Συνεντεύξεις

Χαράλαμπος Κασίμης: «Κρίσιμες η έκταση, η ταχύτητα και η ποιότητα της στήριξης»

Μια περιοχή μεγάλου ειδικού βάρους για τη γεωργική παραγωγή έχει υποστεί μεγάλη ζημιά. Μπορούμε να εκτιμήσουμε τις επιπτώσεις; Πώς θα εκδηλωθούν στην αγορά; Θα διαρκέσουν;
 
Η Θεσσαλία είναι από τις σημαντικότερες περιφέρειες της χώρας στον αγροδιατροφικό τομέα, σε όλα τα μεγέθη της αλυσίδας αξίας του, και προφανώς οι επιπτώσεις των πλημμυρών στην αγορά θα είναι και αυτές σημαντικές. Κατέχει την πρώτη θέση μεταξύ των περιφερειών, με ποσοστά παραγωγής που ξεπερνούν το 1/3 στα περισσότερα προϊόντα και ειδικότερα στο σκληρό σιτάρι και το κριθάρι, στα βιομηχανικά φυτά (βαμβάκι, βιομηχανική ντομάτα), σε αρκετά φρούτα και ξηρούς καρπούς, όπως αχλάδια, μήλα, κάστανα και αμύγδαλα. Εξίσου σημαντική είναι και στην κτηνοτροφία (αιγοπρόβατα, χοιρινά, αγελαδοτροφία) και στη μεταποίηση των γαλακτοκομικών προϊόντων (γάλα, τυριά) παράγοντας το 40% των μαλακών τυριών και το 25% των σκληρών. Καλλιεργεί κοντά στο 14% της χρησιμοποιούμενης γης της χώρας, συμμετέχει στην Ακαθάριστη Προστιθέμενη Αξία της χώρας με 5,2% (έτος βάσης 2020), απασχολεί το 19% του πληθυσμού στη γεωργία (11% για τη χώρα) με πάνω από τους μισούς να εμφανίζονται ως επαγγελματίες αγρότες, ενώ συμβάλλει κατά 6% στο σύνολο των εξαγωγών της χώρας με ναυαρχίδες το βαμβάκι και τη φέτα ΠΟΠ. Είναι προφανές, λοιπόν, ότι θα επηρεαστεί η διαθεσιμότητα αυτών των προϊόντων στην εσωτερική αγορά ενώ αναμένεται να επηρεαστούν και οι εξαγωγές. Οι επιπτώσεις δεν θα είναι μόνο βραχυπρόθεσμες καθότι κανείς δεν γνωρίζει ακόμα πόσο χρόνο θα διαρκέσει η αποκατάσταση της παραγωγής, των μεταφορών, η ομαλοποίηση της μεταποίησης και η επανάκτηση των πιθανών απωλειών στις εξαγωγές. Τα παραπάνω αναμένεται να επηρεάσουν τις τιμές των προϊόντων και να ενισχύσουν την ανοδική πορεία του πληθωρισμού των τροφίμων.
 
 
Οι καταστροφές του αγροτικού τομέα είναι συνέπεια του Daniel ή και της ευαλωτότητας που είχε ήδη ο τομέας;
 
Η συγκεκριμένη καταστροφή της πρωτογενούς παραγωγής, αλλά και της μεταποίησης σε αρκετές περιπτώσεις, είναι το αποτέλεσμα των πλημμυρών. Εάν με ρωτάτε για την ευαλωτότητα της γεωργικής παραγωγής στην Θεσσαλία γενικότερα, θα σας έλεγα ότι είναι υπαρκτή, συνδέεται προφανώς με την κλιματική αλλαγή, την καθυστερημένη προσαρμογή σε αυτή αλλά και την κυριαρχία ενός βιομηχανικού/εντατικού μοντέλου παραγωγής που έχει επιφέρει σοβαρές περιβαλλοντικές επιπτώσεις στην περιοχή. Από την άλλη, η Θεσσαλία, όπως και όλη η αγροτική παραγωγή, είναι «ευάλωτη» στις διακυμάνσεις της αγοράς στο επίπεδο της διαμόρφωσης του κόστους παραγωγής και σε αυτό των τιμών παραγωγού. Η απουσία σοβαρών μορφών συλλογικής οργάνωσης των αγροτών προσθέτει στην ευαλωτότητα.
 
 
Ποιος χρόνος θα απαιτηθεί για να απορροφηθεί το πλήγμα; Η πορεία αποκατάστασης του τομέα επηρεάζεται από τους άλλους;
 
Δεν νομίζω ότι μπορούμε να εκτιμήσουμε τον αναγκαίο χρόνο. Δεν έχουμε εκτίμηση ούτε του μεγέθους του πλήγματος ακόμα ούτε και των αναγκαίων εργαλείων πολιτικής και πόρων. Από την άλλη, η απορρόφηση έχει αρκετά στάδια για να φτάσει κανείς στην αποκατάσταση του αγροτικού τομέα. Προέχει, όμως, η άμεση αποκατάσταση/επιστροφή στην κανονικότητα. Συγκεκριμένα, θεωρώ ότι προηγείται η αποκατάσταση της ασφαλούς υγειονομικής κατάστασης (καύση νεκρών ζώων, αντιμετώπιση ρύπανσης του υδροφόρου ορίζοντα από πετρέλαια, λιπάσματα, φυτοφάρμακα), η αποκατάσταση ασφαλούς ηλεκτροδότησης και υδροδότησης, των στοιχειωδών υποδομών για τις αναγκαίες μετακινήσεις του πληθυσμού καθώς και των αντιπλημμυρικών έργων. Πρέπει παράλληλα να αντιμετωπιστεί το ζήτημα της στέγασης, της αναγκαίας οικοσκευής και των κοινωνικών υποδομών (σχολεία, κέντρα υγείας κοκ). Εάν η οικογένεια δεν έχει τις κατάλληλες συνθήκες να ξαναχτίσει τη ζωή της, δεν μπορεί όχι το πλήγμα να απορροφήσει αλλά ούτε καν να επιστρέψει στην περιοχή. Αυτό προϋποθέτει δύο άλλα πράγματα: αφενός, την αποκατάσταση των εδαφών (που έχουν επιβαρυνθεί από φερτά υλικά και ρύπανση) και την παραγωγική ανασυγκρότηση της αγροτικής εκμετάλλευσης, αφετέρου, την πλήρη και άμεση αποζημίωση των πληγέντων (απώλεια παραγωγής/εισοδήματος, εξοπλισμός κοκ) για την επανεκκίνηση της παραγωγικής τους δραστηριότητας. Η πορεία αποκατάστασης επηρεάζεται από την έκταση, την ταχύτητα και ποιότητα της παρέμβασης της πολιτείας και των θεσμών της.
 
 
Υπάρχει κίνδυνος να φύγει σημαντικό ποσοστό του αγροτικού πληθυσμού λόγω αποθάρρυνσης ή ματαίωσης των δυνατοτήτων να συνεχίσει τη λειτουργία της μονάδας του;
 
Νομίζω ότι αν δεν υπάρξει άμεση αποκατάσταση των συνθηκών που προανέφερα, αυτό είναι πολύ πιθανόν. Υπάρχει ήδη έξοδος από τη γεωργία. Σε μία δεκαετία το ποσοστό των απασχολούμενων στην γεωργία στην Θεσσαλία έπεσε από 29% σε 19%. Τα μηνύματα είναι συχνά τα τελευταία χρόνια και ειδικότερα μετά την πρόσφατη εκτίναξη του κόστους παραγωγής συνεπεία της ενεργειακής και ουκρανικής κρίσης. Κρίσιμο ζήτημα, επίσης, είναι πώς θα αντιδράσει το πιο δυναμικό τμήμα του αγροτικού πληθυσμού που αποτελεί την παραγωγική και δημογραφικά ισχυρή ραχοκοκαλιά του κάμπου. Εάν αυτοί νιώσουν ότι μετά και από μια τέτοια τραγωδία, η πολιτεία, το κράτος, οι φορείς της κοινωνίας δεν είναι δίπλα τους, φοβάμαι οι συνέπειες θα είναι τραγικές κοινωνικά, αναπτυξιακά κατά μήκος όλης της αλυσίδας της αγροδιατροφής. Επαναλαμβάνω: εξαρτάται από την έκταση, την ταχύτητα και την ποιότητα της παρέμβασης και στήριξης.
 
 
Υπάρχει περίπτωση η πλημμύρα να οδηγήσει σε αλλαγές ή και εγκατάλειψη κάποιων καλλιεργειών, να υπάρξει και κερκόπορτα για εισαγωγή μεταλλαγμένων;
 
Προφανώς, η πλημμύρα θα προκαλέσει επανεξέταση των καλλιεργητικών επιλογών των παραγωγών. Δεν μπορώ να γνωρίζω ποιες καλλιέργειες θα διατηρήσουν ή θα εγκαταλείψουν. Θεωρώ ότι η κτηνοτροφία θα αντιμετωπίσει μεγαλύτερο πρόβλημα και κυρίως η αιγοπροβατοτροφία. Εκεί ελλοχεύουν σοβαροί κίνδυνοι εγκατάλειψης καθότι αφενός οι συνθήκες άσκησης της δραστηριότητας είναι εξαιρετικά δύσκολες, αφετέρου η αποκατάσταση (ζωικό κεφάλαιο, σταβλικές εγκαταστάσεις, εξοπλισμός) θα απαιτήσει κοστοβόρες επενδύσεις. Από την άλλη, πρέπει να πω, ότι οι ενισχύσεις, τα διάφορα επενδυτικά μέτρα της ΚΑΠ, οι χρηματοδοτήσεις, θα επηρεάσουν τις τελικές τους αποφάσεις. Εξάλλου, λόγω της νέας ΚΑΠ εισάγονται αλλαγές που θα επηρεάσουν τα εισοδήματα των παραγωγών και τις καλλιεργητικές τους αποφάσεις και πρακτικές. Κερκόπορτα για είσοδο των μεταλλαγμένων δεν νομίζω να υπάρξει, καθότι για να μπορέσει να διατεθεί στην αγορά της ΕΕ οποιοσδήποτε γενετικά τροποποιημένος οργανισμός (ΓΤΟ) ή προϊόν, πρέπει να περάσει από ένα σύστημα έγκρισης με παράλληλη υποχρέωση των κρατών μελών να εξασφαλίζουν την ιχνηλασιμότητα και την επισήμανση, σε όλα τα στάδια της διάθεσης στην αγορά. Η Ελλάδα αξιοποιεί τη δυνατότητα που της παρέχει η ευρωπαϊκή νομοθεσία και ανανεώνει την απαγόρευση καλλιέργειας, εμπορίας και διακίνησης μεταλλαγμένων σπόρων στην επικράτειά της.
 
Μια άλλη κερκόπορτα είναι, όμως, πιθανή. Αυτή της εκμετάλλευσης της ευκαιρίας που προσφέρει μια κρίση για την είσοδο μεγάλων επενδυτών και funds στη γεωργία και τον αγροδιατροφικό τομέα γενικότερα. Έγινε πρόσφατα γνωστό ότι το 1/3 των εξαγορών και συγχωνεύσεων στη χώρα μας συνδέονται με τον αγροδιατροφικό τομέα. Διεθνή αλλά και ελληνικά funds και εταιρείες όπως το CVC, Diorama Investments Sicar S.A., το Elikonos 2, το EOS Capital Partner, Impala Investments κοκ διεισδύουν δυναμικά. Μάλιστα στον γαλακτοκομικό τομέα φαίνεται οδηγούμαστε στη διαμόρφωση δύο σημαντικών πόλων, αυτόν που συνδέεται με την CVC (Δέλτα, Μεβγάλ, Δωδώνη και Κολιός) και αυτόν των Ελληνικών Γαλακτοκομείων (Αφοί Σαράντη-Όλυμπος, Τυράς, Ροδόπη κ.α.) με ισχυρή παρουσία στην Θεσσαλία. Παράλληλα, σημαντικές εμφανίζονται τον τελευταίο καιρό και επενδύσεις στην εξαγορά παραγωγικών γαιών. Πρόκειται για μια διεθνή τάση ως αποτέλεσμα της αυξανόμενης διεθνούς ζήτησης για τρόφιμα, που εκτιμάται από πολλούς διεθνείς οργανισμούς ότι θα εκτιναχθεί κατά 80-100% στα επόμενα 25 χρόνια. Υπ’ αυτή την έννοια η Θεσσαλία μπορεί να αποτελέσει «επενδυτική ευκαιρία» με καταιγιστικές αλλαγές στην πρωτογενή παραγωγή και τη μεταποιητική βιομηχανία, εάν οι καταστροφικές πλημμύρες δεν μετατραπούν σε «ευκαιρία» ανασυγκρότησης του ενεργού παραγωγικού κόσμου.
 
 
Τι μέτρα θα έπρεπε να υιοθετηθούν, στη μακρά διάρκεια, για την αναδιάρθρωση και ανάπτυξη του γεωργικού τομέα της Θεσσαλίας;
 
Όσα αναφέρθηκαν παραπάνω συνηγορούν υπέρ της ανάγκης κατάρτισης και υλοποίησης ενός Ειδικού Σχεδίου Ολοκληρωμένης Ανασυγκρότησης της περιοχής που προϋποθέτει έναν ανασχεδιασμό της παραγωγικής κατεύθυνσης που θα δώσει μεγαλύτερο βάρος στην επισιτιστική ασφάλεια (με όρους ποσότητας και ποιότητας τροφίμων), στα συγκριτικά πλεονεκτήματά της για την παραγωγή προϊόντων ποιότητας και ταυτότητας και παράλληλα θα αναβαθμίζει ποιοτικά και περιβαλλοντικά το μοντέλο της βιομηχανικής/εντατικής γεωργίας που κυριαρχεί στην περιοχή. Η προσαρμογή στις απαιτήσεις της κλιματικής αλλαγής και της πράσινης μετάβασης στο πλαίσιο της νέας ΚΑΠ, απαιτούν, μεταξύ άλλων, τη χάραξη στρατηγικής αναδιάρθρωσης καλλιεργειών, ενίσχυσης της τοπικοποίησης της παραγωγής, χαμηλό περιβαλλοντικό αποτύπωμα και, τέλος, την ενίσχυση της κάθετης ολοκλήρωσης των παραγωγικών/διατροφικών συστημάτων με ισχυρές τοπικές διακλαδικές συνδέσεις και υψηλή προστιθέμενη αξία. Η παροχή γεωργικών συμβουλών, η κατάρτιση και η διάχυση της γνώσης και της καινοτομίας στον παραγωγικό κόσμο μπορούν να συμβάλουν καθοριστικά στο Σχέδιο Ανασυγκρότησης. Το σχέδιο προϋποθέτει και την ανάπτυξη της υπαίθρου στη βάση ενός νέου οράματος που θα ενσωματώνει αφενός την οικολογική/πράσινη μετάβαση και τη δημογραφική σταθερότητα, αφετέρου την προοπτική μιας νεοτερικής «αγροτικής αντιστροφής» αστικού πληθυσμού προς τον αγροτικό χώρο. Η ψηφιοποίηση, οι πράσινες καινοτομίες, οι έξυπνες επενδύσεις και υποδομές μπορούν να συμβάλουν καθοριστικά στην πράσινη μετάβαση και στην αύξηση της παραγωγικότητας με στόχο την οικονομική και περιβαλλοντική βιωσιμότητα της περιοχής. Ένα τέτοιο ολοκληρωμένο Σχέδιο μπορεί να κινητοποιήσει πόρους για την υλοποίησή του από διάφορα Ταμεία (ΠΑΑ, Ταμείο Ανάκαμψης & Ανθεκτικότητας, Κοινωνικό Ταμείο, Περιφερειακό κ.α.) αλλά και να αποτελέσει παράδειγμα περιφερειακής ανασυγκρότησης του αγροδιατροφικού τομέα και της υπαίθρου.
 
Ο Χαράλαμπος Κασίμης είναι ομότιμος καθηγητής στο Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών.
 
Παύλος Κλαυδιανός