Βλέπω μια εντυπωσιακή αντιστροφή ρόλων στη στάση της Δύσης απέναντι στον πόλεμο της Ουκρανίας. Όταν η Ρωσία εισέβαλε τον Φεβρουάριο του 2022, οι Ηνωμένες Πολιτείες αντέδρασαν εντονότερα, θεωρώντας τον εαυτό τους εγγυητή της παλαιάς διεθνούς τάξης και ενδεχομένως της μελλοντικής ένταξης της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ. Η Ευρώπη κινήθηκε πιο συγκρατημένα, ενώ ο υπόλοιπος κόσμος, παρότι στην πλειονότητά του καταδίκασε τη σαφή παραβίαση του διεθνούς δικαίου από τη Ρωσία, δεν αντιμετώπισε τον πόλεμο με την ίδια ένταση.
Σήμερα η εικόνα έχει αλλάξει. Ακόμη και η κυβέρνηση Μπάιντεν, παρά τις πρωτοφανείς κυρώσεις κατά της Ρωσίας, προσπάθησε αρχικά να διατηρήσει έναν βασικό κανόνα της εποχής του Ψυχρού Πολέμου: την αποφυγή περιττής κλιμάκωσης με μια πυρηνική δύναμη. Σταδιακά, όμως, και αυτό το όριο υποχώρησε, καθώς οι ΗΠΑ ενεπλάκησαν ουσιαστικά στην επιλογή και στοχοποίηση σημείων μέσα στη Ρωσία.
Παρά ταύτα, η Ουάσιγκτον εμφανίζεται πλέον να επιθυμεί κάποιου είδους τερματισμό της σύγκρουσης. Αντίθετα, εκείνο που με εκπλήσσει είναι η ολοένα μεγαλύτερη πολεμική διάθεση ορισμένων ευρωπαϊκών χωρών, κυρίως των σκανδιναβικών και των βαλτικών, αλλά πλέον και της Γερμανίας και της Βρετανίας.
Θεωρώ αυτή τη στάση εξαιρετικά επικίνδυνη και βαθιά υποκριτική. Μικρά κράτη, επικαλούμενα πραγματικούς ιστορικούς φόβους και τραύματα από τη ρωσική ή σοβιετική κυριαρχία, ζητούν ουσιαστικά μια πολύ ευρύτερη αντιπαράθεση με τη Ρωσία, έχοντας όμως ως δεδομένο ότι το μεγαλύτερο μέρος του κόστους θα το αναλάβουν άλλοι – πρωτίστως οι Ηνωμένες Πολιτείες. Προσπαθούν έτσι να συνδέσουν τα δικά τους συμφέροντα με εκείνα των μεγάλων δυνάμεων, ώστε οι τελευταίες να πολεμήσουν και να πληρώσουν το τίμημα.
Η ιστορία προσφέρει επικίνδυνα προηγούμενα.
Η Σερβία επιχείρησε να αξιοποιήσει τη Ρωσία πριν από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η Πολωνία και η Ουγγαρία συμμετείχαν στον διαμελισμό της Τσεχοσλοβακίας πριν από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Στη Μέση Ανατολή, το Ισραήλ επιδιώκει επί δεκαετίες να εμπλέκει τις ΗΠΑ στις περιφερειακές συγκρούσεις και σήμερα βλέπω κάτι αντίστοιχο στον πόλεμο κατά του Ιράν: Μια μεγάλη δύναμη εισέρχεται σε μια σύγκρουση χωρίς σαφείς πολιτικούς στόχους, ενώ ένας μικρότερος σύμμαχος ωφελείται από την αποδυνάμωση του αντιπάλου του.
Ακούω το επιχείρημα ότι μια κατάπαυση του πυρός στις σημερινές γραμμές του μετώπου θα επιβράβευε τον επιτιθέμενο. Αν όμως ακολουθήσουμε αυτή τη λογική μέχρι τέλους, τότε κανένας πόλεμος δεν πρέπει ποτέ να σταματά μέσω διαπραγματεύσεων. Η διπλωματία ουσιαστικά καταργείται και οι συγκρούσεις πρέπει να συνεχίζονται μέχρι την πλήρη ήττα της μιας πλευράς – ή την καταστροφή και των δύο.
Δεν συμμερίζομαι αυτή την άποψη.
Μια κατάπαυση του πυρός δεν σημαίνει διεθνή αναγνώριση των εδαφών που ελέγχει η Ρωσία. Ακόμη και χώρες στενά συνδεδεμένες με τη Μόσχα, συμπεριλαμβανομένης της Λευκορωσίας, δεν έχουν αναγνωρίσει επίσημα αυτές τις εδαφικές αλλαγές. Μια εύθραυστη ειρήνη θα μπορούσε τουλάχιστον να σταματήσει τις σημερινές σφαγές και να αφήσει ανοικτό το ενδεχόμενο μιας διαφορετικής λύσης σε δέκα ή είκοσι χρόνια. Ούτε ο Πούτιν ούτε ο Ζελένσκι ούτε οι πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις που τους στηρίζουν θα υπάρχουν για πάντα. Οι κοινωνίες αλλάζουν. Το βασικό είναι οι άνθρωποι να παραμείνουν ζωντανοί ώστε να μπορούν κάποτε να διαπραγματευθούν.
Ούτε με πείθει η προειδοποίηση ότι έτσι θα δημιουργηθεί μια «παγωμένη σύγκρουση». Αναρωτιέμαι: Είναι πράγματι μια παγωμένη σύγκρουση χειρότερη από έναν ενεργό πόλεμο; Υπάρχουν δεκάδες τέτοιες εκκρεμότητες στον κόσμο, από την Κύπρο και το Κόσοβο μέχρι τη Δυτική Σαχάρα και το Κασμίρ. Θα έπρεπε να ξαναρχίσουμε όλους αυτούς τους πολέμους επειδή οι πολιτικές διαφορές δεν έχουν επιλυθεί;
Το σημαντικότερο, όμως, είναι ο πυρηνικός κίνδυνος. Στον Ψυχρό Πόλεμο οι δύο υπερδυνάμεις τον αντιμετώπιζαν με απόλυτη σοβαρότητα και δημιούργησαν δεσμευτικές συμφωνίες περιορισμού των πυρηνικών όπλων, οι οποίες σήμερα έχουν πλέον εκπνεύσει. Τώρα συμπεριφερόμαστε σχεδόν σαν τα πυρηνικά όπλα να μην υπάρχουν. Ακόμη όμως και αν η πιθανότητα πυρηνικού πολέμου ήταν μία στο εκατομμύριο, οι συνέπειες θα ήταν τόσο τεράστιες και ανεξέλεγκτες ώστε κάθε ορθολογική πολιτική θα έπρεπε να αποσκοπεί στη δραστική μείωση αυτού του κινδύνου.
Γι’ αυτό καταλήγω ότι η σημερινή πολεμική στάση της σκανδιναβικής και βαλτικής Ευρώπης είναι ταυτόχρονα ανεύθυνη, επειδή μπορεί να παρασύρει ολόκληρο τον κόσμο σε μια ευρύτερη σύγκρουση· υποκριτική, επειδή προϋποθέτει ότι άλλοι θα πολεμήσουν· ανήθικη, επειδή αποδέχεται τη συνέχιση της αιματοχυσίας ως προτιμότερη από έναν ατελή συμβιβασμό· και, τελικά, εξαιρετικά επικίνδυνη, επειδή παίζει με την πιθανότητα μιας πυρηνικής καταστροφής από την οποία ίσως να μην υπάρξει επιστροφή.
K REPORT από BRAVE NEW EUROPE