Macro

Χαράλαμπος Γεωργούλας: Η ΔΕΘ, το πάρκο και ο εχθρός λαός

Υπάρχουν οι πόλεμοι –στον Βορρά, στη Μέση Ανατολή κι άλλοι διάσπαρτοι– υπάρχουν οι υποκλοπές, υπάρχει ο ΟΠΕΚΕΠΕ πρώτο και δεύτερο μέρος… Πού χώρος για κάτι που συμβαίνει πολύ μακριά, στην… ακριτική Θεσσαλονίκη.

Εκεί πάνω, περισσότεροι από 23.000 έβαλαν την υπογραφή τους και ζητούν να γίνει τοπικό δημοψήφισμα για τη μετατροπή του χώρου της ΔΕΘ, στην καρδιά της πόλης, σε πάρκο. Το ζητούν, κατά τον νόμο, από τη δημοτική αρχή. Κι αυτή τους απαντάει με νομικίστικα τερτίπια και απορρίπτει το αίτημά τους, ούτε λίγο ούτε πολύ, γιατί δεν συνοδεύεται με 23.000 βεβαιώσεις του γνήσιου της υπογραφής τους από τα ΚΕΠ.

Μισούν τα τοπικά δημοψηφίσματα

Θα μπορούσε, βέβαια, η ίδια η δημοτική αρχή, με δική της πρωτοβουλία, να ζητήσει τη γνώμη των πολιτών. Τη δυνατότητα αυτή τη δίνει ο νόμος εδώ και οχτώ χρόνια. Στη διάρκεια των οποίων, από όσα γνωρίζουμε, δεν έχει διεξαχθεί ούτε μισό τοπικό δημοψήφισμα για οποιοδήποτε θέμα, οπουδήποτε.

Ας μην τα βάζουμε, όμως, μόνο με την αυτοδιοίκηση, κακέκτυπο της κεντρικής διοίκησης καταντάει πολύ συχνά και της μοιάζει. Από το 2019 υπάρχει συνταγματική διάταξη που προβλέπει την κατάθεση πρότασης νόμου στη Βουλή με λαϊκή πρωτοβουλία. Δεν εξειδικεύτηκε ποτέ με νόμο. Παρά το γεγονός ότι έχουν κατατεθεί σχετικά νομοσχέδια, τα οποία δεν συζητήθηκαν ποτέ, προφανώς γιατί προέρχονται από την αντιπολίτευση –Ελληνική Λύση και Νέα Αριστερά.

Αυτά σε πρώτο πλάνο. Γιατί σε δεύτερο έχει γίνει ήδη η νομοτεχνική προετοιμασία για την κατάργηση αυτής της δυνατότητας που δεν έγινε πραγματικότητα: έτοιμο είναι το σχέδιο νόμου που καταργεί το τοπικό δημοψήφισμα με λαϊκή πρωτοβουλία. Τη δυνατότητα αυτή θα έχουν μόνο δημοτικά και περιφερειακά συμβούλια.

Λαϊκή κυριαρχία και κυριαρχία επί του λαού

Τώρα, μετά από αυτά, μπορούμε βάσιμα να υποθέσουμε γιατί δεν γίνονται δεκτές οι 23.000 υπογραφές στη Θεσσαλονίκη. Δεν είναι επειδή δεν τις συνοδεύουν ισάριθμες βεβαιώσεις της γνησιότητάς τους, αλλά γιατί υπάρχει ο κίνδυνος, αν γίνουν δεκτές, να μιλήσει για πρώτη φορά ο δήμος και όχι απρόσωποι εκπρόσωποί του, να αποφασίσει ο ίδιος, χωρίς διαμεσολανητές. Τα κάνει κάτι τέτοια. Δεν πάνε πολλά χρόνια που σε ένα άτυπο αλλά αξέχαστο δημοψήφισμα έκοψε με συντριπτικό ποσοστό την όρεξη όσων πήγαιναν να ιδιωτικοποιήσουν τη ΔΕΥΑΘ. Εκεί, στην ίδια μακρινή πόλη.

Ολοκληρώνεται, λοιπόν, μ’ αυτό τον τρόπο η εικόνα και αποκτούν μια διαφορετική απάντηση καθένα από τα ερωτήματα που είχαν γεννηθεί από αυτή την απαράδεκτη στάση της δημοτικής αρχής της Θεσσαλονίκης. Μια που δεν εφαρμόστηκε ποτέ αυτό το καινό δαιμόνιο, ας μην αφήσουμε ποτέ να μπει ο διάολος μέσα στον παράδεισο της –διόλου– αντιπροσωπευτικής μακαριότητάς μας. Τους φτάνει που ψηφίζουν κάθε τέσσερα με πέντε χρόνια –και πολύ τους πάει.

Ο καβγάς, πάει να πει, δεν γίνεται μόνο για τις 23.000 υπογραφές και για άλλα τόσα τετραγωνικά. Και δεν πρόκειται με τίποτα για κάποιο τοπικό ζήτημα κάπου στην περιφέρεια. Πρόκειται για ένα κεντρικότατο πολιτικό ζήτημα, καθώς αγγίζει την άμεση λαϊκή συμμετοχή, τον πυρήνα της λαϊκής κυριαρχίας – η οποία, με την αποξένωση του ίδιου του λαού από την άσκηση της πολιτικής, πολλοί θέλουν να μετατραπεί σε κυριαρχία επί του λαού.

Να γιατί δεν ακούμε να μιλούν γι’ αυτό

Γι’ αυτό και δεν γίνεται, όπως συμβαίνει, να κάνουν πως δεν καταλαβαίνουν τα κόμματα, υπαρκτά και υπό κατασκευή, ιδίως όταν παριστάνουν την αξιωματική αντιπολίτευση –λέγε με ΠΑΣΟΚ– και να μην παίρνουν επίσημα και κεντρικά, δημόσια και φωναχτά θέση, όπως πολλοί οπαδοί τους το κάνουν, για όσα συμβαίνουν στη Θεσσαλονίκη. Και την ίδια ώρα να λένε ότι πολεμούν τη δεξιά. Ενώ θα έπρεπε με μια φωνή, τουλάχιστον η αποκαλούμενη δημοκρατική αντιπολίτευση, να πιέσει από κοινού και αφόρητα, με όλη τη δύναμη της επιρροής της την πλειοψηφία του δημοτικού συμβουλίου, που η ίδια στις δημοτικές εκλογές πρότεινε, υποστήριξε προεκλογικά, πανηγύρισε για την επικράτησή της και στηρίζει σε μεγάλο βαθμό μετεκλογικά, να πάψει να υποδύεται το νομοδιδάσκαλο που νίπτει τας χείρας του. Και να υποχρεωθεί να αναλάβει η ίδια να οργανώσει το δημοψήφισμα με το συγκεκριμένο ερώτημα, αντί να προσπαθεί με τερτίπια να το ματαιώσει. Αυτό θα έκανε μια οποιαδήποτε αρχή που σέβεται τον εαυτό της και δεν κρύβεται πίσω από το δάχτυλό της ανακαλύπτοντας προσκόμματα εκεί που δεν υπάρχουν, μόνο και μόνο γιατί φοβάται πως η θέληση του δήμου μπορεί να διαφέρει ριζικά από τη δική της μεθόδευση.

Το ότι δεν τα βλέπουμε όλα αυτά σαν κεντρικό πολιτικό ζήτημα να φιλοξενούνται σε πρωτοσέλιδα ή σε τηλεοπτικά παράθυρα και podcast ή vidcast, δεν οφείλεται τόσο στο περιορισμένο οπτικό πεδίο των διευθυντών των κυρίαρχων μίντια, όσο στην απροθυμία τους να χαλάσουν τη διάθεση των κρατούντων. Όλων εκείνων που βγάζουν σπυράκια στη σκέψη ότι μπορεί ο άσχετος και αδαής όχλος ν’ αρχίσει να ζητάει το αδιανόητο: όχι μόνο να ενοχλεί, να κινητοποιείται και να πιέζει, αλλά να υφαρπάξει και τμήμα της νομοθετικής εξουσίας. Να καταντήσουμε ρεπούμπλικο, δηλαδή. Δεν θα παίξουν με τα ιερά και τα όσια!

Αυτή η τελευταία φράση θα μπορούσε, στο δικό μας στόμα, να ακουστεί σαν απειλή και προς τους κρατούντες, αν η κυβέρνηση της ΝΔ είχε αντίπαλό της μια κοινωνική και πολιτική αντιπολίτευση, έτοιμη όχι να την αντικαταστήσει, αλλά να την ανατρέψει. Λέμε, αν.

Η ΕΠΟΧΗ