Συζητάμε για τη συνταγματική αναθεώρηση με τον Χαράλαμπο Κουρουνδή, μέλος ΔΣ Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης και συγγραφέα των βιβλίων «Το Σύνταγμα και η Αριστερά» (εκδόσεις νήσος, 2018) και «Μεγάλες αφηγήσεις και σταθμοί της αντιπροσώπευσης» (Σάκκουλας, 2024). Όπως τονίζει ο ίδιος «δεν πρέπει να γίνει καμία συζήτηση για την αναθεώρηση του Συντάγματος στη συγκεκριμένη χρονική στιγμή και με τη συγκεκριμένη κυβέρνηση, η οποία το έχει παραβιάσει συστηματικά».
Ο πρωθυπουργός άνοιξε τη συζήτηση για την αναθεώρηση του Συντάγματος λέγοντας ότι επιβάλλεται εκσυγχρονισμός και επικαιροποίησή του, καθώς έχει μείνει στον 20ο αιώνα. Έχουμε, πράγματι, ένα ξεπερασμένο Σύνταγμα;
Το Σύνταγμα που έχουμε ψηφίστηκε το 1975 και αποτυπώνει τον συσχετισμό δύναμης της εποχής του. Έτσι, έχει τη σφραγίδα του Κωνσταντίνου Καραμανλή και του συντηρητισμού του, αποτυπώνει όμως και σημαντικές κατακτήσεις που οφείλονται στο κίνημα και στον ιδεολογικό ριζοσπαστισμό της περιόδου. Οι πιο εμβληματικές από αυτές, από το άρθρο 16 για την παιδεία ως το άρθρο 106 για τον ρόλο του κράτους στην οικονομία, είναι εκείνες που μπαίνουν στο στόχαστρο με την πρωτοβουλία του πρωθυπουργού. Από αυτήν την άποψη, ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει τη στόχευση που είχε ο Νικολά Σαρκοζί όταν έλεγε «να τελειώνουμε με τον Μάη του ‘68» (en finir avec le Mai 68). Σε κάθε περίπτωση, το Σύνταγμα «επικαιροποιήθηκε» (δηλαδή αναθεωρήθηκε) τέσσερις φορές, το 1986, το 2001, το 2008 και το 2019. Στην τελευταία αναθεώρηση, μάλιστα, η Νέα Δημοκρατία είχε καθορίσει τη διατύπωση ορισμένων διατάξεων, τις οποίες θέλει ξανά να αναθεωρήσει. Από τις προσθήκες που ανακοινώθηκαν, ξεχωρίζει η κατοχύρωση των «κανόνων κυβερνητικής λειτουργίας» που διαμορφώθηκαν τα τελευταία χρόνια, δηλαδή του αδιαφανούς προσωποκεντρικού «επιτελικού κράτους» το οποίο έχει τον πανοπτικό έλεγχο των πάντων χωρίς να έχει ευθύνη για οτιδήποτε. Με αυτά τα δεδομένα, αν έπρεπε να βάλω μια επικεφαλίδα στη συνταγματική αναθεώρηση που εξήγγειλε ο πρωθυπουργός, αυτή θα ήταν πως είναι πολιτικά υποκριτική, συνταγματικά αχρείαστη και κοινωνικά επικίνδυνη.
Τέθηκε ένα ζήτημα ευρύτερων συναινέσεων και το ΠΑΣΟΚ πρότεινε να κατοχυρωθεί συνταγματικά πως για μια αναθεώρηση θα απαιτείται η πλειοψηφία 180 βουλευτών αποκλειστικά στη δεύτερη Βουλή. Κόμματα της προοδευτικής αντιπολίτευσης θέτουν ζήτημα μη συμμετοχής στην προσχηματική και αποπροσανατολιστική συζήτηση συνταγματικής αναθεώρησης. Το ζήτημα των συναινέσεων είναι μείζον;
Με βάση το άρθρο 110 όπως ισχύει τώρα, απαιτείται είτε στην πρώτη είτε στη δεύτερη βουλή η ύπαρξη μιας πλειοψηφίας 180 βουλευτών για να περάσει η αναθεώρηση κάποιας διάταξης. Η πρόταση να μετατοπιστεί το κέντρο βάρους στη δεύτερη Βουλή εφόσον αυτή καθορίζει το περιεχόμενο της νέας διάταξης θέτει μια δικλείδα ασφαλείας απέναντι στη μονόπλευρη διαμόρφωσή του από την εκάστοτε κυβερνητική πλειοψηφία. Σε κάθε περίπτωση όμως, η συγκεκριμένη πρωτοβουλία της συγκεκριμένης κυβέρνησης στη δεδομένη χρονική στιγμή δεν πρέπει να νομιμοποιηθεί μέσω της συμμετοχής της αντιπολίτευσης. Εξάλλου, κανένα κόμμα που αναφέρεται στην αριστερά δεν πρέπει να έχει ως γνώμονα τη συναίνεση με τις κυρίαρχες κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις.
Επομένως, η αντιπολίτευση δεν πρέπει να προσέλθει στον διάλογο για τη συνταγματική αναθεώρηση, ούτε να μπει στη διαδικασία δικής της πρότασης;
Δεν πρέπει να γίνει καμία συζήτηση για την αναθεώρηση του Συντάγματος στη συγκεκριμένη χρονική στιγμή και με τη συγκεκριμένη κυβέρνηση, η οποία το έχει παραβιάσει συστηματικά. Τούτο δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν αλλαγές που θα έπρεπε να γίνουν, αλλά ούτως ή άλλως αυτές προϋποθέτουν έναν συσχετισμό κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων πολύ διαφορετικό από τον τωρινό. Οι προτάσεις της αντιπολίτευσης πρέπει να απευθυνθούν στην κοινωνία, όχι μόνο επειδή δεν έχει τη δύναμη να της περάσει στη Βουλή, αλλά πάνω απ’ όλα γιατί ένα σχέδιο ριζοσπαστικών αλλαγών έχει ελπίδες να προχωρήσει μόνο αν γίνει υπόθεση των μαζών.
Παρά ταύτα, ας συζητήσουμε τις επιμέρους προτάσεις της κυβέρνησης, για να εντοπίσουμε και τα κίνητρά της. Αρχικά, όσον αφορά το άρθρο 16, γιατί επιμένει σε μια συνταγματική αναθεώρηση, όταν το παρέκαμψε για να ιδρύσει ιδιωτικά πανεπιστήμια, τα οποία κρίθηκαν ως συνταγματικά από το ΣτΕ;
Επιμένει για δύο λόγους. Ο πρώτος είναι ότι το άρθρο 16 έχει έναν πολιτικό συμβολισμό. Η Νέα Δημοκρατία εδώ και 25 χρόνια έχει αναγάγει το συγκεκριμένο άρθρο σε κορωνίδα της νεοφιλελεύθερης εκστρατείας της. Η διατήρηση του άρθρου 16 στο κείμενο του Συντάγματος μετά την contra constitutionem «ερμηνεία» του μέσω του ν. 5094/2024 και τη νομιμοποίησή της από την πλειοψηφία του Συμβουλίου της Επικρατείας, υπενθυμίζει το ατόπημα της κυβέρνησης. Είναι το χνάρι στον τόπο του εγκλήματος. Ο δεύτερος λόγος είναι ότι ακόμα και τώρα, το άρθρο 16 εξακολουθεί να έχει ένα κανονιστικό φορτίο, από το αυτοδιοίκητο των ΑΕΙ ως το καθεστώς του δημόσιου λειτουργού για τους πανεπιστημιακούς, που χρειάζεται να αφαιρεθεί για να ολοκληρωθεί η κατεδάφιση του δημόσιου Πανεπιστημίου. Επίσης, είναι πιθανό να επιδιώκεται η αμφισβήτηση της δωρεάν παιδείας πέραν της υποχρεωτικής εκπαίδευσης και η παροχή ειδικών κινήτρων για την προσέλκυση ξένων πανεπιστημίων, προτάσεις που έχουν ήδη διατυπωθεί στο «Καινοτόμο Σύνταγμα» με υπογραφή (μεταξύ άλλων και) του Γιώργου Γεραπετρίτη.
Η κυβέρνηση αξιοποίησε το άρθρο 86 για να απαλλάξει τους υπουργούς της από τις ποινικές ευθύνες για σκάνδαλα, όπως οι παρακολουθήσεις ή ο ΟΠΕΚΕΠΕ. Η αναθεώρησή του εμφανίζεται ως λαϊκή απαίτηση. Χρειάζεται;
Για την ενίσχυση της δικαστικής συμμετοχής στη διαδικασία διερεύνησης της ποινικής ευθύνης υπουργών, που επικαλέστηκε ο πρωθυπουργός, θα αρκούσε η νομοθετική πρόβλεψη ως υποχρεωτικής της γνώμης δικαστικού συμβουλίου επί της κατηγορίας πριν αυτή συζητηθεί στην Ολομέλεια της Βουλής. Το ζήτημα όμως είναι ότι η πλειοψηφία εργαλειοποίησε επανειλημμένα το άρθρο 86 για να προστατεύσει ημέτερους, οπότε αυτό πρέπει να αλλάξει. Επιπλέον, αξίζει να επισημανθεί ότι το άρθρο 86 αναθεωρήθηκε μόλις το 2019 και έλαβε τη σημερινή του μορφή από την πλειοψηφία της Νέας Δημοκρατίας του Κ. Μητσοτάκη που τώρα θέλει να το τροποποιήσει ξανά. Το μέγεθος της κυβερνητικής υποκρισίας αναδεικνύεται ανάγλυφα αν θυμηθούμε και άλλες διατάξεις που αναθεωρήθηκαν τότε και η κυβέρνηση έχει αφήσει σε αχρησία, όπως τη λαϊκή νομοθετική πρωτοβουλία με συλλογή υπογραφών.
Σχετικά με το άρθρο 103 του Συντάγματος, και την άρση μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων, η κυβέρνηση επιχειρεί να εντάξει στο Σύνταγμα την αξιολόγηση τους. Απώτερος στόχος είναι να αποτελέσει ες αεί τον αποδιοπομπαίο τράγο ο κλάδος αυτός;
Αυτή η πρόταση έχει κεντρική θέση στην ιδεολογική εκστρατεία της κυβέρνησης κατά της Μεταπολίτευσης. Από εκεί και πέρα, η κυβέρνηση γνωρίζει ότι η αξιολόγηση, όπως και οι πειθαρχικές διαδικασίες που μπορούν να καταλήξουν στην οριστική παύση (=απόλυση) ενός υπαλλήλου, προβλέπονται ήδη. Επιδιώκει όμως να θωρακίσει το αυταρχικό νομοθετικό πλαίσιο κατά των δημοσίων υπαλλήλων ώστε να διασφαλίσει πως αυτοί θα είναι πειθήνιοι και εξαρτημένοι από το κυβερνών κόμμα. Αξίζει να σημειωθεί ότι αυτή τη στιγμή, η άρνηση συμμετοχής ενός εκπαιδευτικού στην αξιολόγηση λόγω συμμετοχής του στην απεργία-αποχή που έχουν κηρύξει οι συνδικαλιστικές οργανώσεις τιμωρείται πολύ βαρύτερα από την κακή αξιολόγηση ενός «ανεπαρκούς» (σύμφωνα με την αξιολόγηση) συναδέλφου του! Αυτή η αντίφαση καθιστά έκδηλο τον τιμωρητικό – πειθαρχικό χαρακτήρα της αξιολόγησης της οποίας προωθείται η συνταγματική κατοχύρωση.
Ο πρωθυπουργός θέλει να αλλάξει και το πολύπαθο άρθρο 24 για την προστασία του περιβάλλοντος, ώστε να συμβαδίσει, όπως διατείνεται, με την αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης, ενώ οι πολιτικές της κυβέρνησης κάθε άλλο παρά σε αυτή την κατεύθυνση κινήθηκαν, παρά τις προεκλογικές της δεσμεύσεις.
Η σχετική αναφορά στην εξαγγελία του πρωθυπουργού ήταν αποκλειστικά προσχηματική, με μόνο στόχο τον εντυπωσιασμό. Τίποτα στο ισχύον Σύνταγμα δεν εμποδίζει τη λήψη μέτρων για την αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης. Εξάλλου, για την «αναζήτηση προσιτής στέγης» που ανέφερε ο πρωθυπουργός, υπάρχει ήδη το άρθρο 21 παρ. 4 του Συντάγματος που προβλέπει ότι η απόκτηση κατοικίας από αυτούς που τη στερούνται ή στεγάζονται ανεπαρκώς αποτελεί αντικείμενο ειδικής φροντίδας του κράτους αλλά η κυβέρνηση προτιμά να επιδεικνύει ειδική φροντίδα για τους ιδιοκτήτες και δεν συζητά την επανασύσταση θεσμών όπως ο Οργανισμός Εργατικής Κατοικίας.
Η πρόταση της ΝΔ επιχειρεί τη μνημονιοποίηση του Συντάγματος, μέσω της συνταγματικής κατοχύρωσης του δημοσιονομικού κόφτη. Τι θα σήμαινε κάτι τέτοιο;
Ο πρωθυπουργός υποστήριξε πως «χρειάζονται δικλείδες που θα εγγυώνται τη μόνιμη δημοσιονομική ισορροπία». Αυτό είχε συζητηθεί κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης και ήδη το άρθρο 126 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) προβλέπει ρητά την υποχρέωση των κρατών μελών να αποφεύγουν τα υπερβολικά δημοσιονομικά ελλείμματα. Η συνταγματική κατοχύρωση του δημοσιονομικού κόφτη θα σήμαινε ότι ακόμα και μια χαλάρωση όπως αυτή που υπήρξε σε ευρωπαϊκό επίπεδο την περίοδο της πανδημίας θα βρισκόταν σε ένταση με το Σύνταγμα. Γενικότερα, αυτό το σημείο συνιστά μια κατεξοχήν προσπάθεια αλλαγής του «οικονομικού Συντάγματος». Το ισχύον άρθρο 106 κατοχυρώνει τον ρόλο του κράτους στον προγραμματισμό, τον συντονισμό και τη ρύθμιση της οικονομικής δραστηριότητας, προβλέποντας ακόμα και τη δυνατότητα κρατικοποίησης επιχειρήσεων ζωτικής σημασίας για το κοινωνικό σύνολο. Η επικράτηση του νεοφιλελευθερισμού, από τις αρχές της δεκαετίας του 1990, σήμαινε ότι αυτές οι προβλέψεις έχουν πέσει σε αχρησία. Όμως, η κυβέρνηση δεν θέλει να υπάρχουν καν στο Σύνταγμα, διότι υπενθυμίζουν τη δυνατότητα άσκησης μιας άλλης οικονομικής πολιτικής. Με απλά λόγια, αν περάσει η πρόταση του πρωθυπουργού ακόμα και μια κεϋνσιανή οικονομική πολιτική θα είναι αντισυνταγματική.
Η συζήτηση επικεντρώνεται συχνά στο ότι έχει καμφθεί η εμπιστοσύνη του λαού στους θεσμούς, παρότι η υπεράσπιση του Συντάγματος από τον λαό είναι το ακροτελεύτιο άρθρο. Έχετε αυτή την εντύπωση;
Όταν η κυβέρνηση κάνει λόγο για αναθεώρηση του Συντάγματος με σκοπό την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στους θεσμούς, η οποία έχει τρωθεί σε μεγάλο βαθμό ακριβώς λόγω των αυθαιρεσιών της, δεν είναι καθόλου πειστική. Από εκεί και πέρα, ο λαός υπερασπίζεται ένα Σύνταγμα όταν σε αυτό βλέπει εγγυήσεις των δικαιωμάτων του και περιορισμούς στην εξουσία των κυβερνώντων. Αυτό εκφράστηκε με το 1-1-4 τη δεκαετία του ’60 και με το «κίνημα του άρθρου 16» το 2006-2007 και ξανά το 2023-2024.
Είναι πρόσφατη η επίθεση του κυβερνητικού εκπροσώπου Π. Μαρινάκη στον δημοσιογράφο Χρήστο Αβραμίδη, κατά παράβαση της προστασίας της ελευθερίας του Τύπου. Πόσο επικίνδυνη είναι η απειλή μηνύσεων προς δημοσιογράφους;
Είναι ιδιαίτερα επικίνδυνη. Παρότι, η ελευθερία του Τύπου κατοχυρώνεται τόσο στο Σύνταγμα όσο και υπερνομοθετικά, η κυβέρνηση αντιμετωπίζει συστηματικά την ανεξάρτητη δημοσιογραφία με όρους πολιτικού αντιπάλου. Εξίσου σημαντικό είναι να δούμε τον λόγο αυτής της επίθεσης, τη συζήτηση για τη διερεύνηση των ευθυνών για την πολύνεκρη τραγωδία στη Χίο. Η κυβέρνηση πολύ συνειδητά παραβλέπει μια ρητή διάταξη του ισχύοντος Συντάγματος, το άρθρο 5§2, που ορίζει ότι όλοι όσοι βρίσκονται στην ελληνική επικράτεια απολαμβάνουν την απόλυτη προστασία της ζωής, της τιμής και της ελευθερίας τους, χωρίς διάκριση εθνικότητας, φυλής, γλώσσας και θρησκευτικών ή πολιτικών πεποιθήσεων. Αυτή η διάταξη παραβιάζεται με τη θανατηφόρα πρακτική της αποτροπής και των επαναπροωθήσεων. Η κυβέρνηση αντί να απολογηθεί για αυτήν την πρακτική, την εξωραΐζει ως «προστασία των συνόρων».
Ιωάννα Δρόσου
Η ΕΠΟΧΗ