Macro

Devid Broder: Η άνοδος της AfD δεν αφορά μόνο την Ανατολική Γερμανία

Το κόμμα «Εναλλακτική για τη Γερμανία» διατηρεί σταθερό προβάδισμα στις δημοσκοπήσεις σε εθνικό επίπεδο, συμπεριλαμβανομένης της πρώην Δυτικής Γερμανίας. Η άνοδός του οφείλεται σε πολύ περισσότερα πράγματα από τα παράπονα των Ανατολικογερμανών.

Όταν η «Εναλλακτική για τη Γερμανία» (AfD) κέρδισε τις πολιτειακές εκλογές στη Σαξονία-Άνχαλτ στις 6 Σεπτεμβρίου, πολλοί αναλυτές είδαν σε αυτό την επιβεβαίωση της ατέρμονης εσωτερικής διαίρεσης της χώρας. Περισσότερες από τρεις δεκαετίες μετά την επανένωση, μας λένε, η πρώην Ανατολική Γερμανία εξακολουθεί να αποτελεί έναν διαφορετικό κόσμο πολιτικά. Η AfD όχι μόνο συγκέντρωσε 44% στη Σαξονία-Άνχαλτ, αλλά στις εκλογές της Κυριακής στο Μεκλεμβούργο – Δυτική Πομερανία εκτινάχθηκε στο 38% — σημειώνοντας την τρίτη συνεχόμενη νίκη της στα λεγόμενα «νέα κρατίδια» που προσχώρησαν στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία το 1990. Αυτά τα αποτελέσματα, πλέον, δεν εκπλήσσουν κανέναν. Η AfD θεωρείται ευρέως ως το κόμμα της Ανατολής.

Ο Μάρτιν Ζόνεμπορν, εκπρόσωπος του σατιρικού σχηματισμού Die Partei στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, επεσήμανε την ειρωνεία της υπόθεσης. Το τείχος που ορθώθηκε από τις ανατολικογερμανικές αρχές το 1961, με ονομαστικό στόχο να κρατήσει έξω τους δυτικούς αντιδραστικούς, ονομαζόταν επισήμως «Αντιφασιστικό Τείχος Προστασίας». Την ημέρα των εκλογών στη Σαξονία-Άνχαλτ, ο Ζόνεμπορν δημοσίευσε μια εικονική έκκληση να ξαναχτιστεί το τείχος — αυτή τη φορά για να προστατευτούν οι δυτικοί δημοκράτες από τους περιπλανώμενους ναζί της Ανατολής. Η ανάρτησή του ήταν προφανώς παραλόγου περιεχομένου. Παρόλα αυτά, αντανακλούσε τις ευρέως διαδεδομένες αντιλήψεις για το νέο πολιτικό χάσμα κατά μήκος των παλιών εσωτερικών συνόρων της Γερμανίας, καθώς και τις επικριτικές στάσεις απέναντι στους Ανατολικογερμανούς.

Προοδευτικοί Γερμανικοί λογαριασμοί στο X (πρώην Twitter) απηύθυναν έκκληση στους ξένους παρατηρητές να μην προβαίνουν σε γενικεύσεις με βάση το αποτέλεσμα της Σαξονίας-Άνχαλτ: Ένα τόσο μικρό και φτωχό ανατολικό κρατίδιο, υποστήριξαν ορισμένοι, δεν αποτελεί δείκτη της γερμανικής κοινής γνώμης περισσότερο από όσο θα αποτελούσε το Ουαϊόμινγκ για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Πολλές αναλύσεις επικεντρώθηκαν σε τοπικά ψυχοδράματα, εξηγώντας ότι οι Ανατολικογερμανοί (οι λεγόμενοι «Όσι») δεν έμαθαν ποτέ να χρησιμοποιούν με σύνεση τις δημοκρατικές ελευθερίες, ότι διακατέχονται από μια κουλτούρα διογκωμένης αδικίας, ή ότι οι κομμουνιστές ηγέτες της Ανατολής δεν τους ανάγκασαν ποτέ να εξιλεωθούν για το ναζιστικό παρελθόν. Άλλοι απέδωσαν την ευθύνη στις επιπτώσεις της επανένωσης: λόγω της αποβιομηχάνισης ή επειδή οι Ανατολικογερμανοί νιώθουν πολίτες δεύτερης κατηγορίας, ακόμη και σε μια χώρα που υποδέχεται νέους μεταναστες.

Ωστόσο, όλες αυτές οι ερμηνείες για την άρνηση των Ανατολικογερμανών να συμβαδίσουν με τη μοντέρνα, δημοκρατική και κοσμοπολίτικη Γερμανία προσπέρασαν ένα πολύ μεγαλύτερο πρόβλημα: Πώς γίνεται η ακροδεξιά AfD να έχει αρχίσει να φιγουράρει στην πρώτη θέση των δημοσκοπήσεων και στην πρώην Δυτική Γερμανία;

Είναι αλήθεια: Ακόμη και από εδώ, από τον 10ο όροφο μιας προκατασκευασμένης πολυκατοικίας στο ανατολικό Βερολίνο, μπορώ να δω ότι η περιοχή μας αποτελεί πολύ μεγαλύτερο στόχο για την AfD σε σχέση με τα δυτικά τμήματα της πόλης. Παρ’ όλα αυτά, το χάσμα Ανατολής-Δύσης ελάχιστα εξηγεί τη συνολική άνοδο του κόμματος. Μόλις ένας στους έξι Γερμανούς ζει στην πρώην Ανατολική Γερμανία, κι όμως η AfD αποτελεί την κυρίαρχη δύναμη σε ολόκληρη την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία: Συγκεντρώνει σχεδόν 30% σε όλη τη Γερμανία, προηγούμενη σχεδόν κατά 10 μονάδες από τους συντηρητικούς Χριστιανοδημοκράτες (CDU) του καγκελάριου Φρίντριχ Μερτς. Από τον Απρίλιο, η AfD βρίσκεται στην κορυφή κάθε δημοσκόπησης σε ομοσπονδιακό επίπεδο: Κατατάσσεται επανειλημμένα πρώτη τόσο στη Δύση, με ποσοστά γύρω στο 25–26%, όσο και στην Ανατολή, με ποσοστά μεταξύ 35–40%.

Πολιτικοί χάρτες σαν κι αυτόν, που δείχνουν το πρώτο κόμμα ανά περιοχή στις εθνικές εκλογές του περασμένου έτους, εμφανίζουν τη Γερμανία χωρισμένη στα δύο: η Ανατολή μπλε (AfD), η Δύση μαύρη (CDU). Εντούτοις, η εικόνα αλλάζει ραγδαία, ιδιαίτερα στις δημοσκοπήσεις για τις ομοσπονδιακές εκλογές. Το κόμμα κερδίζει εκατομμύρια νέους ψηφοφόρους στα μεγαλύτερα δυτικά κρατίδια, όπως τη Βόρεια Ρηνανία-Βεσφαλία, όπου πλέον ανταγωνίζεται τη CDU για την πρώτη θέση στις ομοσπονδιακές δημοσκοπήσεις (φτάνοντας έως και το 24%), και τη Βαυαρία, όπου καταγράφει υποστήριξη γύρω στο 20% — φτάνοντας μάλιστα το 42% στις ηλικίες κάτω των 30 ετών. Στις αγροτικές περιοχές, τις μικρές πόλεις, καθώς και ανάμεσα στους νέους και μεσήλικες άνδρες, η AfD συσσωρεύει ψήφους ακόμα και σε δυτικές περιοχές όπου στο παρελθόν διέθετε ελάχιστη οργανωτική παρουσία. Στις δημοτικές εκλογές του 2021 στη Κάτω Σαξονία (στη βορειοδυτική Γερμανία), η AfD είχε συγκεντρώσει 5,4%, ενώ στις αντίστοιχες αναμετρήσεις αυτόν τον μήνα έφτασε το 16%.

Πέρα από τις δημοσκοπήσεις

Ωστόσο, παρόλο που η AfD θα ήθελε να αυτοπροβάλλεται ως το φυσικό «σπίτι» των απλών Γερμανών, δεν κερδίζει παντού. Οι δημοσκοπήσεις δεν είναι πραγματικές κάλπες, και εκεί όπου η AfD είναι το μεγαλύτερο μεμονωμένο κόμμα, σπάνια διαθέτει την πλειοψηφία. Ακόμη και μετά τη νίκη της στη Σαξονία-Άνχαλτ, δεν είναι βέβαιο ότι μπορεί να σχηματίσει κυβέρνηση. Οι τίτλοι των ειδήσεων για τη θεαματική της άνοδο στο Μεκλεμβούργο – Δυτική Πομερανία δεν πρέπει να μας τυφλώνουν απέναντι στην αντίσταση που συναντά εκεί, ούτε απέναντι στο γεγονός ότι περιοχές με μακρά σοσιαλδημοκρατική παράδοση —για παράδειγμα πιο αστικοποιημένες περιφέρειες με σταθερότερη οικονομική κατάσταση και υψηλότερο μορφωτικό επίπεδο— δεν έχουν πέσει τόσο εύκολα στα χέρια της.

Αυτός είναι ένας επιπλέον λόγος για να αντιμετωπίζουμε με καχυποψία τους ισχυρισμούς ότι η AfD αντιπροσωπεύει ανατολικογερμανικές ιδιομορφίες. Μεγάλο μέρος της δημοσιογραφικής κάλυψης έχει εστιάσει στην κουλτούρα της πρώην Λαοκρατικής Δημοκρατίας της Γερμανίας (ΛΔΓ), αφήνοντας να εννοηθεί ότι οι πρώην πολίτες της δεν ταυτίστηκαν ποτέ πραγματικά με την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία. Κάποιες φορές, αυτό επικεντρώνεται σε σημάδια νοσταλγίας για τη ΛΔΓ —όπως η περίπτωση του υποψηφίου της AfD, Ούλριχ Ζίγκμουντ, που κυκλοφορεί με ένα μοτοποδήλατο Simson της ανατολικογερμανικής εποχής— ή σε αναφορές για τη φιλορωσική στάση των Ανατολικών. Τα φιλελεύθερα μέσα ενημέρωσης συχνά παθολογικοποιούν τον ακροδεξιό αυταρχισμό ως ένα κατεξοχήν «ανατολικό» πρόβλημα: ότι οι Ανατολικογερμανοί δεν ήρθαν ποτέ αντιμέτωποι με το ναζιστικό παρελθόν όπως η Δύση, ούτε έμαθαν να είναι δημοκράτες.

Ωστόσο, αυτή η ανάλυση έχει ένα θεμελιώδες ελάττωμα: τα ποσοστά της AfD δεν χτυπούν κόκκινο στους Ανατολικογερμανούς συνταξιούχους, αλλά στους άνδρες γύρω στα 40. Ένας Ανατολικογερμανός που ήταν 10 ετών την εποχή της επανένωσης είναι πολύ πιο πιθανό να ψηφίσει AfD από κάποιον που ήταν ήδη ενήλικας στη ΛΔΓ. Έτσι, πιο λεπτομερείς ερμηνείες εστιάζουν στα δεινά της περιόδου μετά την επανένωση: για παράδειγμα, σε αγροτικές περιοχές όπου οι βιομηχανίες της εποχής της ΛΔΓ έβαλαν λουκέτο, πολλοί άνθρωποι —ειδικά άνδρες που πλησιάζουν τη μέση ηλικία— ενδέχεται να τρέφουν πικρία για τους γείτονές τους που έφυγαν αναζητώντας οικονομικές ευκαιρίες στη Δύση ή έφυγαν για σπουδές στη Δρέσδη, τη Λειψία ή το Ρόστοκ.

Παρόλο που οι ψηφοφόροι της AfD δηλώνουν συχνά στους δημοσκόπους ότι δυσκολεύονται οικονομικά, η ψήφος τους δεν εκφράζεται ως σοσιαλιστική νοσταλγία, αλλά ως μνησικακία απέναντι στους «μη δικαιούχους» φτωχούς. Ο κοινωνιολόγος Όλιβερ Νάχτβεϊ έχει μελετήσει την αίσθηση πολλών Γερμανών ότι η κοινωνική κινητικότητα έχει μπλοκάρει —ή, ακριβέστερα, ότι πρέπει να τρέξουν ακόμα πιο γρήγορα απλώς για να διατηρήσουν τη θέση που ήδη κατέχουν. Αυτό θυμίζει το φαινόμενο που περιέγραψε η Άρλι Χόχτσιλντ όταν, απέναντι στην αθετημένη υπόσχεση του Αμερικανικού Ονείρου, η οργή διοχετεύεται εναντίον εκείνων που κατηγορούνται ότι «μπαίνουν σφήνα στην ουρά» —δηλαδή των μεταναστών και των μειονοτήτων— καθώς και εναντίον των ελίτ που θεωρείται ότι τους ευνοούν.

Γι’ αυτόν τον λόγο είναι επίσης υπερβολικό να πιστεύουμε ότι η απήχηση της AfD στους εργάτες οφείλεται στα οριακά προνοιακά στοιχεία του προγράμματός της. Η γοητεία της έγκειται αλλού, καθώς και στην ευρύτερη πολιτισμική στροφή που εκφράζεται με τα συνθήματα «Ausländer raus!» («Έξω οι ξένοι!») σε νυχτερινά κέντρα, σε ποδοσφαιρικούς αγώνες, ακόμα και σε έναν όμιλο τένις στην πιο αριστοκρατική περιοχή του δυτικού Βερολίνου. Προσφέρει μια σκοτεινή έξαψη ανταρσίας: επειδή προκαλεί σοκ, επειδή ταπεινώνει τους μετανάστες και επειδή εκνευρίζει τους συμπολίτες που θεωρούν ότι οι ανοιχτόμυαλες αξίες ή τα προσόντα τους έχουν σημασία. Επενδυμένο με ειρωνεία, το σύνθημα αυτό είναι υπερήφανο, προκλητικό και πλημμυρισμένο από επιθετικότητα απέναντι στην πολιτική αριστερά.

Η εναλλακτική απέναντι στην «Εναλλακτική»

Οι ιδέες της AfD δεν είναι καινούργιες, αλλά το κόμμα επωφελείται από την αυξανόμενη εχθρότητα απέναντι στην πολιτική αποκαλούμενη «συστημική» και τα μέσα ενημέρωσης, καθώς και από την αποξένωση από τον κοινωνικό συμβιβασμό πάνω στον οποίο τα μεγάλα μεταπολεμικά κόμματα έχτισαν τη στήριξή τους. Δεδομένου ότι τις δεκαετίες του 1990 και του 2000 οι περισσότεροι Ανατολικογερμανοί ήθελαν προφανώς να ενταχθούν σε αυτόν τον συμβιβασμό, ψηφίζοντας τακτικά το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα (SPD) και τους Χριστιανοδημοκράτες (CDU), κάθε ερμηνεία της στήριξης προς την AfD οφείλει να εστιάσει στις αποτυχίες αυτής της υπόσχεσης. Ωστόσο, αυτή η ιστορία δεν αφορά μόνο την Ανατολή. Διότι η επανένωση είχε τις επιπτώσεις της και στη Δύση, συνδεδεμένη στενά με το μοντέλο εργασίας και πρόνοιας που υιοθέτησε η Γερμανία την εποχή της παγκοσμιοποίησης και της Ευρωζώνης.

Οι μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας, των οποίων ηγήθηκε η συστημική κεντροαριστερά, καθώς και η ευρύτερη πίεση στους μισθούς, στα ενοίκια και στους λογαριασμούς ενέργειας των Γερμανών με χαμηλότερα εισοδήματα, δεν τους ώθησαν αμέσως στην AfD. Τη δεκαετία του 2000, η αριστερά ήταν ο κύριος εκλογικός ωφελημένος, με την ίδρυση του κόμματος Die Linke (Η Αριστερά) το 2007 από απογοητευμένους Σοσιαλδημοκράτες και πρώην κομμουνιστές. Η αντίθεση αυτού του κόμματος στις εργασιακές μεταρρυθμίσεις της κυβέρνησης του SPD το κατέστησε υπολογίσιμη δύναμη εκείνη την περίοδο, συμβάλλοντας στο να τεθούν αυτά τα ζητήματα στο επίκεντρο του εθνικού πολιτικού διαλόγου. Το κόμμα ήκμασε σε πολλές από τις περιοχές όπου σήμερα η AfD είναι ισχυρότερη.

Ωστόσο, κατά την περίοδο μετά την κρίση του 2008, η δυναμική του εξασθένησε. Όπως πολλές αριστερές-λαϊκιστικές δυνάμεις ανά την Ευρώπη, εκπροσωπούσε μια εύθραυστη συμμαχία ανάμεσα σε τμήματα ενός παλιού Κομμουνιστικού Κόμματος, συνδικαλιστές και μια πιο κινηματική πτέρυγα· δεν μπόρεσε να εκτοπίσει την κεντροαριστερά και συχνά έγινε ο «μικρός εταίρος» της σε κυβερνήσεις κρατιδίων. Πιο κοινωνικά συντηρητικά, μεγαλύτερης ηλικίας τμήματα της βάσης του —συμπεριλαμβανομένων των ανατολικών κρατιδίων, όπου διέθετε μια πιο σταδιακή, μεταρρυθμιστική οπτική— ήρθαν επίσης σε σύγκρουση με τα πιο ριζοσπαστικά του στοιχεία. Αυτό οδήγησε τελικά σε μια μακρά και επώδυνη διάσπαση, που κορυφώθηκε το 2023 με την αποχώρηση της ηγετικής προσωπικότητας Σάρα Βάγκενκνεχτ. Το Die Linke φάνηκε να έχασε την ευκαιρία του να κεφαλαιοποιήσει την αποξένωση των ψηφοφόρων από τα μεγάλα κόμματα.

Στο Λίχτενμπεργκ, την περιοχή του ανατολικού Βερολίνου όπου ζούμε η σύντροφός μου κι εγώ, οι προβλέψεις για τις ομοσπονδιακές εκλογές του 2025 προμήνυαν άνετη νίκη για την Μπέατριξ φον Στορχ της AfD. Η αριστοκρατικής καταγωγής Φον Στορχ είναι εγγονή του υπουργού Οικονομικών του Άντολφ Χίτλερ· η κύρια αντίπαλός της εδώ ήταν η Ινές Σβέρντνερ του Die Linke, πρώην συνάδελφός μου στο περιοδικό Jacobin. Πρόκειται για μια περιοχή με σχετικά χαμηλά εισοδήματα, με ιδιωτικοποιημένα συγκροτήματα κατοικιών της εποχής της ΛΔΓ και ημι-ανεξάρτητες πρώτες κατοικίες χτισμένες εκεί που άλλοτε υπήρχαν δημόσιες υποδομές. Δεν έχει τη φήμη ότι φιλοξενεί νεοναζί στον βαθμό που συμβαίνει στο γειτονικό Μάρτσαν και εκλέγει εδώ και καιρό αριστερούς ή σοσιαλδημοκράτες εκπροσώπους. Παρ’ όλα αυτά, η AfD έχει σημειώσει τεράστια κέρδη εδώ και οι υποστηρικτές της δεν κρύβουν πλέον τις απόψεις τους.

Κι όμως, η Σβέρντνερ αναδείχθηκε νικήτρια —και γύρω από τη γερμανική πρωτεύουσα το κόμμα απέκτησε νέα πνοή. Αν οι εκλογές του 2025 φάνηκαν αρχικά ως η «χαριστική βολή» για το Die Linke, τελικά το αναζωογόνησαν: η προθυμία του να αναμετρηθεί τόσο με την AfD όσο και με την κεντροαριστερή κυβέρνηση του Όλαφ Σολτς το βοήθησε να συσπειρώσει ψηφοφόρους που ψήφιζαν για πρώτη φορά, καθώς και ένα κύμα νέων μελών. Αυτή την Κυριακή, το Die Linke σημείωσε μια ακόμα σημαντική επιτυχία, καθώς κέρδισε τις τοπικές εκλογές του Βερολίνου για πρώτη φορά, συγκεντρώνοντας ποσοστό 26% χάρη σε μια εκστρατεία επικεντρωμένη στα ενοίκια και το κόστος διαβίωσης. Στη δική μου γωνιά του Βερολίνου, τόσο το Die Linke όσο και η AfD σημείωσαν κατακόρυφη άνοδο, με το αριστερό κόμμα όμως να προηγείται με 30% έναντι 23%.

Αυτό το αποτέλεσμα δεν χαρίστηκε στο Die Linke από κάποιο δημογραφικό πεπρωμένο. Σε αυτή την ψηφοφορία συγκέντρωσε περίπου 50% στις νεαρές γυναίκες και σε μερικές από τις πιο πολυπολιτισμικές περιοχές του Βερολίνου —ωστόσο αυτές ήταν νέες εξελίξεις στην πολιτική σκηνή της πόλης. Στην πραγματικότητα, ενώ ορισμένες μετεκλογικές αντιδράσεις παρουσιάζουν την πρωτεύουσα ως εγγενώς δικαιωματική και «προοδευτική» (woke), η πολιτική της δεν είναι σταθερά αριστερή: ο απερχόμενος δήμαρχος ήταν συντηρητικός, ενώ στις περισσότερες πρόσφατες εκλογές στο Βερολίνο, ακόμη και οι αθροιστικές δυνάμεις του Die Linke, των Πρασίνων και των Σοσιαλδημοκρατών αγγίζουν μόλις το μισό του εκλογικού σώματος. Η επιτυχία του Die Linke οφειλόταν στη σκληρή δουλειά πόρτα-πόρτα, στην αντίσταση στην πολιτική ταυτοτήτων της AfD, αλλά και στην απόλυτη αφοσίωση στα ζητήματα του κόστους διαβίωσης.

Αυτό σημαίνει επίσης ότι απευθύνεται σε διαφορετικούς τύπους ψηφοφόρων. Όπως επεσήμανε ο Λοράν Μπαλχόρν στο France24, η αριστερά είχε ήδη συγκεντρώσει παρόμοια ποσοστά στο Βερολίνο πίσω στη δεκαετία του 1990, αλλά με μια ειδοποιό διαφορά: τώρα έχει ξεφύγει από την ηλικιωμένη, μετακομμουνιστική και αμιγώς ανατολικογερμανική «περιφερειακή» της βάση, συσπειρώνοντας ένα πιο πολυσυλλεκτικό ακροατήριο, πιο αντιπροσωπευτικό των κατοίκων του Βερολίνου γενικότερα. Αυτό που παραμένει λιγότερο σαφές είναι αν μπορεί να πετύχει το ίδιο και αλλού.

Στο Βερολίνο, τα ενοίκια έχουν αναδειχθεί την τελευταία δεκαετία σε κεντρικό ζήτημα, το οποίο οι περισσότεροι ψηφοφόροι αναφέρουν μεταξύ των λόγων που επέλεξαν το Die Linke. Ωστόσο, παρόλο που λίγο πάνω από τους μισούς Γερμανούς ζουν στο ενοίκιο, το στεγαστικό ζήτημα —και το αίτημα για επαναγορά των ιδιωτικοποιημένων κατοικιών από το κράτος σε βάρος των μεγάλων ιδιοκτητών— δεν αποτελεί παντού το φυσικό επίκεντρο της καθημερινής οικονομικής πολιτικής. Επιπλέον, παρότι το Die Linke έχει αναπτύξει την παρουσία του στη βάση και εκτός Βερολίνου (ιδίως στη Λειψία), η συνολική εικόνα παραμένει αποσπασματική. Το κόμμα μπορεί σήμερα να διεκδικεί εκ νέου περίπου το 12% της ψήφου σε εθνικό επίπεδο, έχοντας προσελκύσει κι άλλους προοδευτικούς ψηφοφόρους από τις περσινές ομοσπονδιακές εκλογές. Η επαναφορά όμως των ψηφοφόρων της AfD θα είναι μια πολύ πιο δύσκολη υπόθεση.

Οι εκκλήσεις για μια «αντιφασιστική οικονομική πολιτική» (Ιζαμπέλα Βέμπερ) ή για μια λαϊκιστικού πνεύματος «εναλλακτική απέναντι στην Εναλλακτική» (Άνταμ Τουζ) κινούνται προς τη σωστή κατεύθυνση. Τέτοιες εκκλήσεις δεν κηρύττουν την απελπισία ούτε την προσκόλληση σε ένα παρακμάζον status quo, αλλά προτείνουν την ήττα της AfD μέσα από την κινητοποίηση των ψηφοφόρων για κάτι καλύτερο. Υπό αυτή την έννοια, η αναγωγή της AfD σε μια απλή φωνή των παραπόνων της Ανατολής τόσο διογκώνει την ισχύ της όσο και παραβλέπει τον κίνδυνο που αντιπροσωπεύει: αφενός επειδή η πλειονότητα των Ανατολικογερμανών δεν υποστηρίζει αυτό το κόμμα, αφετέρου επειδή αυτή η ανάλυση αγνοεί την άνοδο της AfD στη Δύση. Η γιγάντωση του μισαλλόδοξου εθνικισμού δεν αποτελεί κάποια τοπική ιδιοτροπία, αλλά μια παγκόσμια τάση σε ολόκληρη την Ευρώπη, την Ινδία και την Αμερική: δεν υπήρχε κανένας λόγος να θεωρείται ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία διέθετε κάποια μοναδική ανοσία.

Η AfD δεν βρίσκεται ακόμη προ των πυλών της εξουσίας, ενώ ακόμη και στα κρατίδια όπου καταγράφει τα υψηλότερα ποσοστά της δεν διαθέτει την πλειοψηφία για να κυβερνήσει μόνη της. Ωστόσο, φαίνεται αμφίβολο αν τα συστημικά κόμματα μπορούν να συνεχίσουν να συσπειρώνουν τους δικούς τους ψηφοφόρους —περιμένοντας από αυτούς να καταπιούν το υψηλότερο κόστος ζωής, την αύξηση των ορίων συνταξιοδότησης και τους αυξημένους λογαριασμούς υγείας— απλώς προειδοποιώντας ότι η AfD είναι χειρότερη. Αυτή ήταν η προσέγγιση που πρότεινε ο Μερτς στην τηλεοπτική του δήλωση μετά την ψηφοφορία της Κυριακής, δεσμευόμενος να προχωρήσει με τις «μεταρρυθμίσεις» του. Ο κίνδυνος είναι η ακροδεξιά να καταλήξει να φαντάζει ως η μόνη επιλογή απέναντι στο καθεστώς. Στο Βερολίνο, τουλάχιστον, υπάρχει κάποια ελπίδα ότι προβάλλει ένας διαφορετικός δρόμος προς τα εμπρός.

THE NATION