Η εικόνα κατοίκων στη Μινεσότα να σφυρίζουν μαζικά όταν πράκτορες της ICE εμφανίζονται στη γειτονιά, δεν είναι απλώς μια ευφάνταστη μορφή πολιτικής ανυπακοής. Είναι ένα ρήγμα. Ένα ρήγμα στον τρόπο με τον οποίο η κρατική βία αρέσκεται να επιβάλλεται: αθόρυβα, αιφνιδιαστικά, βασισμένη στον φόβο και στη σιωπή. Στο σημερινό τραμπικό περιβάλλον των ΗΠΑ, με εν ψυχρώ δολοφονίες πολιτών, με το δόγμα «νόμος και τάξη» να επανέρχεται ως ανοιχτή απειλή απέναντι στις φτωχές, μεταναστευτικές και φυλετικά στοχοποιημένες κοινότητες, το συλλογικό σφύριγμα λειτουργεί ως πολιτική αντεπίθεση χαμηλής τεχνολογίας αλλά υψηλού συμβολισμού.
Η σφυρίχτρα μετατρέπεται σε εργαλείο κοινωνικής εγρήγορσης και δημόσιας καταγγελίας. Δεν σηματοδοτεί απλώς κίνδυνο, σηματοδοτεί παρουσία, δηλώνει ότι η κοινότητα είναι εδώ, βλέπει, ακούει και αρνείται να παραμείνει παθητικός θεατής της κρατικής βίας. Ο παρατεταμένος, οξύς ήχος της, διαλύει το πλεονέκτημα της αορατότητας που χρειάζονται οι μηχανισμοί καταστολής για να λειτουργήσουν αποτελεσματικά. Γιατί εκεί όπου η ICE βασίζεται στην αιφνιδιαστική εμφάνιση, στη σιωπή των μαρτύρων και στον φόβο της απομόνωσης, το σφύριγμα παράγει το ακριβώς αντίθετο: έκθεση, συλλογικότητα, πολιτικοποίηση του χώρου –“form a crowd, stay loud” (δημιουργείστε πλήθος, κάντε θόρυβο), είναι άλλωστε το σύνθημά των κατοίκων.
Έρχονται από μακριά
Αυτή η πρακτική δεν εμφανίζεται από το πουθενά. Ανήκει σε μια μακρά ιστορία αγωνιστικών χρήσεων του ήχου ως μέσου αντίστασης. Στη Γένοβα το 2001, κατά τις κινητοποιήσεις του Κοινωνικού Φόρουμ ενάντια στους G8, οι σφυρίχτρες χρησιμοποιήθηκαν μαζικά από διαδηλωτές και ομάδες περιφρούρησης για να προειδοποιούν για κινήσεις των καραμπινιέρων, περικυκλώσεις, επικείμενες επιθέσεις. Ήταν ένας ήχος που ανταγωνιζόταν τη στρατιωτική πειθαρχία και την οργανωμένη σιωπή της κρατικής βίας. Μετά τη δολοφονία του Κάρλο Τζουλιάνι μάλιστα, απέκτησαν ακόμη βαρύτερο πολιτικό φορτίο: δεν ήταν απλώς συναγερμός, αλλά καταγγελία. Ένας τρόπος να ειπωθεί ότι η βία του κράτους δεν θα περάσει αθόρυβα.
Ανάλογες πρακτικές συναντάμε και στη Λατινική Αμερική. Και στο Μεξικό, όπου οι σφυρίχτρες μοιράστηκαν μαζικά στο πλαίσιο των αγώνων ενάντια στις γυναικοκτονίες –όχι μόνο ως ατομικό μέσο αυτοάμυνας, αλλά ως τρόπος συλλογικής κινητοποίησης του δημόσιου χώρου. Ακόμη παλιότερα, στην εργατική παράδοση, το σφύριγμα λειτουργούσε ως σήμα έναρξης ή διακοπής της εργασίας, ως τρόπος με τον οποίο οι εργάτες και οι εργάτριες αφαιρούσαν τον έλεγχο του χρόνου από την εξουσία.
Στη Μινεσότα σήμερα, αυτή η ιστορική πρακτική επανέρχεται σε ένα νέο, ιδιαιτέρως φορτισμένο πλαίσιο: απέναντι σε έναν κρατικό θεσμό που λειτουργεί ως εσωτερική συνοριοφυλακή, ως μηχανισμός τρόμου μέσα στην ίδια την πόλη. Για άλλη μια φορά, το σφύριγμα δεν είναι ουδέτερο, δεν είναι απλή διαμαρτυρία, είναι μια ενέργεια που απονομιμοποιεί στην πράξη το αφήγημα της «τάξης». Γιατί δείχνει ότι αυτό που παρουσιάζεται ως τάξη, προϋποθέτει σιωπή, αορατότητα και κοινωνική συναίνεση στον φόβο.
Θόρυβος απέναντι στη σιωπή του φόβου
Κι εδώ ακριβώς βρίσκεται ο φόβος των εξουσιαστών. Όχι στον θόρυβο καθεαυτόν, αλλά στο σπάσιμο της σιωπής ως μηχανισμού εξουσίας. Η σιωπή είναι το φυσικό περιβάλλον της καταστολής: εκεί η βία εμφανίζεται ως τεχνική αναγκαιότητα, ως «επιχείρηση», ως διαδικαστικό γεγονός. Όταν όμως η κοινότητα σφυρίζει, η βία εκτίθεται, γίνεται δημόσια, πολιτική, αμφισβητήσιμη. Κι έτσι το κράτος χάνει το μονοπώλιο της αφήγησης. Το σφύριγμα δεν απειλεί με αντι-βία, απειλεί με έκθεση, με κοινωνική λογοδοσία, με την ανάδυση του συλλογικού υποκειμένου που αρνείται να παραμείνει παθητικός μάρτυρας. Και αυτό είναι που τρομάζει περισσότερο τους θιασώτες του δόγματος «νόμος και τάξη»: όχι η ανυπακοή, αλλά η μαζική απώλεια της συναίνεσης στον φόβο.
Συν τοις άλλοις, το παρατεταμένο σφύριγμα απαιτεί ενσώματη παρουσία. Προϋποθέτει σώματα στον δρόμο, αναπνοή, εγρήγορση, κίνδυνο. Δεν είναι μια μέθοδος μακριά από την πραγματικότητα, αντιθέτως, είναι μια γλώσσα αντίστασης που συνομιλεί απευθείας με τον φόβο, τον κίνδυνο και την αδικία που βιώνουν οι μετανάστες και οι κοινότητες που τους στηρίζουν.
Δεν είναι ψηφιακή καταγγελία από απόσταση, είναι πολιτική πράξη που εξελίσσεται στο ίδιο πεδίο όπου επιχειρεί η καταστολή. Και ακριβώς γι’ αυτό είναι τόσο επικίνδυνη για την εξουσία: γιατί της αφαιρεί το πλεονέκτημα της σιωπής και μετατρέπει τον φόβο από ατομικό βίωμα σε συλλογικό δεσμό. Όπως έλεγε άλλωστε και ο Ρανσιέρ, η πολιτική γεννιέται τη στιγμή που όσοι υποτίθεται δεν έχουν φωνή «διαταράσσουν την κατανομή του αισθητού».
Οι σφυρίχτρες, λοιπόν, μετατρέπονται σε μια πρακτική ανθρωπογεωγραφία αντίστασης που μετακινεί την κρατική βία από το περιθώριο στο επίκεντρο του δημόσιου ακουστικού πεδίου, επαναπροσδιορίζοντας την έννοια της δημόσιας ασφάλειας ως κάτι που πρέπει να υπηρετείται από τους πολλούς και όχι να επιβάλλεται από λίγους μέσω απειλών και όπλων.
Σε μια εποχή, δε, όπου αυτή η ωμή, κρατική βία επιχειρεί να επανεπιβληθεί ως κανονικότητα στις ΗΠΑ, οι σφυρίχτρες της Μινεσότα μας θυμίζουν κάτι παλιό και ταυτόχρονα ριζοσπαστικό: ότι η αντίσταση δεν ξεκινά πάντα με μεγάλα συνθήματα ή θεσμικές διεκδικήσεις, αλλά με το δικαίωμα να ακουστείς. Και όταν οι από κάτω αρχίζουν να ακούγονται μαζικά, η εξουσία δεν μπορεί πια να δρα στα μουλωχτά.
Το σφύριγμα, λοιπόν, της κοινότητας κάνει ακριβώς αυτό: επαναχαρτογραφεί το ποια ακούγεται, ποιος μετρά, ποιο έχει δικαίωμα παρουσίας στον δημόσιο χώρο. Δεν ζητά αναγνώριση, την επιβάλλει ακουστικά. Κι έτσι, μέσα από έναν απλό, παρατεταμένο ήχο, μετατρέπει την καθημερινή κρατική βία από τεχνική διαχείρισης πληθυσμών, σε πολιτικό σκάνδαλο.
Εκεί όπου η εξουσία θέλει σιωπή, η κοινότητα απαντά με ήχο. Και αυτός ο ήχος είναι, βαθιά και αμετάκλητα, πολιτικός.