Macro

Αννέτα Καββαδία: Ιδεολογική η μάχη της κάλπης

Το βράδυ της περασμένης Δευτέρας, ο καιρός στο κέντρο της Αθήνας δεν θύμιζε σε τίποτα Φλεβάρη. Η υψηλή για την εποχή θερμοκρασία ανέβαινε ακόμα περισσότερο, ζεσταίνοντας την ήδη ζεστή ατμόσφαιρα, από τις χιλιάδες κόσμου που για άλλη μια φορά είχαν κατακλύσει την οδό Πανεπιστημίου, έξω από το Ρεξ, στη συναυλία προς υποστήριξη του αγώνα του καλλιτεχνικού κόσμου για απόσυρση του προεδρικού διατάγματος 85/2022.
 
 
Αυτά εκεί. Γιατί λίγα χιλιόμετρα πιο μακριά, έξω από το Μέγαρο Μουσικής, η ατμόσφαιρα ζεσταινόταν από έναν εντελώς διαφορετικό λόγο: από την επίθεση της αστυνομίας με τα «λυμένα χέρια», εναντίον εκατοντάδων εκπαιδευτικών που …τόλμησαν να συγκεντρωθούν και να διαμαρτυρηθούν εναντίον των …επιτευγμάτων στον χώρο της Παιδείας που την ίδια ώρα –εντός του Μεγάρου– παρουσίαζαν ο Κυριάκος Μητσοτάκης και η Νίκη Κεραμέως. Οι οποίοι –ασυνήθιστοι στα απρόοπτα, καθώς η προστασία που απολαμβάνουν τους προφυλάσσει από κάθε λογής… κακοτοπιές– βρέθηκαν προ μιας …γελαστής έκπληξης: την ώρα που στο βήμα βρισκόταν ο πρωθυπουργός, ομάδα ακτιβιστών –πιθανότατα καλλιτεχνών– άρχισε να γελά δυνατά, προκαλώντας τη διακοπή της ομιλίας και τον εκνευρισμό –παρά το καρφιτσωμένο χαμόγελο– του ομιλούντος (αχ αυτή η γλώσσα του σώματος…).
 
 
«Ένα γέλιο θα σας θάψει»
 
 
Η σκηνή θύμισε κάτι από το γέλιο που μαζικά πολλαπλασιάστηκε από πρόσωπο σε πρόσωπο στην αίθουσα των Ηνωμένων Εθνών, στις 25 Σεπτέμβρη του 2018, απέναντι στις διαπιστώσεις του Ντόναλντ Τραμπ για τις πολιτικές επιδόσεις του ίδιου και της κυβέρνησής του. Ήταν η πρώτη φορά που πρόεδρος των ΗΠΑ βρέθηκε αντιμέτωπος –σε τόσο υψηλό επίπεδο– με μια τέτοια αυθόρμητη αντίδραση αδιαμεσολάβητης κριτικής, τόσο ειλικρινούς και τόσο άμεσης, όσο ένα γέλιο. Που όπως είχε πει και ο Ντάριο Φο, «είναι όπλο πολιτικό».
 
 
Είναι σαφές πως στο Μέγαρο Μαξίμου φοβούνται. Φοβούνται οτιδήποτε ξεφεύγει από τον συμβατικό τρόπο με τον οποίον θέλουν –και εξαιτίας της μιντιακής τους υπεροπλίας μπορούν– να παρουσιάζουν την κατασκευασμένη τους πραγματικότητα. Φοβούνται το απρόβλεπτο, αυτό που δεν μπορούν να ελέγξουν, οτιδήποτε ξεφεύγει από τις προδιαγεγραμμένες τους νόρμες. Φοβούνται τον πολιτισμό και τους κάθε λογής δασκάλους, γιατί συμβάλλουν στο άνοιγμα των μυαλών και στη διεύρυνση των οριζόντων. Φοβούνται. Γιατί ξέρουν πως η κυβέρνηση Μητσοτάκη δεν είναι κάτι συμβατικό. Αποτελεί ένα συμβάν όπου η δημοκρατία, η ισότητα, τα ανθρώπινα δικαιώματα καθημερινά παραμερίζονται στο όνομα της διακυβέρνησης. Ένα συμβάν όπου η αλήθεια, η τεκμηρίωση, τα επιχειρήματα, δεν παίζουν κανέναν απολύτως ρόλο. Μια στιγμή όπου οι μειονότητες, οι «αόρατοι», οι πρόσφυγες και οι μετανάστες, αποτελούν τον ομολογημένο εχθρό. Μια διαρκής κατάσταση έκτακτης ανάγκης και οπισθοδρόμησης όπου τίποτα δεν μπορεί να θεωρηθεί «κανονικό». Κι ακριβώς επειδή έχουν συνείδηση αυτής της συνθήκης και των αντιδράσεων που προκαλεί, ακριβώς επειδή το σκληρό πεδίο της οικονομικής και κοινωνικής πραγματικότητας είναι τέτοιο που δεν αφήνει περιθώρια εφησυχασμού, γι’ αυτό –και για να κρύψουν τον φόβο τους– εντείνουν τον αυταρχισμό και ξορκίζουν το γέλιο. Γιατί το γέλιο, η ειρωνεία, ο ψόγος, η σάτιρα, ακόμα και η γελοιοποίηση, καταφέρνουν να δείξουν το πραγματικό μέτρο των πραγμάτων. Να εμποδίσουν την κανονικοποίηση της δυστοπίας και να επιστρέψουν την πραγματικότητα στην ορθή της διάσταση.
 
 
Αριστερά–Δεξιά: πάντα εδώ
 
 
Δεν είναι μυστικό πως η κυβέρνηση της ΝΔ –συνεπικουρούμενη από τους λατρεμένους της ακροκεντρώους– ποντάρει πολλά στην αποϊδεολογικοποίηση των ψηφοφόρων. Η συστηματική, ωστόσο, προσπάθεια να αλλάξουν ριζικά τα κριτήρια της ψήφου, η προσπάθεια να εμπεδωθεί στην κοινή γνώμη η λογική «όλοι ίδιοι είναι», παρότι εμφανής, δεν φαίνεται να αποδίδει. Τουλάχιστον όχι όσο θα ήθελαν οι εμπνευστές της.
 
Σε έρευνα του Ινστιτούτου ΕΝΑ, σε συνεργασία με την εταιρεία ερευνών Prorata, καθίσταται σαφές πως οι παραδοσιακές ιδεολογικές τοποθετήσεις στην Αριστερά, στο Κέντρο και στη Δεξιά –αν και με μικρές μετατοπίσεις και νέο περιεχόμενο– παραμένουν σταθερές. Όπως σταθερή παραμένει και η αντίληψη των πολιτών για τον χαρακτήρα των υπαρχόντων κομμάτων, για τις τάξεις δηλαδή και τα συμφέροντα που εξυπηρετούν. Με τα ευρήματα λοιπόν να δείχνουν, μεταξύ άλλων, ότι στη συνείδηση των πολιτών ο ανταγωνισμός ΝΔ – ΣΥΡΙΖΑ διαπερνά τις εκλογικές τους βάσεις στη βάση της διάκρισης Αριστερά – Δεξιά, ότι η εκλογική βάση του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ στέκεται πολύ αριστερότερα απ’ όσο ίσως πιστεύεται ή και συνιστά την επίσημη πολιτική του κόμματος, και ότι η ΝΔ υφίσταται στη συνείδηση των ψηφοφόρων ως το κατεξοχήν κόμμα της ανώτερης (εισοδηματικά) τάξης, ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ κατώτερων εισοδημάτων, έχει σημασία –ιδιαιτέρως τώρα, καθ΄οδόν προς τις εκλογές– να προβάλλονται επιθετικά και όχι αμυντικά, με σιγουριά και όχι φοβικά, όλα τα προγραμματικά, αλλά και ιδεολογικά στοιχεία που τεκμηριώνουν, και ενισχύουν, αυτήν ακριβώς τη διάκριση Αριστεράς – Δεξιάς.
 
Στον εκνευρισμό, λοιπόν, που τους προκαλεί το γέλιο, δημιουργούμε αφορμές που το πριμοδοτούν (οι αιτίες υπάρχουν και δεν είναι άλλες από τις ασκούμενες πολιτικές). Στον εκ μέρους τους εντεινόμενο αυταρχισμό, απαντάμε με όλο και πιο μαζικές λαϊκές κινητοποιήσεις. Στην επιχειρούμενη αντιστροφή της πραγματικότητας, προκαλούμε συγκρίσεις και προτάσσουμε επεξεργασμένο, ρεαλιστικό πρόγραμμα. Στην περιθωριοποίηση των «από κάτω» απαντάμε με συμπερίληψη και ορατότητα.
 
Απέναντι στην πραγματικότητα αυτής της κυβέρνησης –όπου καταπατάται κάθε έννοια κράτους δικαίου, όπου τα δημόσια αγαθά βγαίνουν στο σφυρί, τα κάθε είδους δικαιώματα βρίσκονται υπό διωγμό και η καθημερινότητα των περισσότερων από εμάς φαντάζει, και είναι, δυσβάσταχτη– δεν υπάρχουν περιθώρια ανοχής και εφησυχασμού. Πρόκειται για σύγκρουση δύο κόσμων. Και όπως είχε γράψει κι εκείνος ο ανώνυμος στον τοίχο: «ένα γέλιο θα σας θάψει». Κάτι που μαζί με την ενεργή συμμετοχή στην εκλογική διαδικασία, είναι αρκετό…

Αννέτα Καββαδία