Micro

Χιλιάδες βέβηλοι

Πάρα πολύ καλά έπραξαν όσοι είχαν την ιδέα της οργάνωσης και οι χιλιάδες που ανταποκρίθηκαν στην πρόσκληση για την πρόσφατη επίσκεψη στη Μακρόνησο. Όσοι, όμως, έχουν τη συνήθεια να κοιτάζουν με εμβρίθεια το δάχτυλο που τους δείχνει το φεγγάρι, αντί να δουν το γεγονός και να προσπαθήσουν να το ερμηνεύσουν, να παρέμβουν και οι ίδιοι ενεργά σε ένα φαινόμενο που, δεν μπορεί, κάτι θέλει να πει, βρήκαν την εύκολη λύση: βάφτισαν την επίσκεψη σχεδιασμένη υποκριτική ενέργεια του ΣΥΡΙΖΑ, τη συνέδεσαν αυθαίρετα με την επίσημη επίσκεψη ελληνικής αντιπροσωπίας στην Ουάσιγκτον (παρά το γεγονός ότι όταν οργανώθηκε δεν είχε καν προσδιοριστεί η ημερομηνία του ταξιδιού στις ΗΠΑ) και έβγαλαν πύρινους λόγους επιδεικνύοντας ένα παμπάλαιο και σεκταριστικό πνεύμα αποκλεισμού και αποκλειστικής χρήσης τής Μακρονήσου από τους «ιδιοκτήτες» της.

Αυτό το χώμα είναι δικό τους ή δικό μας;

Αντί να βρουν ευκαιρία να κάνουν δικαιολογημένη κριτική στην κυβέρνηση, που δυόμισι χρόνια τώρα δεν έκανε τίποτε πρακτικά για να προχωρήσει η ανάδειξη του ιστορικού τόπου σε χώρο εθελοντικής δημοκρατικής διαπαιδαγώγησης όλων των νέων της πατρίδας μας στο πνεύμα της διαρκούς διεκδίκησης της δημοκρατίας, βρίσκουν καταφύγιο σε μια ιδιοκτησιακή εσωστρέφεια: δεν αντιλαμβάνονται ότι όσοι μαρτύρησαν σ’ αυτό το νησί, θα βρουν δικαιοσύνη όχι απαγορεύοντας στους βέβηλους να πατήσουν το χώμα της Μακρονήσου, αλλά μετατρέποντάς τη σε σημείο αναφοράς όλων των δημοκρατικών αγώνων διαχρονικά.
Δεν κατανοούν αυτό που τόσο καίρια εντοπίζει σε ένα πολύ ενδιαφέρον κείμενο γι’ αυτές τις αντιδράσεις ο Άκης Γαβριηλίδης, ότι «δεν έχουν κανένα λόγο να κάνουν τους τροχονόμους ή τους λιμενάρχες (…) το χώμα της Μακρονήσου δεν είναι ούτε θα είναι “ανέγγιχτο”. Χρειαζόμαστε περισσότερη βεβήλωση, όχι λιγότερη».

Η λογική της προδοσίας

Και δεν το κατανοούν, γιατί το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι άλλη μια αποκάλυψη της προδοσίας του ΣΥΡΙΖΑ, η μικροπολιτική διάσταση και όχι η όποια σημασία του συμβάντος. Καταφεύγουν, λοιπόν, στις κραυγές, την πρόχειρη καταγγελία, τη μεγαλοστομία φεύγοντας μίλια μακριά από το ήθος που άφησαν με το παράδειγμά τους οι μακρονησιώτες. Που σε καμία περίπτωση δεν ήταν ο κραυγαλέος κομπασμός υπερανθρώπων, δεν ήταν η απαίτηση να μείνει ανέγγιχτος ο τόπος του μαρτυρίου τους από τους «βέβηλους», με σκοπό μια κίβδηλη ιερότητα κατάλληλη μόνο για ιδιοχρησία.
Αν μέσα στο καμίνι της εμφύλιας σύρραξης και του μετεμφυλιακού κράτους είχε νόημα να βιώνεις σαν προδοσία κάθε υποχώρηση, γιατί αλλιώς δεν υπήρχε σήμερα και αύριο για κανέναν, σήμερα δεν είναι απλώς λάθος να επιχειρείς αντιστοιχίσεις με σύγχρονες προδοσίες που βεβηλώνουν το χώρο. Είναι και ανιστόρητο, γιατί όποιος γνώρισε έστω και λίγο αυτούς που βγήκαν ζωντανοί από την κόλαση της Μακρονήσου, ξέρει πως η διαιώνιση της διάκρισης είναι μια ύστερη κατασκευή για πάσα χρήση. Και, κυρίως, ως υποκατάστατο της έλλειψης πειστικού πολιτικού λόγου.

Κοινός τόπος αναφοράς

Αντί, λοιπόν, ακολουθώντας αυτό το ρηχό σχήμα «συνεπείς εναντίον προδοτών», να ξεμπλέκουν με μια καταγγελία, θα μπορούσαν να στριμώξουν τον ΣΥΡΙΖΑ και την κυβέρνηση απαιτώντας το εξής απλό: όπως έγινε κατορθωτό να γιορτάζεται σαν γνήσια εθνική γιορτή η απελευθέρωση της Αθήνας, ακολουθώντας το παράδειγμα των «ιστορικών περιπάτων», που μόνο περίπατοι δεν είναι με την τρέχουσα έννοια, να αναδείξουν τη Μακρόνησο σε κοινό τόπο απότισης φόρου τιμής στους αγώνες για τη δημοκρατία. Σε χώρο όπου ιστορικοί και εγνωσμένου κύρους και ήθους πολιτικοί θα εξηγούν γιατί στα χώματα της είναι ανάγκη να περπατούν, όπως το έκαναν κάποιοι, ακόμα κι εκείνοι που λάθεψαν πιστεύοντας σε ένα «νέο Παρθενώνα». Ή ακόμα κι εκείνοι που χρειάστηκαν την πικρή εμπειρία μιας δικτατορίας, για να καταλάβουν ότι η νομιμοποίηση του κομμουνιστικού κινήματος ήταν κέρδος για όλους κι όχι μόνο για τους κομμουνιστές και τους αριστερούς. Ή ακόμα κι εκείνοι που χρειάστηκαν μια πολιτική ήττα της μεταπολιτευτικής δεξιάς, για να τους πείσει ότι είναι όλων μας υπόθεση η αναγνώριση της εθνικής αντίστασης και η αποκατάσταση των αγωνιστών της.
Οι άνθρωποι που έζησαν στο πετσί τους τη Μακρόνησο, το κατάλαβαν πολύ γρήγορα αυτό. Και μας έκαναν να απορούμε, εμάς τους νεότερους, πώς γίνεται να συνεργάζεται πολιτικά ένας κομμουνιστής με τον υπαρχηγό του Ζέρβα, για παράδειγμα, για στόχους κοινούς. Άλλο, όμως, εκείνοι κι άλλο εμείς που μάθαμε από τα βιβλία τα πάθη τους. Πολλοί ανάμεσα στους τελευταίους είναι ικανοί, με την άνεση του μετά Χριστόν προφήτη, να επικρίνουν ακόμα και τους εαμίτες που το 1944 –τέτοιες μέρες του Οκτώβρη– βγήκαν να πανηγυρίσουν την απελευθέρωση της Αθήνας με σημαίες των «συμμάχων» ΗΠΑ και Αγγλίας στα χέρια, ενώ ο Σκόμπι και ο Τρούμαν ήταν προ των πυλών.

Κραυγές και ψίθυροι

Δεν αξίζει, όμως, να μείνουμε με τελευταία γεύση τα καμώματα τέτοιων προφητών. Αν ζούσε ο φίλος, σύντροφος και αδελφός Ηλίας, θα μπορούσαμε να του ζητήσουμε να πει με λίγα λόγια πώς να μη χάνουμε το ανθρώπινο μέτρο και να μην καταπίνουμε αμάσητη την πειραγμένη ιστορία. Η τελευταία του εξορία, δυστυχώς, δεν έχει επιστροφή.
Ας κλείσουμε, λοιπόν, με τα λόγια ενός άλλου συμμαχητή του, που διασώζει σε ένα σύντομο και βαθύ κείμενο η κόρη του, η Τόνια Κατερίνη, με αφορμή όσα ειπώθηκαν αυτές τις μέρες για τη Μακρόνησο: του Παναγιώτη Κατερίνη.

«Ο πατέρας μου έλεγε ωραίες ιστορίες, μ’ ένα τρόπο έκανε όλες τις ιστορίες ωραίες, μάλλον γιατί ήθελε στο τέλος να μένει πάντα ένα θετικό μήνυμα. Έλεγε ιστορίες από την αντίσταση στα βουνά και στα χωριά, ιστορίες από την Ικαρία, ιστορίες από εσωτερική του μετανάστευση και την παρανομία στη μεγάλη πόλη. Ιστορίες από τη Μακρόνησο δεν έλεγε. Ίσως γιατί συμπύκνωνε την ήττα! Όταν κάποια στιγμή την επισκέφθηκα, για ώρες είχα έναν κόμπο το λαιμό. Την επόμενη φορά που τον είδα, μου βγήκε μία μόνο ερώτηση: “Πώς το άντεξες!” Τότε, ήρεμα, μου είπε: “Κοίτα, είχα μάθει μια τεχνική να σπάω με το μυστρί σωστά τα τούβλα στη μέση. Καθόμουν σε μια γωνιά και μέρες ολόκληρες έσπαγα τούβλα. Τακ, τακ, τακ…” Από τότε μιλάω ψιθυριστά, όταν μιλάω για τη Μακρόνησο.»
Δεν ξέρω αν αυτός είναι ο καταλληλότερος τόνος, όταν μιλάμε γι’ αυτήν, πάντως ο κραυγαλέος καταγγελτικός είναι σίγουρα ο πιο ακατάλληλος.

Χαράλαμπος Γεωργούλας

Πηγή: Εποχή