτικές επιλογές: ιδιωτικοποιήσεις, εκούσια παράδοση της διαχείρισης κρίσιμων υποδομών στο ιδιωτικό κεφάλαιο, αποδυνάμωση ρυθμιστικών αρχών και έλλειψη ουσιαστικής εποπτείας.
Το αποτέλεσμα είναι η παγίωση ολιγοπωλιακών δομών σε κρίσιμους κλάδους της οικονομίας, με σοβαρές επιπτώσεις στην ακρίβεια, την ανταγωνιστικότητα και την κοινωνική συνοχή. Ιδιαίτερα στο θέμα της ακρίβειας που αναδιανέμει τα εισοδήματα και αφορά τη μεγάλη πλειονότητα της ελληνικής κοινωνίας, ο ρόλος των ολιγοπωλίων είναι καθοριστικός. Στο πλαίσιο του άρθρου γίνεται προσπάθεια συνοπτικής καταγραφής της κυριαρχίας των ολιγοπωλίων σε κρίσιμους τομείς της ελληνικής οικονομίας.
Τραπεζικός τομέας: Οι τέσσερις συστημικές τράπεζες (Εθνική, Πειραιώς, Alpha και Eurobank) ελέγχουν περίπου το 95% της αγοράς. Αποτέλεσμα αυτής της συγκέντρωσης (υψηλότερης στην ΕΕ) είναι οι τέσσερις τράπεζες να καταγράφουν τους υψηλότερους δείκτες κερδοφορίας και μερισματικής απόδοσης στην Ευρώπη εκμεταλλευόμενες την απουσία εναλλακτικών λύσεων για καταθέτες και δανειολήπτες. Παράλληλα, με την πιστωτική πολιτική που ακολουθούν αποκλείουν τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις από την πρόσβαση σε δανειακά κεφάλαια εξυπηρετώντας με αυτόν τον τρόπο τα σχέδια ενδυνάμωσης των ολιγοπωλίων και στους άλλους κλάδους της οικονομίας.
Ηλεκτρική ενέργεια: Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΑΔΜΗΕ (Δεκεμβρίου 2025), τρεις εταιρείες (ΔΕΗ, METLEN, ΗΡΩΝ) ελέγχουν σχεδόν το 80% της αγοράς φορτίου (κατανάλωση), με τη ΔΕΗ να διατηρεί δεσπόζουσα θέση (49,72%). Στην καθαρή παραγωγή ΔΕΗ (52,96%) και METLEN (25,16%) ελέγχουν το 80% της αγοράς. Η συγκέντρωση της αγοράς και η δεσπόζουσα θέση της ΔΕΗ σε αυτήν επιβάλλουν την επαναφορά της εταιρείας στο δημόσιο έλεγχο, παράλληλα με την αποδέσμευση της χώρας από το χρηματιστήριο ενέργειας.
Καύσιμα: Δύο όμιλοι (Helleniq Enenrgy και Motor Oil) ελέγχουν σχεδόν όλη τη διύλιση και εμπορία και επωφελούνται από τη διεθνή αναταραχή (Ουκρανία, Μέση Ανατολή) για να αυξήσουν σε πρωτοφανή επίπεδα τα περιθώρια διύλισης.
Τηλεπικοινωνίες: Τρεις εταιρείες (COSMOTE, NOVA, VODAFONE) ελέγχουν το σύνολο σχεδόν της σταθερής και κινητής τηλεφωνίας, του διαδικτύου και της συνδρομητικής τηλεόρασης. Ενδεικτικά στοιχεία της κακής ποιότητας των παρεχόμενων υπηρεσιών αποτελούν η αμφισβήτηση χρεώσεων λογαριασμών, οι αναφορές για συνεχιζόμενες βλάβες, η χαμηλή ποιότητα και η άρνηση παροχής εύλογων υπηρεσιών
Αγροδιατροφικός τομέας: Οι εισαγωγές στα τρόφιμα και ζώντα ζώα υπερέβησαν τα 6 δισ. ευρώ σε ετήσια βάση, ενώ οι εξαγωγές κινήθηκαν γύρω στα 2,5 δισ. ευρώ, παγιώνοντας εμπορικό έλλειμμα άνω των 3,5 δισ. ευρώ (ΕΛΣΤΑΤ, Εξωτερικό εμπόριο). Δεν πρόκειται για συγκυριακή απόκλιση αλλά για διαρθρωτικό χαρακτηριστικό της ελληνικής οικονομίας. Πίσω από αυτό το έλλειμμα βρίσκεται η απουσία διατροφικής επάρκειας σε βασικά αγαθά (γάλα, βοδινό και χοιρινό κρέας, μαλακό σιτάρι, καλαμπόκι, πατάτες, όσπρια, ξηροί καρποί κ.ά.). Όσον αφορά τη γεωργική παραγωγή, το 80% των λιπασμάτων προέρχεται από το εξωτερικό, γεγονός που συνδέει άμεσα το κόστος παραγωγής με τις διεθνείς τιμές ενέργειας και φυσικού αερίου. Στην κτηνοτροφία, η παραγωγή ζωοτροφών εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από εισαγόμενο καλαμπόκι και κυρίως από εισαγόμενη σόγια και σογιάλευρο. Τούτων δοθέντων, η διαμαρτυρία των παραγωγών ότι δεν «βγαίνουν» και ότι η παραμονή τους στον κλάδο γίνεται αδύνατη, είναι απόλυτα ειλικρινής. Στον κλάδο της μεταποίησης τροφίμων, καταγράφεται σημαντική συγκέντρωση, ενώ οι περισσότερες επιχειρήσεις (90%) στη βιομηχανία τροφίμων-ποτών ανήκουν στην κατηγορία πολύ μικρές επιχειρήσεις, η αξία παραγωγής προέρχονται από τις πολύ μεγάλες επιχειρήσεις που συνήθως είναι θυγατρικές διεθνών ομίλων (Νestle, Kraft, Barilla, Pepsico).
Αλυσίδες Λιανικής (super markets): Τέσσερις αλυσίδες (Σκλαβενίτης, ΑΒ, Μετρό, Μασούτης) συγκεντρώνουν πάνω από το 70% του κύκλου εργασιών (στοιχεία 2024). Η υψηλή συγκέντρωση του κλάδου (η οποία συνεχώς διευρύνεται, βλέπε εξαγορά «Κρητικού» από «Μασούτη») φέρνουν σε θέση ισχύος τα super markets έναντι των προμηθευτών και των καταναλωτών. Ενδεικτικό ότι οι τιμές παραγωγού και οι τιμές στο ράφι απέχουν έτη φωτός
Κατασκευαστικές εταιρείες: Σύμφωνα με κλαδική μελέτη, (STOCHASIS, Οκτώβριος 2020), οι πέντε μεγαλύτερες τεχνικές εταιρείες της 7ης τάξης, βάσει κύκλου εργασιών, κατείχαν το 76% περίπου της εξεταζόμενης αγοράς (σε αξία) το 2019, η οποία αποτελεί ολιγοπώλιο με υψηλούς φραγμούς εισόδου. Επιπλέον, υπάρχει σύμπραξη των μεριδίων αγοράς στην κατασκευή μεγάλων δημοσίων έργων, καθώς και σύμπραξη στη διάρθρωση του κόστους και στην παραγωγική ικανότητα μεταξύ ανταγωνιστικών εταιρειών.
Αυτοκινητόδρομοι: Η διαχείριση των αυτοκινητοδρόμων από ομίλους εταιρειών στους οποίους κυρίαρχο, αν όχι αποκλειστικό, ρόλο παίζουν οι κατασκευαστικές εταιρείες, με πρώτη τη ΓΕΚ-ΤΕΡΝΑ, είναι μία ακόμη απόδειξη της ισχύος τους. Η ΓΕΚ-ΤΕΡΝΑ διαχειρίζεται (μόνη της ή σε κοινοπραξία) την Αττική Οδό, την Εγνατία, την Ιόνια, τον Ε65 (Κεντρική Ελλάδα), τον ΒΟΑΚ και την Ολυμπία Οδό. Η κυβέρνηση της ΝΔ έχει επιλέξει να απόσχει από κάθε εποπτεία και έλεγχο της τήρησης των συμβάσεων παραχώρησης. Τελευταία πράξη επιβεβαίωσης αυτής της επιλογής το κλείσιμο της εταιρείας ΕΓΝΑΤΙΑ ΟΔΟΣ ΑΕ που με την εμπειρία και το καταρτισμένο προσωπικό θα μπορούσε να αναλάβει τον έλεγχο και την εποπτεία των αυτοκινητοδρόμων.
Λιμάνια: Η ιδιωτικοποίηση των λιμανιών Πειραιά, Θεσσαλονίκης, Ηγουμενίτσας και Ηρακλείου δημιούργησε ιδιωτικά μονοπώλια που ελέγχουν το σύνολο σχεδόν της διακίνησης εμπορευμάτων (εμπορευματοκιβωτίων και γενικού φορτίου) με αποτέλεσμα τις μεγάλες αυξήσεις στα τέλη ελλιμενισμού που προκάλεσαν τις εύλογες διαμαρτυρίες των χρηστών (βλέπε ανακοινώσεις Διεθνούς Ναυτικής Ένωσης).
Ακτοπλοΐα: Σύμφωνα με την Επιτροπή Ανταγωνισμού, η ακτοπλοϊκή αγορά έχει χαρακτηριστικά ολιγοπωλίου, με δύο μεγάλες εταιρείες-ομίλους (Attica και Minoan Lines) να κατέχουν το 60% του στόλου στην ακτοπλοΐα μεσαίων και μεγάλων αποστάσεων. Παρά την πλήρη απορρύθμιση της αγοράς με την άρση του καμποτάζ, η ποιότητα της ακτοπλοϊκής υπηρεσίας (ηλικία στόλου, χρόνος ταξιδιού κ.λπ.) και η προσβασιμότητα πολλών νησιών παραμένουν χαμηλές (με εξαίρεση ορισμένες γραμμές με αυξημένη τουριστική κίνηση). Ο επικείμενος διαγωνισμός για τις άγονες γραμμές (τετραετούς διάρκειας, συνολικού ύψους 668 εκατ.) πριμοδοτεί, ουσιαστικά, τις δύο εταιρείες.
Ασφαλιστικές εταιρείες: Η εγχώρια ασφαλιστική αγορά χαρακτηρίζεται από σημαντική συγκέντρωση, ιδιαίτερα στις επιχειρήσεις που ασκούν εργασίες ασφαλίσεων ζωής και σε αυτές που ασκούν ταυτοχρόνως ασφαλίσεις ζωής και κατά ζημιών. Κι αυτό καθώς οι πέντε μεγαλύτερες εξ αυτών κατέχουν το 87% της σχετικής αγοράς, ενώ οι πέντε μεγαλύτερες ασφαλιστικές επιχειρήσεις κατέχουν μερίδιο που ανέρχεται σε 61% της σχετικής αγοράς
Συμπεράσματα
Η εντεινόμενη ολιγοπωλιακή διάρθρωση της ελληνικής οικονομίας δεν αποτελεί αναπόφευκτο αποτέλεσμα της αγοράς, αλλά, κυρίως, προϊόν πολιτικών επιλογών. Σε μια μικρή οικονομία όπως η ελληνική, η ανοχή –ακόμα περισσότερο η ενίσχυση– τέτοιων συγκεντρώσεων οδηγεί σε υψηλές τιμές, μειωμένη παραγωγικότητα και κοινωνικές ανισότητες. Η κυβέρνηση της ΝΔ, στην επταετία της διακυβέρνησής της, έκανε τα πάντα προκειμένου να ενισχύσει τις μεγάλες επιχειρήσεις, τους «εθνικούς πρωταθλητές», προκειμένου η συγκέντρωση κεφαλαίου να γίνει ισχυρότερη.
Μόνο που αυτή η πολιτική επιλογή οδήγησε στην περαιτέρω υποβάθμιση της παραγωγικής ικανότητας της χώρας και στην αύξηση των ανισοτήτων και του «πληθωρισμού της απληστίας». Η ενεργή κρατική παρέμβαση προς όφελος των καταναλωτών, της παραγωγής και ιδιαίτερα της προστασίας των μικρών παραγωγών και η ενίσχυση του ρόλου των ρυθμιστικών αρχών αποτελούν τις ελάχιστες αναγκαίες προϋποθέσεις για μια βιώσιμη και κοινωνικά δίκαιη ανάπτυξη.