Macro

Αννέτα Καββαδία: Πραγματικά όμως, μας κουράσατε

Τα ίδια. Ξανά και ξανά. Γυναίκα, πολιτικός, νέα μητέρα –η Έφη Αχτσιόγλου, εν προκειμένω– στο στόχαστρο. Για την εμφάνιση, τα κιλά της, τα σημάδια της κούρασης στο πρόσωπό της. Αισχρές επιθέσεις ακροδεξιάς κοπής, «ξεπλυμένες» και από γνωστές και μη εξαιρετέες ακροκεντρώες πένες, σε έναν σεξιστικό οχετό που, δυστυχώς, συνεχίζει να ευδοκιμεί στον δημόσιο –και φυσικά όχι μόνο– βίο. Είσαι γυναίκα που διεκδικείς το δικαίωμα στην προσωπική ζωή, στο κοινωνικό γίγνεσθαι, στο δικαίωμα να γίνεις ή να μη γίνεις μάνα, που διεκδικείς το δικαίωμα της διαφορετικότητας στις ερωτικές επιλογές ή στην ταυτότητα φύλου, χωρίς να παραιτείσαι από την καριέρα, τη συμμετοχή στα κέντρα λήψης αποφάσεων, τους αγώνες στον πολιτικό στίβο; «Τολμάς» να μην θεωρείς αυτές τις πορείες απλώς παράλληλες, αλλά επιλογές που αλληλεπιδρούν κάθε στιγμή της ζωής και του αγώνα για ένα καλύτερο αύριο; Θα κριθείς –και ορθώς. Αλλά δυστυχώς, τις περισσότερες φορές, όχι για αυτά που λες και πράττεις, αλλά για την εικόνα σου, με όλα τα στερεότυπα που μια τέτοια αντίληψη κουβαλάει.

Δεν είναι η πρώτη φορά που γινόμαστε μάρτυρες τέτοιων συμπεριφορών. Και πολύ φοβάμαι ότι θα αργήσουμε πολύ να μιλήσουμε για την τελευταία. Ο σεξισμός αποτελεί δομικό στοιχείο της εξουσιαστικής κοινωνίας μας, ένα πλαίσιο επιβολής απαραίτητων για το σύστημα εξουσίας στερεοτύπων και διανομής κοινωνικών ρόλων, και συγχρόνως –μια και μιλάμε για τον πολιτικό στίβο– ένα αποτελεσματικό όπλο απέναντι σε γυναίκες αντιπάλους.

Προφανέστατα, οι μηχανισμοί μέσω των οποίων επιχειρείται ακόμη και σήμερα η απονομιμοποίηση της ενασχόλησης των γυναικών με την πολιτική, είναι ιδιαιτέρως περίπλοκοι –η επιτομή της πατριαρχίας, όπου η εικόνα της κουρασμένης νέας μάνας Αχτσιόγλου δεν είναι αντίστοιχη με την εικόνα του νέου πατέρα Τζανακόπουλου, βρίσκεται στην κορυφή της σχετικής αξιολόγησης.

Με αυτό το σκεπτικό, μόνο τυχαίο δεν είναι το γεγονός ότι ένα ευρύ φάσμα δημόσιων ανδρών –απ’ όλους τους κομματικούς χώρους– αποτινάσσοντας την αυτολογοκρισία δεκαετιών, νιώθει ευκαιριακά την άνεση να υιοθετεί τη μαγκιά ως απελευθερωτικό, επομένως ανεκτό, πολιτικό ιδίωμα. Με λίγα λόγια, οι «αντρίκειες» κουβέντες απέκτησαν το βάρος πολιτικού επιχειρήματος, αν και οι διαστάσεις που εξέλαβε και στην Ελλάδα το κίνημα #MeToo, φρέναρε κάπως αυτή τη συνεχή διολίσθηση. Φυσικά, δεν πρέπει να υποτιμηθεί, παρά την εμφανή υποχώρησή του, η υποκατάσταση του πολιτικού διαλόγου από ένα χαλαρό, γεμάτο σεξιστικές χαριτωμενιές, κουβεντολόι σε ραδιόφωνα, κανάλια και μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Όπως βεβαίως δεν πρέπει να ξεχαστεί η μέχρι πριν από λίγα χρόνια εκκωφαντική προβολή, με όρους lifestyle, χρυσαυγίτικων, μάτσο προτύπων από εκπομπές «έγκριτων» δημοσιογράφων.

Δεν είναι, επομένως, αξιοπερίεργο που οι γυναίκες πολιτικοί, πρώην υπουργοί και βουλεύτριες (η γράφουσα έχει ανάλογη σχετική προσωπική εμπειρία), υφίστανται συστηματικά τις επιθέσεις ενός –και κοινοβουλευτικού– σεξισμού, διάχυτου όσο και ανεξέλεγκτου. Αυτό που είναι αξιοπερίεργο, είναι πως η ευαισθησία ορισμένων φέρει, σε αρκετές περιπτώσεις, κομματικό πρόσημο. Η κομματική τοποθέτηση υπαγορεύει σε μεγάλο βαθμό την αντιμετώπισή του φαινομένου: η ίδια έκφραση –λεκτική και μη– που από κάποιους στηλιτεύεται ως προφανές σεξιστικό ατόπημα, για τους πολιτικούς τους αντιπάλους συνιστά έναν απολύτως θεμιτό πολιτικό σχολιασμό.

Κι εδώ αναδύεται το ερώτημα: έχουν οι σεξιστικές επιθέσεις πολιτικό υπόβαθρο; Σαφέστατα, ναι. Πολύ πιο εύκολα γίνονται στόχος επιθέσεων άνθρωποι που δεν προέρχονται από την παραδοσιακή πολιτική και οικονομική ελίτ, γυναίκες που δεν περιστοιχίζονται από στρατιές οικονόμων και νταντάδων, γυναίκες που δεν κοιμούνται και ξυπνάνε με μόνο μέλημα την εικόνα τους, που διεκδικούν ισότιμα να έχουν λόγο στη λήψη αποφάσεων που τις αφορούν, που πολεμάνε την ιδιοκτησιακή, για τη χώρα, λογική των αντιπάλων τους, που δεν προέρχονται από γνωστά «τζάκια», που δεν προορίζονται από τα γενοφάσκια τους να αποτελέσουν τους πολιτικούς ταγούς της χώρας. Ναι, αν το δει κανείς συγκριτικά, είναι απείρως περισσότερες οι φορές που έχουν βρεθεί στο στόχαστρο πολιτικά στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ. Γιατί αυτό που δεν τους συγχωρείται, είναι ότι τόλμησαν να αμφισβητήσουν την πρωτοκαθεδρία της Δεξιάς στα κέντρα εξουσίας.

Και περνάμε στο επόμενο ερώτημα: έχει ο σεξισμός (και) ταξικό πρόσημο; Φυσικά. Αν οι γυναίκες πολιτικοί ή δημοσιογράφοι έχουν τη δυνατότητα –λόγω του δημόσιου βήματος που διαθέτουν– να υπερασπιστούν τον εαυτό τους, κι έτσι να γίνει ορατό το υπαρκτό πρόβλημα, τι γίνεται με τα εκατομμύρια γυναικών που έρχονται καθημερινά αντιμέτωπες με την κάθε μορφής βία; Τις μη «επώνυμες», αυτές που δεν θα πέσει ο φακός της δημοσιότητας πάνω τους, τις γυναίκες που δυσκολεύονται να τα βγάλουν πέρα, που χάνουν δουλειές γιατί δεν είναι αρκετά «πρόθυμες», που «τιμωρούνται» καθημερινά για την εμφάνισή τους, που πέφτουν θύματα ενδοοικογενειακής βίας; Πώς θα υπερασπιστεί τον εαυτό της η καθαρίστρια, η προσφύγισσα και η μετανάστρια, η ανάπηρη, η τσιγγάνα, η τρανς, η φυλακισμένη;

Κι εδώ, μπαίνει η ευθύνη της Αριστεράς. Που έχει και η ίδια πολλή δουλειά ακόμη να κάνει. Το γεγονός βεβαίως ότι ο ΣΥΡΙΖΑ είναι το πρώτο κόμμα που θέσπισε την ισότιμη, 50–50, εκπροσώπηση γυναικών–ανδρών σε όλα τα κομματικά όργανα, είναι από μόνο του αξιοσημείωτο και δείχνει τα πολλά βήματα που έχουν γίνει προς τη σωστή κατεύθυνση. Να είμαστε, ωστόσο, ειλικρινείς: δεν αρκεί. Αυτό που απαιτείται είναι η αλλαγή νοοτροπίας. Αλλαγή της ενσωματωμένης αντίληψης που θέλει τη γυναίκα σε δεύτερο πλάνο (χαρακτηριστικότατο παράδειγμα, η σύνθεση πολυπρόσωπων πάνελ σε διάφορες εκδηλώσεις όπου, πολύ συχνά, η παρουσία των γυναικών εξαντλείται στη θέση της συντονίστριας). Κι αυτή η αλλαγή προϋποθέτει προσπάθεια ακόμα και στην εκφορά του λόγου. «Παντελονάτες» ατάκες –δια στόματος, δυστυχώς, όχι μόνο ανδρών αλλά και γυναικών– ούτε μπορούν, ούτε πρέπει να γίνονται ανεκτές.

Αννέτα Καββαδία