Η αποτυχία ενός ουτοπικού σουηδικού σχεδίου της δεκαετίας του 1970
Ψάχνοντας, πέρυσι τον Δεκέμβριο, στο διαδίκτυο να βρω το πρώτο κείμενο που θα φιλοξενούσαν οι Ιδέες το 2026, ανακάλυψα το άρθρο “Fifty Years Ago, Sweden Charted a Path to Socialism” [Πριν από πενήντα χρόνια, η Σουηδία χάραξε έναν δρόμο για τον σοσιαλισμό] του μεταδιδακτορικού ερευνητή στο Πανεπιστήμιο της Νότιας Δανίας, Troels Skadhauge [Τρολς Σκάντχαουτζ], το οποίο είχε δημοσιευτεί στο site του περιοδικού Jacobin, στις 26 Αυγούστου 2025.
Διαβάζοντάς το, διαπίστωσα ότι ο κατά τον συγγραφέα «δρόμος για τον σοσιαλισμό» δεν ήταν παρά το πόρισμα μιας μελέτης που υπέβαλε, στις 27 Αυγούστου 1975, στην ηγεσία της Συνομοσπονδίας Σουηδικών Εργατικών Συνδικάτων (LO), ο μαρξιστής οικονομολόγος της, Rudolf Meidner [Ρούντολφ Μάιντνερ[1]], η οποία δεν εφαρμόστηκε ποτέ στην αρχική, πράγματι ριζοσπαστική, μορφή της.
Παρά την αναντιστοιχία του τίτλου με το περιεχόμενο του άρθρου, το μετέφρασα με τη σκέψη ότι θα εξέφραζα συνοπτικά τη διαφωνία μου με το επιχείρημα του συγγραφέα στην πολύ μικρή εισαγωγή που πάντα προηγείται των κειμένων που δημοσιεύονται στις Ιδέες. Δεύτερες σκέψεις με έκαναν να αλλάξω γνώμη. Μια σύντομη περιήγηση στο ίντερνετ με οδήγησε στο συμπέρασμα ότι η συγκεκριμένη πρόταση, που αναφέρεται στη βιβλιογραφία ως «σχέδιο Μάιντνερ», είχε δημιουργήσει σημαντική αναταραχή στην πολιτική σκηνή της Σουηδίας, της χώρας που μέχρι την εμφάνιση του νεοφιλελευθερισμού ήταν το καμάρι της παγκόσμιας σοσιαλδημοκρατίας. Θεώρησα, λοιπόν, ότι η συνοπτική εξιστόρηση των περιπετειών αυτού του, εξ όσων γνωρίζω, άγνωστου ή ελάχιστα γνωστού στην Ελλάδα συμβάντος μπορεί να ενδιέφερε εκείνους και εκείνες που, στις μακρινές δεκαετίες 1960-1980, εμπλέκονταν σε παθιασμένες συζητήσεις για τους τρόπους μετάβασης στον σοσιαλισμό, αλλά ενδεχομένως και κάποιους ανήσυχους νέους σε ηλικία αριστερούς ανθρώπους της σημερινής εποχής, που δεν συμβιβάζονται με τη σύγχρονη καπιταλιστική δυστοπία. Έτσι, επιδόθηκα επί πολλές ημέρες σε μια συστηματική πολύωρη ανάγνωση ενός μεγάλου αριθμού άρθρων, καθώς και μιας εξαιρετικά ενδιαφέρουσας διδακτορικής διατριβής για το εν λόγω θέμα, των οποίων τους τίτλους και τους συνδέσμους οι ενδιαφερόμενοι/ες αγγλομαθείς μπορούν να βρουν στην ιστοσελίδα της Εποχής.
Από την «αλληλέγγυα μισθολογική πολιτική» στα «ταμεία μισθωτών»
Το σχέδιο Μάιντνερ δεν έπεσε από τον ουρανό. Ήταν το αποτέλεσμα κοινωνικών, οικονομικών και πολιτικών εξελίξεων στη Σουηδία, μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, οι οποίες κατέληξαν στη δημιουργία του γνωστού «σουηδικού μοντέλου», ενός συνδυασμού καπιταλισμού και πρότυπου κράτους πρόνοιας. Οι βάσεις αυτού του μοντέλου τέθηκαν στη Συμφωνία του Saltsjöbaden [Στάλτσγιομπαντεν]-μιας πόλης στα περίχωρα της Στοκχόλμης-που συνήψαν, το 1938, η Ένωση Σουηδών Εργοδοτών (SAF) με την προαναφερθείσα Συνομοσπονδία Σουηδικών Συνδικάτων (LO), με στόχο να βάλουν τέλος στις βίαιες ταξικές συγκρούσεις των αρχών της δεκαετίας του 1930. Σύμφωνα με το συμφωνηθέν δεσμευτικό κείμενο, οι μισθοί θα καθορίζονταν από συλλογικές διαπραγματεύσεις των δύο συνομοσπονδιών, χωρίς την παρέμβαση του κράτους. Τα συνδικάτα αναγνώρισαν το διευθυντικό δικαίωμα της εργοδοσίας, με αντάλλαγμα την κατοχύρωση των εργασιακών δικαιωμάτων. Επιδίωξη των δύο πλευρών ήταν η δίκαιη ανάπτυξη, χωρίς υπερβολικές μισθολογικές αυξήσεις που θα οδηγούσαν σε πληθωριστικές πιέσεις, καθώς και η συναινετική επίλυση των διαφορών εργατών-εργοδοτών, με αποφυγή-στο μέτρο του δυνατού- των απεργιακών κινητοποιήσεων.
Εγγυητής αυτού του μοντέλου «δημοκρατικού καπιταλισμού» ήταν το πανίσχυρο Σοσιαλδημοκρατικό Εργατικό Κόμμα Σουηδίας (SAP), το οποίο ιδρύθηκε το 1889 και κυβέρνησε χωρίς διακοπή τη χώρα από το 1932 ως το 1976, δηλαδή επί 44 χρόνια. Επρόκειτο για ένα μαζικό κόμμα το οποίο, τη δεκαετία του 1970, είχε περισσότερα από 1 εκατομμύριο μέλη (σε μια χώρα με πληθυσμό 8 εκατομμυρίων), ενώ διέθετε και μια πολυπληθή και δυναμική οργάνωση νεολαίας. Επιπλέον, στη στενά συνδεδεμένη με το κόμμα εργατική συνομοσπονδία LO, που ιδρύθηκε το 1898 από διάφορα συνδικάτα, ήταν οργανωμένο το 90% του συνολικού εργατικού δυναμικού της χώρας.
Τη ίδια περίοδο, το μερίδιο του δημόσιου τομέα στο ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 50% σε σχέση με τα προηγούμενα δέκα χρόνια, και πραγματοποιήθηκαν εκτεταμένες κοινωνικές μεταρρυθμίσεις στο πλαίσιο του ήδη πολύ ανεπτυγμένου, χρηματοδοτούμενου από τον προϋπολογισμό, κράτους-πρόνοιας, οι οποίες ενίσχυσαν τη θέση των μισθωτών στην αγορά εργασίας.
Είναι εύλογο, συνεπώς, το ερώτημα πώς στο μέσο της περίπου «ειδυλλιακής» για το συναινετικό κορπορατιστικό σύστημα δεκαετίας του 1970 εμφανίστηκε το σχέδιο Μάιντνερ, το οποίο κατά τον Σκάντχαουζ έθεσε ως στόχο τη μετάβαση στον σοσιαλισμό. Κλειδί για την κατανόηση αυτής της εξέλιξης είναι η «αλληλέγγυα μισθολογική πολιτική» που πρόβλεπε μια προηγούμενη μελέτη που είχε εκπονήσει ο Μάιντνερ, σε συνεργασία με τον επίσης οικονομολόγο της LO, Γκέστα Ρεν, η οποία κατατέθηκε το 1951 και εφαρμόστηκε από τις σοσιαλδημοκρατικές κυβερνήσεις.
Το σχέδιο Ρεν-Μάιντνερ είχε στόχο τη διατήρηση της παραγωγικότητας των σουηδικών επιχειρήσεων, κυρίως των εξαγωγικών που αντιμετώπιζαν σοβαρό διεθνή ανταγωνισμό, την πλήρη απασχόληση και τη μείωση των μισθολογικών ανισοτήτων. Σύμφωνα με αυτό, όλοι οι εργαζόμενοι της ίδιας επιχείρησης ή άλλων επιχειρήσεων του ίδιου κλάδου που είχαν το ίδιο εργασιακό αντικείμενο θα αμείβονταν με τον ίδιο μισθό. Προβλεπόταν, επίσης, η αναδιάρθρωση της παραγωγικής δομής με κλείσιμο των μη παραγωγικών επιχειρήσεων, καθώς και η παροχή στους απολυμένους εργαζόμενούς τους ή στους αναζητούντες εργασία αξιοπρεπών κρατικών επιδομάτων ανεργίας και επανεκπαίδευσης.
Με την πάροδο των ετών, η εφαρμογή του σχεδίου Ρεν-Μάιντνερ οδήγησε στη συσσώρευση κεφαλαίου σε λίγες επιχειρήσεις με υψηλή παραγωγικότητα και σε μεγάλη αύξηση των κερδών τους και των μερισμάτων των μετόχων τους, την ίδια στιγμή που οι μισθοί των εργαζόμενων σ’ αυτές δεν αυξάνονταν λόγω της νομοθετικά κατοχυρωμένης αλληλέγγυας μισθολογικής πολιτικής. Το αποτέλεσμα ήταν η αύξηση του πλούτου και η ενίσχυση της εργοδοτικής εξουσίας. Η επιθυμία ανατροπής των επιπτώσεων του σχεδίου Ρεν-Μάιντνερ, σε συνδυασμό με το αντικαπιταλιστικό και αντι-ιεραρχικό «πνεύμα του 1968» που είχε φτάσει και στη Σουηδία, ενίσχυσε τον εργατικό κοινωνικό ριζοσπαστισμό και οδήγησε, το 1969, στο ξέσπασμα ενός μεγάλου αριθμού «άγριων», δηλαδή αυθόρμητων απεργιών. Μεγαλύτερη εξ αυτών ήταν η απεργία πέντε χιλιάδων ανθρακωρύχων, κυρίως στα ορυχεία της Βόρειας Σουηδίας, που άρχισε τον Δεκέμβριο του 1969 και έληξε τον Μάρτιο του 1970. Τα αιτήματα των σουηδών εργαζόμενων δεν ήταν πια μόνο η αύξηση των μισθών∙ αφορούσαν και τη διεύρυνση της «οικονομικής δημοκρατίας», που άλλωστε ήταν και πρόταγμα του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος.
Αυτές οι εξελίξεις, που ευλόγως θορύβησαν την LO, ήταν ο λόγος που το 1971 ανέθεσε στον Μάιντνερ και σε δύο συνεργάτες της επιλογής του-την οικονομολόγο και μέλος του SAP, Άννα Χέντμποργκ, και τον φοιτητή Γκούναρ Φοντ, να εξετάσουν το ενδεχόμενο δημιουργίας «ταμείων μισθωτών» που θεωρούνταν ότι θα μπορούσαν να αντιμετωπίσουν σε κάποιο βαθμό τα προβλήματα του μοντέλου Ρεν-Μάιντνερ. Αυτή τη φορά, η μελέτη της ομάδας Μάιντνερ ξεπέρασε τη συναινετική σουηδική παράδοση, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι για να αντιμετωπιστούν τα σοβαρά οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα, αλλά και για να αποκτήσει ουσιαστικό περιεχόμενο η οικονομική δημοκρατία, ήταν αναγκαία η δημιουργία κλαδικών ταμείων μισθωτών, τα οποία όμως, σε αντίθεση με εκείνα που σχεδιάζονταν ή λειτουργούσαν ήδη σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες (Γερμανία, Δανία, Αυστρία), θα αμφισβητούσαν το ιδιοκτησιακό καθεστώς των επιχειρήσεων.
Η αντιμετώπιση του σχεδίου Μάιντνερ από τα συνδικάτα, τα κόμματα και τους εργοδότες
Τα κλαδικά ταμεία του σχεδίου Μάιντνερ θα είχαν λόγο στις επενδυτικές και άλλες αποφάσεις των μεσαίων και μεγάλων επιχειρήσεων της Σουηδίας μέσω της συμμετοχής τους στο μετοχικό τους κεφάλαιο. Συγκεκριμένα, όλες οι επιχειρήσεις με προσωπικό άνω των 50 και μέχρι 100 εργαζόμενων υποχρεούνταν να εκδίδουν κάθε χρόνο νέες μετοχές αξίας του 20% των κερδών τους, οι οποίες θα μεταβιβάζονταν στα ταμεία μισθωτών που θα διοικούνταν από τα συνδικάτα. Το αποτέλεσμα θα ήταν ότι σε 20 ως 30 χρόνια τα ταμεία μισθωτών θα κατείχαν την πλειοψηφία των μετοχών αυτών των επιχειρήσεων.
Το σχέδιο Μάιντνερ προκάλεσε μεγάλη αίσθηση. Η φιλελεύθερη καθημερινή εφημερίδα Dagens Nyheter το χαρακτήρισε με τη φράση «Επανάσταση στη Σουηδία!». Ο φόβος της δεν ήταν αδικαιολόγητος, αφού το συνέδριο της συνομοσπονδίας, τον Ιούνιο του 1976, όχι μόνο ενέκρινε με συντριπτική πλειοψηφία τις βασικές αρχές δημιουργίας του σχεδίου, αλλά όταν ανακοινώθηκε το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας οι σύνεδροι τραγούδησαν αυθόρμητα τη Διεθνή.
Όπως αναμενόταν, οι αντιδράσεις των λεγόμενων αστικών κομμάτων (Κόμμα του Κέντρου, Συντηρητικό Κόμμα, Φιλελεύθερο Λαϊκό Κόμμα), όσο και της SAF, ήταν αρνητικές. Η εργοδοτική συνομοσπονδία, μάλιστα, χρηματοδότησε με ένα αρκετά μεγάλο ποσό μια εκστρατεία εναντίον των ταμείων, η οποία είχε την ολόθερμη στήριξη τόσο των παραπάνω κομμάτων, όσο και του αστικού Τύπου.
Αρνητικά αντιμετώπισε το σχέδιο Μάιντνερ και η ηγεσία του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος, θεωρώντας ότι ήταν εκτός του πλαισίου του λεγόμενου «λειτουργικού σοσιαλισμού» που υποστήριζε, σύμφωνα με τον οποίο η σοσιαλιστική μετάβαση ήταν απολύτως συμβατή με την ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής. Από την πλευρά της, η ηγεσία της LO δεν μπορούσε προφανώς να μη στηρίξει το σχέδιο που ψηφίστηκε στο συνέδριό της, αλλά κράτησε χαμηλούς τόνους με την ελπίδα ότι θα βρεθεί κοινό έδαφος με τη διαφορετικής θέση της κομματικής ηγεσίας. Παρά τις διαφορές τους, τόσο οι κομματικοί όσο και οι συνδικαλιστές δεν ήθελαν σε καμιά περίπτωση να διαταραχθεί η θεμελιώδης ιστορική σχέση μεταξύ του κόμματος και της εργατικής συνομοσπονδίας, την οποία ο ο Μάιντνερ παρομοίαζε με καθολικό γάμο, αφού η SAP και η LO «δεν μπορούσαν ποτέ να χωρίσουν», ακόμα και αν διαφωνούσαν σε διάφορα θέματα. Θετική εξαίρεση στο σοσιαλδημοκρατικό στρατόπεδο ήταν η στάση της κομματικής Σουηδικής Σοσιαλδημοκρατικής Νεολαίας (SSU), που σε αντίθεση με το SAP ήταν υπέρ των ταμείων μισθωτών και ιδιαίτερα της, κατ’ αυτήν, αντικαπιταλιστικής τους προοπτικής.
Με το σχέδιο διαφώνησαν και τα διάφορων ιδεολογικών ρευμάτων κόμματα της σουηδικής μη σοσιαλδημοκρατική Αριστεράς, με το ευρωκομμουνιστικό Αριστερό Κόμμα-Κομμουνιστές (VKP) να υποστηρίζει ότι τα ταμεία μισθωτών θα οδηγούσαν στην εδραίωση του καπιταλισμού.
Το σταδιακό ξήλωμα του σχεδίου
Προκειμένου να υπάρξει συμβιβασμός μεταξύ των διαφορετικών προσεγγίσεων του SAP και της LO, δημιουργήθηκε το 1977 κοινή επιτροπή από εκπροσώπους τους η πρόταση της οποίας, που υποβλήθηκε τον Φεβρουάριο του 1978, άλλαξε ουσιώδη σημεία του σχεδίου Μάιντνερ. Η έκδοση μετοχών σε ποσοστό 20% των ετήσιων κερδών θα ίσχυε για πέντε χρόνια και στη συνέχεια αυτό το καθεστώς θα επανεξεταζόταν ανά πενταετία. Επίσης, αυξήθηκε το κατώτατο όριο εργαζόμενων στις επιχειρήσεις που θα ενίσχυαν με μετοχές τα ταμεία μισθωτών από 50-100 σε 500 άτομα, ώστε να εξαιρεθεί η μεγάλη πλειοψηφία των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων.
Παρά τις ουσιαστικές υποχωρήσεις από το αρχικό σχέδιο, η ηγεσία του SAP έκρινε, τον Ιούνιο του 1978, με την ανοχή της LO, ότι ούτε αυτή η πρόταση μπορούσε να γίνει αποδεκτή ως πολιτική του κόμματος. Έτσι, αποφασίστηκε η επιτροπή να συνεχίσει μεν το έργο της, με επικεφαλής τον Κιέλ-Ούλοφ Φελντ, μέλος της Εκτελεστικής Επιτροπής του κόμματος, στενού συνεργάτη του Πάλμε, και σφοδρού πολέμιου του σχεδίου Μάιντερ. Η νέα πρόταση ουδεμία σχέση είχε πλέον με το αρχικό σχέδιο Μάιντνερ, ενώ διέφερε σημαντικά και με την αναθεωρημένη, το 1978, μορφή του. Η χρηματοδότηση των ταμείων μισθωτών μέσω της υποχρεωτικής έκδοσης νέων μετοχών από τις μεγάλες επιχειρήσεις καταργήθηκε, με αυτά να μπορούν να τις αποκτήσουν σε τιμές αγοράς, ενώ τα ταμεία θα χρηματοδοτούνταν από τα έσοδα ενός φόρου 1% επί των υπερβολικών κερδών των επιχειρήσεων, καθώς και από μέρος μιας αύξησης των ασφαλιστικών εισφορών εργοδοτών και εργαζόμενων που αποφασίστηκε την ίδια περίοδο. Η σύνδεση των ταμείων μισθωτών με το συνταξιοδοτικό σύστημα ενισχύθηκε και μέσω της μεταβίβασης ποσοστού των μερισμάτων από τις μετοχές τους στα συνταξιοδοτικά ταμεία.
Το «σχέδιο Φελντ» εγκρίθηκε, χωρίς σοβαρές διαφωνίες, από τα συνέδρια του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος αλλά και της υποταγμένης σ’ αυτό συνδικαλιστικής συνομοσπονδίας, που έγιναν το 1981, με τους συνέδρους του SAP, αυτή τη φορά, να είναι εκείνοι που τραγούδησαν τη Διεθνή.
Η αστική «εξέγερση» και το τέλος του δρόμου προς τον σοσιαλισμό
Τα αστικά κόμματα που επικράτησαν στις εκλογές του 1976, που οδήγησαν στην αφαίρεση μετά από 44 της κυβερνητικής εξουσίας από το SAP-αλλά και σε εκείνες του 1979, προετοιμαζόμενα για τη νέα αναμέτρηση του 1982, επιτέθηκαν με σφοδρότητα και στο «σχέδιο Φελντ», σε συνεργασία με την SAF και έχοντας ως πρωταγωνιστές τους μικρομεσαίους εργοδότες. Δυστυχώς γι’ αυτά, η προεκλογική τους υπόσχεση για την κατάργηση των ταμείων μισθωτών δεν εμπόδισε την επαναφορά στην εξουσία του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος, το οποίο σχημάτισε κυβέρνηση μειοψηφίας. Η κατηφόρα, όμως, δεν σταμάτησε. Αμέσως μετά τη νίκη της, η νέα σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση Πάλμε αποφάσισε τη μείωση του φόρου επί των υπερβολικών κερδών που θα χρηματοδοτούσε τα ταμεία μισθωτών από 1% σε 0,2%, καθώς και την απαγόρευση στα κλαδικά ταμεία να κατέχουν το καθένα περισσότερες από το 8% των μετοχών μια επιχείρησης. Κατά τον Μάιντνερ, τα νέα ταμεία δεν ήταν πια παρά ένα «θλιβερό απομεινάρι» αυτών που πρόβλεπε η αρχική πρότασή του.
Όμως, και αυτές οι υποχωρήσεις δεν κατάφεραν να εξευμενίσουν τους αστούς και τους συμμάχους τους, που συνέχισαν τις επιθέσεις τους, οι οποίες κορυφώθηκαν με τη διαδήλωση που οργάνωσαν στην Στοκχόλμη, τον Οκτώβριο του 1983, η οποία είχε πρωτοφανή επιτυχία, συγκεντρώνοντας ένα τεράστιο για τα σουηδικά δεδομένα πλήθος που υπολογίστηκε ότι κυμαινόταν μεταξύ 75.000 και 100.000 ανθρώπων.
Αυτή τη φορά, το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα έκρινε ότι δεν μπορούσε να κάνει μια ακόμα υποχώρηση, η οποία θα οδηγούσε στον απόλυτο εξευτελισμό του, με τον Πάλμε να δηλώνει στο κόμμα ότι η συγκεκριμένη διαδήλωση «δεν έγινε για τα ταμεία», αλλά είχε στόχο «τη ριζική αλλαγή της κοινωνικής οργάνωσης σε μια συντηρητική, νεοφιλελεύθερη κατεύθυνση». Έτσι, προώθησε το νομοσχέδιο στη Βουλή και, τον Νοέμβριο 1983, τα ταμεία μισθωτών έγιναν νόμος του κράτους με την ψήφο του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος και του Αριστερού Κόμματος-Κομμουνιστές. Μη έχοντας οποιαδήποτε σχέση με το αρχικό σχέδιο Μάιντνερ, τα ταμεία λειτούργησαν μέχρι το 1992, όταν καταργήθηκαν από την κυβέρνηση των αστικών κομμάτων που ανέλαβαν εκ νέου την κυβερνητική εξουσία μετά τις εκλογές του Σεπτεμβρίου 1991.
Επίλογος
Ο αρχιτέκτονας του σχεδίου για τη δημιουργία ταμείων μισθωτών, Ρούντολφ Μάιντνερ ήταν ένας αριστερός σοσιαλδημοκράτης, που πίστευε ειλικρινά στην ανάγκη του κοινωνικού μετασχηματισμού σε αντικαπιταλιστική κατεύθυνση. Το 1975, όταν υπέβαλε το πόρισμα της μελέτης του στην ηγεσία της Συνομοσπονδίας Εργατικών Συνδικάτων είχε πει ότι «[η] ιστορική εμπειρία δείχνει πως η επιρροή και ο έλεγχος δεν αρκούν-η ιδιοκτησία παίζει καθοριστικό ρόλο» και, συνεπώς, ότι «δεν μπορούμε να μετασχηματίσουμε ριζικά την κοινωνία, χωρίς να αλλάξουμε ριζικά και τις σχέσεις ιδιοκτησίας». Όταν άρχισαν οι πρώτες αμφισβητήσεις της πρότασής του, το 1976, έπαψε να ασχολείται με το θέμα, ενώ μετά τη συνταξιοδότησή του, το 1979, σε συνέντευξη που έδωσε στην εφημερίδα της Συνομοσπονδίας Εργατικών Συνδικάτων, έκανε την εξής δήλωση: «Ο καπιταλισμός απέτυχε, και δεν μπορεί να λύσει τα μελλοντικά μας προβλήματα. Τόσο απλό είναι».
Από την συνοπτική παράθεση της ιστορίας του σχεδίου Μάιντνερ, προκύπτει ότι η σταδιακή αποδόμησή του και το τέλος του, μετά από τη βραχυχρόνια εφαρμογή μιας καρικατούρας του, δεν οφείλονταν μόνο στην έντονη εναντίον του αντίθεση και τις κινητοποιήσεις των αστικών κομμάτων και των εργοδοτών. Βασικός ήταν και ο ρόλος που έπαιξαν κυρίως το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα, αλλά και η στενά συνδεδεμένη με αυτό Συνομοσπονδία Εργατικών Συνδικάτων, τόσο για λόγους αρχής (το συναινετικό σουηδικό μοντέλο ήταν κατά των συγκρούσεων με τους εργοδότες), όσο και εξ αιτίας του φόβου τους για τις δυσμενείς εκλογικές επιπτώσεις του σχεδίου.
Παρ’ ό,τι, τη δεκαετία του 1970, δεν είχε ειπωθεί ακόμα η περίφημη φράση του Τζέιμσον πως «είναι ευκολότερο να φανταστεί κανείς το τέλος του κόσμου, παρά το τέλος του καπιταλισμού», η άποψη που θεωρεί την εφαρμογή του σχεδίου Μάιντνερ ως τη σουηδική εκδοχή ενός δημοκρατικού δρόμου προς τον σοσιαλισμό θα μπορούσε να χαρακτηριστεί μέχρι και αφελής. Μα, ήταν ποτέ δυνατόν, οι επιχειρήσεις, αλλά και το κράτος, να παρακολουθήσουν απαθείς τη βαθμιαία, έστω και μερική, απαλλοτρίωση των ιδιωτικών μέσων παραγωγής;
Ο σοσιαλισμός δεν επιτυγχάνεται με σχέδια επί χάρτου, όσο καινοτόμα και αν είναι αυτά, και ειλικρινείς αν είναι αυτοί που τα προτείνουν. Κατά τας ευρωκομμουνιστικάς γραφάς, η σταδιακή υπέρβαση του καπιταλισμού με διαρθρωτικές αλλαγές και ρήξεις απαιτεί την κατά Γκράμσι ηγεμονία των σοσιαλιστικών ιδεών στην κοινωνία, με στόχο τη δημιουργία ενός συνασπισμού πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων ικανών να αντιμετωπίσουν την σκληρή, και με κάθε μέσο, επίθεση του κράτους και των καπιταλιστικών φορέων. Αυτός ο συνασπισμός δεν υπήρξε στην προκειμένη περίπτωση. Η αντίληψη της σουηδικής σοσιαλδημοκρατίας για τον σοσιαλισμό ήταν αντιδιαμετρική από αυτήν του Μάιντνερ, το οποίο απέρριπτε και η αντικαπιταλιστική Αριστερά. Η εργατική τάξη, λόγω της στάσης του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος το οποίο εμπιστευόταν, και κυρίως λόγω των διαρκών αναθεωρήσεων του σχεδίου που έφτασαν μέχρι την πλήρη αλλοίωση του αρχικού περιεχομένου του, ήταν απολύτως αδιάφορη απέναντί του. Οι δημόσιοι υπάλληλοι της συνομοσπονδίας TOC ήταν αρχικά πολύ διστακτικοί και εν τέλει αρνητικοί, ενώ οι μικροί και μεσαίοι εργοδότες ήταν ίσως το πιο δραστήριο μέλος της αστικής συμμαχίας. Η τελική κατάληξη αυτής της ενδιαφέρουσας περιπέτειας ήταν αναμενόμενη.