Φυσικά και δεν ενόχλησαν τον Θάνο Πλεύρη τα ανιστόρητα, χυδαία και υβριστικά συνθήματα που ακούστηκαν στην παρέλαση της 25ης Μαρτίου από άγημα της Σχολής Μόνιμων Υπαξιωματικών του Πολεμικού Ναυτικού. Το αντίθετο θα ήταν είδηση.
Ιαχές όπως «η Κύπρος είναι ελληνική» –σύνθημα που φώναζαν οι χουντικοί και οι πραξικοπηματίες του 1974– αλλά και «Γαμ…ται η Τουρκία», τον έκαναν να …φουσκώσει από εθνική περηφάνια, αφού όπως εξηγούσε την επομένη σε τηλεοπτική του συνέντευξη, «εγώ τέτοιους ναύτες θέλω, όχι να λένε περνά, περνά η μέλισσα και να τραγουδάνε το μικρό μου πόνι».
Δεν είναι η πρώτη φορά, βέβαια, που τέτοια συνθήματα ρητορικής μίσους –γιατί περί τέτοιας πρόκειται– εκφωνούνται κατά τη διάρκεια παρελάσεων. Αρκεί να θυμηθεί κανείς, για παράδειγμα, τα όσα εξωφρενικά ακούστηκαν από άνδρες των ΟΥΚ στην αντίστοιχη παρέλαση το 2010, όπου οι …συνήθεις ύποπτοι «Σκοπιανοί», Αλβανοί και Τούρκοι είχαν την τιμητική τους, και για τα οποία συνθήματα υπάρχει καταδικαστική απόφαση του Ναυτοδικείου Πειραιά (588/2011 για παράβαση του ν. 927/1979). Ή αρκεί να ανατρέξει κανείς στον …ιερό πόλεμο που κατά καιρούς έχει ξεσπάσει όταν στη θέση του/της σημαιοφόρου δικαιωματικά βρίσκεται αριστούχος/α μεταναστευτικής καταγωγής.
Μπορεί, λοιπόν, να μην είναι κάτι πρωτόγνωρο, έρχεται όμως αυτό το νέο κρούσμα ρατσισμού, μισαλλοδοξίας, εθνικιστικού παραληρήματος, να επαναφέρει στη δημόσια συζήτηση ένα θέμα ομολογουμένως προκλητικό: αυτό της κατάργησης των παρελάσεων. Της κατάργησης, δηλαδή, ενός θεσμού που επινοήθηκε από τον Φρειδερίκο της Πρωσίας, κορυφώθηκε στη Γερμανία του Χίτλερ, αποτέλεσε βασικό σύμβολο της δικτατορίας του Μεταξά και επανήλθε δυναμικά κατά τη διάρκεια της χούντας. Ενός θεσμού ιδεολογικά συντηρητικού, παιδαγωγικά αναχρονιστικού, αλλά και επιβλαβούς για το περιβάλλον.
Απέναντι στην άποψη που επί χρόνια συστηματικά χτίζεται και που θέλει τη διατήρηση των παρελάσεων ως βασικό συστατικό πολιτισμού και ιστορικής μνήμης για την Ελλάδα, οφείλουμε να δηλώσουμε ευθαρσώς πως η εναντίωση απέναντι σε εκδηλώσεις που έχουν τις ρίζες τους σε καθαρά φασιστικού τύπου αντιλήψεις είναι, αν μην τι άλλο, και ιδεολογικά νομιμοποιημένη. Ας θυμηθούμε, για παράδειγμα, πώς λειτούργησε αυτή η άποψη στην περίπτωση του Οδυσσέα Τσενάι. Και πώς αυτή η ντροπιαστική, μεταξύ άλλων, εμπειρία μάς έδειξε πόσο κοστίζει στην κοινωνία μια εθνοκεντρική, μη συμπεριληπτική αντίληψη σε συνδυασμό με την προσκόλληση στις στρατιωτικές δαπάνες.
Η παρέλαση, όπως και να την δει κανείς, είναι μια μιλιταριστικής μορφής διαπαιδαγώγηση. Πειθαρχία, οι μαθητές και οι μαθήτριες με βήμα ο ένας πίσω από την άλλη –μια εισαγωγή στο πνεύμα του στρατού, μια στρατιωτικού τύπου αντίληψη της συνύπαρξης.
Αυτό όμως θέλουμε; Σήμερα, στην παρούσα συγκυρία, με τη νέα φρενήρη κούρσα των εξοπλισμών, με την Ευρωπαϊκή Ένωση να αποφασίζει 800 δισεκατομμύρια ευρώ για νέες στρατιωτικές δαπάνες, με τη συνεχιζόμενη γενοκτονία του παλαιστινιακού λαού από το Ισραήλ, με το ανοιχτό μέτωπο στην Ουκρανία και τη συζήτηση για αποστολή εκεί στρατιωτών της Δύσης, αυτό που χρειάζεται η ελληνική κοινωνία είναι η διαιώνιση και η προσήλωση σε ένα ξεπερασμένο υπόλειμμα ενός παρελθόντος όπου τα έθνη-κράτη είχαν ανάγκη να διαπαιδαγωγούν με αυτές τις αξίες και συμπεριφορές;
Προφανώς και για κάθε χώρα αποτελεί ζητούμενο το αίσθημα της συνεκτικότητας σε αρχές, αξίες, ιδανικά. Ποιες αρχές, όμως; Ποιες αξίες; Ποια ιδανικά; Μπορεί να είναι ο μιλιταρισμός –με όλα τα συνεπακόλουθά του– κάτι από αυτά; Αναμφίβολα όχι.
Και τι αλήθεια εισφέρει μια αναχρονιστική, ψυχροπολεμική, εκδήλωση όπως η παρέλαση –που, ανάμεσα στα άλλα, ξύνει και πληγές ενός αυταρχικού παρελθόντος– σε μια κοινωνία που θα έπρεπε να επενδύει στην εντελώς αντίθετη κατεύθυνση: στην ανάπτυξη ενός φιλειρηνικού και αντιπολεμικού κινήματος;
Μα, «η κοινωνία δεν είναι ώριμη» ακούγεται συχνά. Και σε μια εποχή που η Ακροδεξιά παγκοσμίως καλπάζει, που ο εθνικισμός γνωρίζει …πιένες, που –στα καθ΄ ημάς– η κυβέρνηση της ΝΔ όχι μόνο έχει ενσωματώσει, αλλά και επιβραβεύει με υπουργικούς θώκους εκπροσώπους της Άκρας Δεξιάς ενισχύοντας τα αισθήματα φόβου και ανασφάλειας που οι δικές της πολιτικές έχουν εμφυσήσει στον λαό, μια τέτοια πρόταση –για κατάργηση των παρελάσεων– ακούγεται ενδεχομένως προκλητική.
Εδώ, όμως, έγκειται η ευθύνη της Αριστεράς. Να ανοίγει δρόμους εκεί που όλα μοιάζουν κλειστά. Να τολμάει και να φέρνει στον δημόσιο διάλογο θέματα «δύσκολα», θέματα που ενδεχομένως ξενίζουν πολύ κόσμο, που όμως εδράζονται σε ένα στέρεο ιδεολογικό υπόβαθρο στο οποίο δεν χωράνε εκπτώσεις και δεύτερες σκέψεις.
Έχουμε ξαναπεί πως απέναντι στις ιδεολογικές μάχες που δίνει η Δεξιά, η Αριστερά πρέπει να απαντάει με τον ίδιο τρόπο. Με τα δικά της όπλα, βγαλμένα από τη δική της φαρέτρα, χωρίς να υπολογίζει το πολιτικό κόστος. Το επιχείρημα ότι η κοινωνία δεν είναι ώριμη, είναι ένα επιχείρημα βολικό μεν για τους κρατούντες, οριακά πειστικό ωστόσο. Η κοινωνία, όλ@ μας δηλαδή, εκπαιδευόμαστε (η νομοθέτηση του συμφώνου συμβίωσης, η νομική αναγνώριση ταυτότητας φύλου –δυστυχώς στο θέμα των παρελάσεων, όπως και στον διαχωρισμό εκκλησίας κράτους, η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ δεν επέδειξε την ίδια αποφασιστικότητα– ο γάμος για όλ@, είναι κάποια από τα θέματα για τα οποία η κοινωνία «δεν ήταν έτοιμη»).
Το θέμα, λοιπόν, που ανακύπτει, είναι κατά πόσο οι αριστερές, δημοκρατικές δυνάμεις του τόπου έχουν τη βούληση να πάρουν εκείνες τις πρωτοβουλίες που θα βοηθήσουν στο να πάψουν να αναπαράγονται βαθιά συντηρητικές και αναχρονιστικές αντιλήψεις. Κατά πόσο το αίτημα για κατάργηση των παρελάσεων θα καταστεί κυρίαρχο, εντασσόμενο και αυτό στην επείγουσα ανάγκη για τη δημιουργία ενός ισχυρού φιλειρηνικού, αντιπολεμικού κινήματος.