Τα στοιχεία της Eurostat που μόλις δημοσιεύθηκαν, είναι αποκαλυπτικά: ένας στους πέντε πολίτες στην Ελλάδα, το 2024, ήταν πρακτικά αδύνατο να διατηρήσει επαρκώς ζεστό το σπίτι του και να διαβιεί με άνεση. Πιο συγκεκριμένα, το 19% των κατοίκων της χώρας –ποσοστό αντίστοιχο με εκείνο της Βουλγαρίας (σ.σ. οι δύο χώρες βρίσκονται στην τελευταία θέση της Ευρωπαϊκής Ένωσης)– ζει σε σπίτια που δεν θερμαίνονται επαρκώς.
«Τεχνικό» πρόβλημα ή συγκυριακή δυσλειτουργία της αγοράς; Ούτε το ένα, ούτε το άλλο. Η ενεργειακή φτώχεια είναι μια βαθιά πολιτική συνθήκη, καθώς εδώ δεν μιλάμε απλώς για υψηλούς λογαριασμούς ρεύματος αλλά για μια οργανωμένη κοινωνική οπισθοδρόμηση, για τη βίαιη αφαίρεση στοιχειωδών όρων αξιοπρεπούς ζωής.
Ας ξαναθυμηθούμε, λοιπόν, τα ουσιώδη: η θέρμανση δεν είναι πολυτέλεια. Είναι προϋπόθεση υγείας, ασφάλειας, ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Όταν αυτή μετατρέπεται σε προνόμιο, τότε βρισκόμαστε μπροστά σε μια πολιτική επιλογή με ξεκάθαρο ιδεολογικό πρόσημο. Γιατί η ενεργειακή φτώχεια δεν είναι κάποιο…φυσικό φαινόμενο, δεν συμβαίνει απλώς. Συνδέεται άμεσα με δεξιές, νεοφιλελεύθερες πολιτικές που αντιμετωπίζουν την ενέργεια όχι ως κοινωνικό αγαθό αλλά ως εμπόρευμα. Ιδιωτικοποιήσεις, απορρύθμιση, «απελευθέρωση» της αγοράς, μεταφορά του κόστους στους πολίτες, όλα βαφτίστηκαν αναγκαίες μεταρρυθμίσεις αλλά στην πράξη λειτούργησαν ως μηχανισμοί αναδιανομής πλούτου προς τα πάνω.
Εργαλεία ελέγχου
Και όχι μόνο αυτό: στο συγκεκριμένο πλαίσιο, το κράτος δεν αποσύρεται απλώς, επανεμφανίζεται ως μηχανισμός πειθάρχησης. Όταν ο πολίτης παγώνει στο σπίτι του, όταν φοβάται τον λογαριασμό που θα έρθει, όταν αναγκάζεται να επιλέξει ανάμεσα στο φαγητό και στη θέρμανση, τότε η δυνατότητά του να διεκδικήσει περιορίζεται δραστικά. Η ενεργειακή φτώχεια παύει, έτσι, να είναι μόνο υλική στέρηση και μετουσιώνεται και σε πολιτική αποδυνάμωση καθώς ένας άνθρωπος που παλεύει για τα στοιχειώδη δεν έχει τον χρόνο, την ενέργεια ή την ψυχική αντοχή να σηκώσει κεφάλι.
Κατ΄αυτόν τον τρόπο, καλλιεργείται η καθυπόταξη. Όχι με ωμή καταστολή αλλά με την καθημερινή φθορά. Με την εσωτερίκευση της ανασφάλειας ως «κανονικότητας». Με την ιδέα ότι «δεν γίνεται αλλιώς», ότι «έτσι είναι η αγορά», ότι «όλοι τα ίδια περνάμε». Μετατρέπεται λοιπόν η ενεργειακή φτώχεια σε πειθαρχικό εργαλείο, μαθαίνοντάς σε να χαμηλώνεις τις προσδοκίες σου, να συρρικνώνεις τις ανάγκες σου και να αποδέχεσαι το λίγο ως αρκετό.
Δεν είναι τυχαίο ότι αυτή η συνθήκη εντάσσεται σε μια ευρύτερη κυβερνητική λογική που επενδύει συστηματικά στον φόβο και την ανασφάλεια. Φόβος για το αύριο, φόβος για τον χειμώνα, φόβος για τον λογαριασμό, φόβος για την απώλεια. Ένας φόβος διάχυτος, καθημερινός, που δεν προκαλεί εξέγερση αλλά εσωστρέφεια και παραίτηση. Η κοινωνία μαθαίνει να ζει με λιγότερα, μαθαίνει να σιωπά και να προσαρμόζεται. Και μια κοινωνία κουρασμένη και παγωμένη –κυριολεκτικά και μεταφορικά– είναι μια κοινωνία που παραιτείται, και που πολύ πιο εύκολα μπορεί να χειραγωγηθεί.
Αυτή η παραίτηση είναι το ζητούμενο. Εξυπηρετεί τους ανάλγητους κυβερνητικούς σχεδιασμούς που θυσιάζουν την κοινωνική πλειοψηφία στο όνομα της «δημοσιονομικής πειθαρχίας» και της «ανταγωνιστικότητας». Εξυπηρετεί τα συμφέροντα εκείνων που κερδοσκοπούν πάνω στην ενέργεια, ενώ εμφανίζονται ως σωτήρες μέσω επιδομάτων-φιλοδωρημάτων που απλώς ανακυκλώνουν τη φτώχεια. Εξυπηρετεί μια πολιτική ελίτ που επιδιώκει πολίτες σιωπηλούς, εξαρτημένους, ευγνώμονες για τα ελάχιστα.
Ζεστασιά για όλους, όχι για λίγους
Η ενεργειακή φτώχεια, λοιπόν, δεν είναι φυσικό φαινόμενο, είναι ταξικό ζήτημα. Και ως τέτοιο, δεν αντιμετωπίζεται με ημίμετρα, ούτε με επικοινωνιακά τεχνάσματα. Αντιμετωπίζεται μόνο με ριζική πολιτική σύγκρουση: με την επανανοηματοδότηση της ενέργειας ως κοινωνικού δικαιώματος, με δημόσιο έλεγχο, με κοινωνική λογοδοσία, με πολιτικές που βάζουν τις ανάγκες των πολλών πάνω από τα κέρδη των λίγων. Γιατί μια κοινωνία που δεν μπορεί να ζεσταθεί, δεν μπορεί ούτε να ονειρευτεί. Και μια κοινωνία χωρίς όνειρα, είναι ακριβώς αυτό που χρειάζεται ο νεοφιλελευθερισμός για να επιβιώσει.
Ας το πούμε ξεκάθαρα: η ενεργειακή φτώχεια δεν είναι απλώς μια κοινωνική αδικία, είναι ένας κεντρικός μηχανισμός άσκησης εξουσίας στον ύστερο νεοφιλελευθερισμό. Αποτελεί υλικό υπόστρωμα μιας στρατηγικής που δεν αρκείται στη διαχείριση της ανισότητας, αλλά τη χρησιμοποιεί ενεργά για να αναπαράγει την πολιτική κυριαρχία. Όταν η πρόσβαση στη ζεστασιά, στο φως, στην ίδια τη στοιχειώδη συνθήκη επιβίωσης, καθίσταται αβέβαιη, τότε η δημοκρατία απογυμνώνεται από το κοινωνικό της περιεχόμενο και μετατρέπεται σε κενό θεσμικό κέλυφος.
Η δεξιά, νεοφιλελεύθερη λογική, δεν «αποτυγχάνει» να προστατεύσει τους πολίτες από την ενεργειακή φτώχεια, αντιθέτως, τη χρειάζεται. Η μόνιμη επισφάλεια λειτουργεί ως εργαλείο πειθάρχησης της εργασίας και αποσυγκρότησης της συλλογικής συνείδησης. Ο πολίτης μετατρέπεται σε μεμονωμένο καταναλωτή ενέργειας, αποκομμένος από την ιδέα του κοινωνικού δικαιώματος και εγκλωβισμένος σε ατομικές στρατηγικές επιβίωσης. Έτσι, ακυρώνεται η δυνατότητα συλλογικής διεκδίκησης πριν καν αρθρωθεί.
Η ενεργειακή φτώχεια είναι, τελικά, μια μορφή δομικής βίας. Δεν αφήνει ορατά τραύματα αλλά διαβρώνει αργά το κοινωνικό σώμα. Και όσο αυτή παρουσιάζεται ως αναπόφευκτη συνέπεια της αγοράς ή ως προσωρινή κρίση, τόσο αποκρύπτεται η πραγματική της φύση: ότι πρόκειται για συνειδητή επιλογή υπέρ των κερδών και εις βάρος της ζωής. Η απάντηση από τα αριστερά δεν μπορεί παρά να είναι ριζική: σύγκρουση με το ίδιο το υπόδειγμα που παράγει την παγωνιά -τόσο στα σπίτια όσο και στις συνειδήσεις.