Macro

Αννέτα Καββαδία: Το λεξιλόγιο της εξουσίας

Η φράση «μην τσιρίζετε κυρία μου, εδώ είναι Βουλή, δεν είναι η κουζίνα σας» του Κ. Κυρανάκη προς την Π. Πέρκα, δεν είναι ένα απλό σεξιστικό σχόλιο, ούτε μια «άστοχη» στιγμή κοινοβουλευτικής έντασης. Είναι ένα ιδεολογικό στιγμιότυπο, μια συμπύκνωση του τρόπου με τον οποίο η εξουσία μιλά, αυτοαναγνωρίζεται και οριοθετεί τον δημόσιο χώρο. Εδώ η γλώσσα λειτουργεί όχι απλώς περιγραφικά, αλλά κανονιστικά: θέτει σύνορα, ιεραρχεί υποκείμενα, αποδίδει ρόλους. Και ακριβώς γι’ αυτό, δεν αφορά μόνο το πρόσωπο στο οποίο απευθύνθηκε αλλά το σύνολο της κοινωνίας που ανέχεται –ή «κανονικοποιεί»– τέτοιες εκφορές λόγου.

Η γλώσσα δεν είναι ουδέτερο εργαλείο επικοινωνίας, είναι πεδίο σύγκρουσης. Είναι μέρος των υλικών σχέσεων εξουσίας, φορέας ιδεολογίας, μηχανισμός αναπαραγωγής κοινωνικών ιεραρχιών. Ο σεξιστικός λόγος δεν είναι απλώς προσβλητικός, είναι λειτουργικός. Αναπαράγει την πατριαρχική οργάνωση της κοινωνίας, αυτή που διαχωρίζει τον δημόσιο από τον ιδιωτικό χώρο, την πολιτική από την οικιακή εργασία, τη «λογική» από το συναίσθημα. Η «κουζίνα» δεν είναι τυχαία μεταφορά, είναι ο τόπος της αόρατης, απλήρωτης εργασίας που ιστορικά φορτώθηκε στις γυναίκες και πάνω στην οποία οικοδομήθηκε ο καπιταλιστικός κόσμος.

Όταν μια βουλεύτρια αντιμετωπίζεται ως «παρείσακτη» στον χώρο της πολιτικής, αυτό που αμφισβητείται δεν είναι ο τόνος της φωνής της, αλλά η ίδια της η νομιμοποίηση να μιλά. Η πατριαρχία ανέχεται τη γυναικεία παρουσία μόνο υπό όρους: να είναι ήπια, συναινετική, μη συγκρουσιακή. Όταν η φωνή υψώνεται, όταν γίνεται πολιτική διεκδίκηση, βαφτίζεται «τσιρίδα», «υστερία», υπερβολή. Πρόκειται για έναν παλιό, δοκιμασμένο μηχανισμό αποπολιτικοποίησης: η πολιτική σύγκρουση μετατρέπεται σε ζήτημα «συμπεριφοράς».

Η γλώσσα ως μηχανισμός εξουσίας

Ωστόσο, το πρόβλημα δεν εξαντλείται στο φύλο. Ο σύγχρονος δημόσιος λόγος είναι διαποτισμένος από κάθε είδους φοβικότητα: ξενοφοβία, ομοφοβία, τρανσφοβία, αναπηροφοβία, τσιγγανοφοβία. Ο «επικίνδυνος μετανάστης», το «ακραίο ΛΟΑΤΚΙ άτομο», το «ανάπηρο σώμα», που παρουσιάζεται ως βάρος ή κόστος. Πρόκειται για λόγο βαθιά ταξικό, που ορίζει ποια σώματα θεωρούνται χρήσιμα, παραγωγικά, «κανονικά», και ποια περισσεύουν. Ποια αξίζουν προστασία και ποια μπορούν να στοχοποιηθούν χωρίς κόστος.

Δυστυχώς, η ισχύς αυτού του λόγου δεν βρίσκεται μόνο στις χυδαίες, ωμές εκδοχές του. Αντιθέτως, η μεγαλύτερη δύναμή του βρίσκεται στην καθημερινότητά του. Στα «αστεία», στα υπονοούμενα, στις φιλικές κουβέντες, στις συμβουλές «για το καλό σου». Εκεί όπου η ιδεολογία παρουσιάζεται ως φυσικότητα, εκεί όπου δεν χρειάζεται καταστολή γιατί η πειθάρχηση έχει ήδη εσωτερικευτεί, εκεί όπου –ακόμη κι όταν δεν υπάρχει πρόθεση βλάβης- η επανάληψη αυτών των σχημάτων χαράζει όρια: ποια δικαιούται να μιλά, ποιος πρέπει να σωπαίνει, ποιο θεωρείται κανονικό και ποιο απόκλιση. Κι έτσι, τα υποκείμενα μαθαίνουν να αυτολογοκρίνονται, να μικραίνουν τη φωνή τους, να προσαρμόζονται για να μη γίνουν στόχος.

Μόνο που οι συνέπειες αυτής της γλωσσικής βίας δεν είναι θεωρητικές, αλλά απολύτως υλικές. Το παιδί που γελοιοποιείται στο σχολείο, ο έφηβος που μαθαίνει ότι η ταυτότητά του είναι «λάθος», η εργαζόμενη που υφίσταται καθημερινή απαξίωση για το σώμα, τη φωνή, την έκφρασή της. Από το μπούλινγκ και τον κοινωνικό αποκλεισμό μέχρι την κατάθλιψη, τις αυτοκαταστροφικές συμπεριφορές και τις αυτοκτονίες, η διαδρομή είναι συγκεκριμένη και επαναλαμβανόμενη. Γιατί, κακά τα ψέματα, ο λόγος πειθαρχεί, διαμορφώνει υποκείμενα, παράγει ντροπή και φόβο. Δεν σκοτώνει πάντα άμεσα, αλλά διαβρώνει σταθερά. Όταν ένα παιδί ακούει ξανά και ξανά ότι «κάνει σαν κορίτσι», ότι «είναι παράξενο», ότι «δεν χωράει», το μήνυμα δεν μένει στην επιφάνεια. Εσωτερικεύεται, γίνεται αυτοαξιολόγηση, αυτολογοκρισία, αυτοαπόρριψη. Το ίδιο και για τους ενήλικες: ο διαρκής υποβιβασμός, η γελοιοποίηση, η αμφισβήτηση της ίδιας της παρουσίας τους στον δημόσιο χώρο, έχει πραγματικές, μετρήσιμες συνέπειες.

Καμία λέξη ουδέτερη

Απέναντι σε αυτό, η Αριστερά δεν μπορεί να περιορίζεται σε επιμέρους καταγγελίες. Οφείλει να επιμένει ότι δεν υπάρχει «αθώος λόγος» σε μια άνιση κοινωνία. Η μάχη για τη γλώσσα είναι μάχη για τη χειραφέτηση, δεν αφορά την ευγένεια ούτε την «πολιτική ορθότητα». Αφορά τη σύγκρουση με τα ιδεολογικά θεμέλια της καταπίεσης, την απονομιμοποίηση ενός λόγου που ιεραρχεί, που γελοιοποιεί, που αποκλείει.

Σε αυτό το πλαίσιο, η ανοχή απέναντι σε τέτοιες εκφορές λόγου δεν είναι ουδέτερη στάση, είναι πολιτική επιλογή. Κάθε φορά που ο σεξιστικός, ξενοφοβικός, ρατσιστικός ή τρανσφοβικός λόγος αντιμετωπίζεται ως «δευτερεύον ζήτημα», ως κάτι λιγότερο σημαντικό από την «ουσία της πολιτικής», στην πραγματικότητα επαναβεβαιώνεται τίνος η εμπειρία θεωρείται ουσιώδης και ποια αναλώσιμη. Κι αυτό, γιατί η υποτίμηση της γλώσσας είναι υποτίμηση των ίδιων των υποκειμένων που πλήττονται από αυτήν.

Δεν είναι, μάλιστα, τυχαίο ότι ένας τέτοιος λόγος εντείνεται σε περιόδους κοινωνικής ανασφάλειας και κρίσης. Όταν οι υλικές συνθήκες επιδεινώνονται, όταν οι ανισότητες βαθαίνουν, η εξουσία αναζητά αποδιοπομπαίους τράγους. Τότε ο λόγος σκληραίνει, οι ταυτότητες γίνονται πεδία επίθεσης, η διαφορετικότητα παρουσιάζεται ως απειλή. Αντί να αμφισβητηθούν οι δομές που παράγουν την εκμετάλλευση, στοχοποιούνται τα σώματα και οι φωνές που βρίσκονται ήδη στο περιθώριο.

Απέναντι σε αυτή τη στρατηγική, η απάντηση δεν μπορεί να είναι αμυντική. Χρειάζεται πολιτική αυτοπεποίθηση, χρειάζεται να ειπωθεί καθαρά ότι η ισότητα δεν είναι διακοσμητικό στοιχείο της δημοκρατίας, αλλά θεμέλιό της. Ότι ο δημόσιος λόγος δεν ανήκει στους λίγους, στους «κανονικούς», στους ισχυρούς. Ότι η σύγκρουση για τη γλώσσα είναι σύγκρουση για το ποιος έχει δικαίωμα να υπάρχει χωρίς να απολογείται.

Γιατί τελικά, η ερώτηση δεν είναι αν τέτοιες φράσεις «επιτρέπονται». Είναι ποια κοινωνία αποδέχεται να καθρεφτίζεται μέσα από αυτές. Και αυτή, είναι μια βαθιά πολιτική ερώτηση που δεν χωρά υπεκφυγές.

Η ΕΠΟΧΗ