Macro

Αννέτα Καββαδία: O βολικός μύθος του «τεμπέλη»

Η πιο ανθεκτική ιδεολογική κατασκευή των τελευταίων δεκαετιών στην Ελλάδα δεν είναι κάποια «μεταρρύθμιση», ούτε κάποιο αναπτυξιακό σχέδιο. Είναι ο μύθος του «τεμπέλη Έλληνα». Ένα αφήγημα που, παρά το γεγονός ότι έχει κατ’ επανάληψη καταρριφθεί από τα ίδια τα εμπειρικά δεδομένα –με πιο πρόσφατα αυτά του ΟΟΣΑ–, συνεχίζει να αναπαράγεται με αξιοθαύμαστη επιμονή. Και όχι τυχαία. Πρόκειται για ένα εργαλείο πολιτικής και ταξικής χειραγώγησης, βαθιά ριζωμένο στον δημόσιο λόγο, που εξυπηρετεί έναν πολύ συγκεκριμένο σκοπό: τη νομιμοποίηση της διαρκούς υποβάθμισης της εργασίας.

Σύμφωνα λοιπόν με τα τελευταία στοιχεία του ΟΟΣΑ για το 2026, οι εργαζόμενοι και οι εργαζόμενες στην Ελλάδα συγκαταλέγονται στους πλέον καταπονημένους παγκοσμίως σε ώρες εργασίας, ξεπερνώντας κατά πολύ τον ευρωπαϊκό μέσο όρο –ενδεικτικά αναφέρεται ότι ενώ ο μέσος όρος της εβδομαδιαίας εργασίας στην Ευρώπη εντοπίζεται στις 36 ώρες, στην Ελλάδα η εργασιακή εβδομάδα ξεπερνά σταθερά τις 40 ώρες, με τον μέσο όρο ετήσιων ωρών εργασίας ανά εργαζόμενο να κυμαίνεται μεταξύ 1.897 και 2.035 ωρών, κατατάσσοντας τη χώρα στην 5η θέση παγκοσμίως– ενώ ταυτόχρονα παραμένουν εγκλωβισμένοι σε ένα καθεστώς χαμηλών μισθών και επισφάλειας.

Ένας χρήσιμος μύθος

Η αντίφαση είναι εκκωφαντική. Αντί όμως να αποτελέσει αφετηρία πολιτικής αυτοκριτικής και αναδιανομής, μετατρέπεται σε ευκαιρία για περαιτέρω επίθεση. Πώς; Μέσω της διαστρέβλωσης της πραγματικότητας: δεν φταίει το μοντέλο ανάπτυξης, δεν φταίνε οι εργοδοτικές πρακτικές, δεν φταίει η απορρύθμιση της αγοράς εργασίας. Φταίει, υποτίθεται, η «κουλτούρα» του ίδιου του εργαζόμενου.

Η ιδεολογική αυτή μετατόπιση δεν προέκυψε σε κενό. Καλλιεργήθηκε συστηματικά κατά την περίοδο της κρίσης χρέους και των μνημονίων, όταν η Ελλάδα μετατράπηκε σε διεθνές παράδειγμα «αποτυχίας» προς παραδειγματισμό. Κεντρικό ρόλο σε αυτή την εκστρατεία διαδραμάτισε ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, ο οποίος, ως υπουργός Οικονομικών της Γερμανίας την επίμαχη περίοδο, αν και δεν χρησιμοποίησε πάντα ρητά τη φράση «τεμπέληδες Έλληνες», με τη ρητορική του –και μέσω των γερμανικών ΜΜΕ που τον στήριζαν– προώθησε έντονα το στερεότυπο περί δημοσιονομικής απειθαρχίας και έλλειψης εργατικότητας. Από κοντά και η νυν πρέσβειρα των ΗΠΑ στην Ελλάδα Κίμπερλι Γκίλφοϊλ η οποία, το 2015, ως παρουσιάστρια στο Fox News, είχε χαρακτηρίσει τους Έλληνες «τζαμπατζήδες» και «τεμπέληδες». Δηλώσεις που δεν συνιστούσαν απλώς προσωπικές απόψεις αλλά εντάσσονταν σε μια ευρύτερη στρατηγική πειθάρχησης. Μέσα από αυτή τη ρητορική, η σκληρή λιτότητα, οι περικοπές και η απορρύθμιση της εργασίας παρουσιάζονταν ως αναγκαία «θεραπεία» για μια κοινωνία που, υποτίθεται, δεν εργαζόταν αρκετά.

Η πραγματικότητα βεβαίως ήταν, και είναι, εντελώς διαφορετική. Ακόμη και τότε, τα στοιχεία έδειχναν ότι οι κάτοικοι της Ελλάδας εργάζονταν περισσότερες ώρες από τους περισσότερους Ευρωπαίους. Ωστόσο, η αλήθεια είχε μικρή σημασία μπροστά στη χρησιμότητα του μύθου. Γιατί ο μύθος δεν στοχεύει στην περιγραφή της πραγματικότητας αλλά στη διαμόρφωσή της. Και στην περίπτωση της Ελλάδας, λειτούργησε ως ιδεολογική προϋπόθεση για την επιβολή μιας άνευ προηγουμένου αναδιανομής εισοδήματος εις βάρος της εργασίας.

Όταν το ψέμα γίνεται πολιτική

Αυτή η κληρονομιά δεν έχει εξαφανιστεί. Αντιθέτως, έχει ενσωματωθεί στον εσωτερικό πολιτικό λόγο. Σήμερα, η ίδια ρητορική –λιγότερο ωμή αλλά εξίσου αποτελεσματική– επανεμφανίζεται για να δικαιολογήσει νέες αντεργατικές παρεμβάσεις. Κάθε νέα απορρύθμιση, από την ελαστικοποίηση του ωραρίου μέχρι την υπονόμευση των συλλογικών συμβάσεων, παρουσιάζεται ως «εκσυγχρονισμός» που θα διορθώσει υποτιθέμενες «παθογένειες» της ελληνικής εργασιακής κουλτούρας.

Στην πραγματικότητα, πρόκειται για μια συνειδητή πολιτική επιλογή: τη μεταφορά του κόστους της κρίσης –και της «ανάπτυξης»– στις πλάτες των εργαζόμενων. Η εντατικοποίηση της εργασίας βαφτίζεται «ανταγωνιστικότητα», η μείωση των μισθών «ρεαλισμός» και η αποδόμηση των δικαιωμάτων «μεταρρύθμιση». Και όλα αυτά, υπό τη σκιά ενός αφηγήματος που ενοχοποιεί την ίδια την εργατική τάξη για τη θέση της.

Πρόκειται για μια κλασική περίπτωση ιδεολογικής ηγεμονίας, με την έννοια που ανέλυσε ο Αντόνιο Γκράμσι: η κυρίαρχη τάξη δεν επιβάλλει απλώς την εξουσία της μέσω της οικονομίας ή του κράτους, αλλά και μέσω της διαμόρφωσης της «κοινής λογικής». Όταν ο εργαζόμενος ή η εργαζόμενη αρχίζουν να πιστεύουν ότι πράγματι «δεν δουλεύουν αρκετά» –παρά τα εξαντλητικά ωράρια- τότε η ήττα τους είναι ήδη εσωτερικευμένη.

Αυτός ο μηχανισμός είναι ιδιαιτέρως αποτελεσματικός γιατί λειτουργεί διαβρωτικά. Δεν χρειάζεται καταστολή όταν υπάρχει συναίνεση. Και η συναίνεση οικοδομείται μέσα από την επανάληψη, τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, την πολιτική ρητορική, ακόμη και την καθημερινή κουβέντα. Ο «τεμπέλης Έλληνας» γίνεται στερεότυπο, και το στερεότυπο γίνεται πολιτική.

Είναι ο καπιταλισμός

Ωστόσο, τα δεδομένα επιμένουν να διαψεύδουν το αφήγημα. Η Ελλάδα δεν πάσχει από έλλειψη εργασιακής προσπάθειας, αλλά από έλλειψη δίκαιης κατανομής του παραγόμενου πλούτου. Το πρόβλημα δεν είναι η παραγωγικότητα των εργαζόμενων, αλλά η δομή της οικονομίας και η ισχύς των εργοδοτών. Και όσο αυτά παραμένουν εκτός συζήτησης, τόσο η κρίση θα βαθαίνει.

Η Αριστερά οφείλει να επιμένει και να αναδεικνύει συνεχώς αυτή την αντίφαση, όχι απλώς ως στατιστικό παράδοξο αλλά ως πολιτικό σκάνδαλο. Να αποδομήσει τον μύθο και να επαναφέρει τη συζήτηση εκεί που ανήκει: στις σχέσεις εξουσίας, στην εκμετάλλευση, στην ανάγκη συλλογικής διεκδίκησης. Γιατί χωρίς αυτή την ιδεολογική αντεπίθεση, κάθε επιμέρους νίκη θα παραμένει εύθραυστη.

Η αποκατάσταση της αλήθειας, λοιπόν, δεν είναι απλώς ζήτημα δικαιοσύνης αλλά προϋπόθεση πολιτικής αλλαγής. Και η αλήθεια είναι απλή: οι εργαζόμενες και οι εργαζόμενοι στην Ελλάδα δεν τεμπελιάζουν. Είναι υπερεργαζόμενοι, υποαμειβόμενοι και συστηματικά στοχοποιημένοι. Όσο πιο γρήγορα καταρρεύσει ο μύθος, τόσο πιο δύσκολο θα είναι να συνεχιστεί η –και ιδεολογική– επίθεση, η οποία λειτουργεί ως μηχανισμός πειθάρχησης και νομιμοποίησης ανισοτήτων.

Η ΕΠΟΧΗ