Macro

Αννέτα Καββαδία: Η «κανονικοποίηση» του ακροδεξιού λόγου

Θα ήταν μεγάλο λάθος να αντιμετωπιστεί ο βουλευτής της «Νίκης» Νίκος Παπαδόπουλος –με αφορμή τον βανδαλισμό εκθεμάτων στην Εθνική Πινακοθήκη– ως γραφικός ή «ψεκασμένος». Και θα ήταν άκρως επικίνδυνο να αποσυνδεθεί η συγκεκριμένη πράξη από την επιχειρούμενη, εδώ και χρόνια, «κανονικοποίηση» του ακροδεξιού λόγου.

Δεν θα ασχοληθούμε στο παρόν σημείωμα με το αν υπάρχουν όρια στην Τέχνη, πού ξεκινά η λογοκρισία και αν συνιστά «βλασφημία» μια καλλιτεχνική ματιά. Αυτό είναι κάτι για το οποίο γράφει, άλλωστε, στην επιφυλλίδα της Εποχής η Λήδα Καζαντζάκη.

Ως αφορμή λογίζεται η τρομακτική αυτή ενέργεια προκειμένου να ξαναμπεί στη δημόσια συζήτηση όχι το αν έχουμε ξεμπλέξει με την Ακροδεξιά –η αρνητική άλλωστε απάντηση σε αυτό το ερώτημα είναι σχεδόν αυτονόητη– αλλά το πώς τα ιδεολογικά μοτίβα στα οποία στηρίζονται ακροδεξιά μορφώματα –μην ξεχνάμε ποτέ τη Χρυσή Αυγή– παραμένουν ενεργά και μάλιστα σε κάποιους θεσμούς ίσως ακόμα και κυρίαρχα. Αξίζει να αναζητήσει κανείς σχετική μελέτη, που επιμελούνται η Ρόζα Βασιλάκη και ο Γιώργος Σουβλής και παρέχεται δωρεάν μέσα από το ίδρυμα Ρόζα Λούξεμπουργκ, η οποία επιχειρεί αυτό ακριβώς: να ψηλαφίσει απαντήσεις στο πώς στοιχεία της ακροδεξιάς ιδεολογίας σιγά-σιγά «νομιμοποιούνται» και πώς σταδιακά χτίζεται μια «κανονικότητα» που, αν μη τι άλλο, δεν τρομάζει όπως στο παρελθόν. Μελετώντας θέματα όπως η «δεξιοποίηση των έμφυλων πολιτικών ταυτότητας», ο ρόλος των εγχώριων ΜΜΕ στη «δημιουργία ηθικού πανικού και κανονικοποίησης της ακροδεξιάς ρητορικής», η ακροδεξιά ρητορική στις ένοπλες δυνάμεις και στην ορθόδοξη εκκλησία, αυτό που επί της ουσίας πραγματεύεται η μελέτη είναι η διείσδυση και οι μεταμορφώσεις του ακροδεξιού τρόπου σκέψης στην ελληνική κοινωνία.

Αυτό που συνέβη στην Εθνική Πινακοθήκη, καθώς και τα «ναι μεν αλλά» που ακολούθησαν τους βανδαλισμούς –«δεν δικαιολογώ αλλά κατανοώ την πράξη» είπε ο πρόεδρος της Νίκης, τη λύπη της για το περιεχόμενο συγκεκριμένων έργων, και όχι για την πράξη, εξέφρασε η Διαρκής Ιερά Σύνοδος και αποφάσισε «να ενεργήσει τα δέοντα προς την Ελληνική Κυβέρνηση», για «καταδικαστέα, έκνομη» πράξη αλλά όχι για βανδαλισμό μίλησε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος ο οποίος χαρακτήρισε «θεμιτότατη» την παρέμβαση της εκκλησίας και προέτρεψε «να μην “πυροβολούμε” ούτε τη μία ούτε την άλλη άποψη»– δεν μπορούν να ιδωθούν αποκομμένα από τη, φαινομενικά άσχετη, μισαναπηρική αθλιότητα που εκστομίστηκε λίγες ώρες αργότερα μέσα από τη δημόσια συχνότητα ιδιωτικού τηλεοπτικού σταθμού πανελλαδικής εμβέλειας (σχετικό ρεπορτάζ σε επόμενη σελίδα της Εποχής).

Κι αυτό γιατί ο δημόσιος λόγος δεν είναι, ποτέ δεν ήταν, άμοιρος ευθυνών σε ό,τι αφορά αν όχι την καλλιέργεια και την προτροπή, τουλάχιστον την ανοχή σε ακραίες αντιδράσεις και συμπεριφορές. Δεν είναι, άλλωστε, η πρώτη φορά που ακροδεξιές πρακτικές γίνονται, υπόρρητα, όλο και περισσότερο μέρος μιας δημοσίως προβεβλημένης «κανονικότητας» που σέβεται δήθεν όλες τις απόψεις. Δεν είναι η πρώτη φορά που γινόμαστε μάρτυρες σε ένα σιωπηρό κλείσιμο του ματιού σε κάθε είδους φανατικούς παρά το προκάλυμμα μιας «καθωσπρέπει» συμπεριφοράς.

Και μπορεί να είναι διαφορετική η περίοδος, να είναι άλλα τα σχήματα και τα προσωπεία, ωστόσο είναι ίδια τα μέσα και ολόιδιος ο πυρήνας των κινήτρων. Για χρόνια, άλλωστε, η κυρίαρχη μιντιακή προσέγγιση είχε να κάνει με την αποδραματοποίηση της ανάδειξης ακραίων δυνάμεων –πώς μπορούν, αλήθεια, να ξεχαστούν όχι μόνο τα λάιφ στάιλ αφιερώματα σε υψηλής τηλεθέασης εκπομπές αλλά και οι συνεντεύξεις των ηγετικών στελεχών της Χρυσής Αυγής σε «σοβαρούς» συστημικούς δημοσιογράφους;

Δεν είναι κάτι περιθωριακό αυτό που συνέβη στην Εθνική Πινακοθήκη. Ακραίο, ναι. Αλλά όχι έξω από την απόπειρα να διαμορφωθεί ένα περιβάλλον που, ανεχόμενο τις δυνάμεις του μαύρου μετώπου, θα εγείρει τα πιο συντηρητικά ανακλαστικά ενός απογοητευμένου, θυμωμένου, φοβισμένου, ανασφαλή κόσμου που εναγωνίως ψάχνει από κάπου να πιαστεί.

Ναι, οι μεγαλειώδεις συγκεντρώσεις με αφορμή το έγκλημα στα Τέμπη συνιστούν ένα ποιοτικό άλμα και κάνουν τη διαφορά. Κινητοποίησαν και κινητοποιούν ανθρώπους που η επαφή τους με τον δρόμο ήταν από ελάχιστη έως ανύπαρκτη. Αρκεί όμως αυτό; Αρκεί για να υψωθεί το απαραίτητο ανάχωμα στον φασισμό;

Γιατί ας μην φοβόμαστε τις λέξεις. Φασιστικής κοπής είναι η επίθεση στην Τέχνη, φασισμός η επίθεση στα ανάπηρα άτομα, οι συνθήκες διαβίωσης ανήλικων προσφυγόπουλων στη Σάμο και στη Μαλακάσα, το πνίξιμο 600 μεταναστών στην Πύλο. Φασισμός η συγκάλυψη στο έγκλημα των Τεμπών, φασισμός και οι υποκλοπές.

Αρκεί λοιπόν να σηκωθεί ο κόσμος από τον καναπέ –αναγκαία, απαραίτητη και ελπιδοφόρα συνθήκη– για να μπορέσει να μπει ένα φρένο σε μια παγκόσμια τάση; (πριν μερικές μόλις ημέρες, το μεγαλύτερο μουσείο της Ουάσιγκτον ακύρωσε εκθέσεις για τα δικαιώματα των μαύρων και της λοατκι κοινότητας γιατί διαφορετικά ο Τραμπ θα τους έκοβε τη χρηματοδότηση).

Ή είναι λύση η συλλήβδην απόρριψη του συνόλου του πολιτικού συστήματος, η άκρως επικίνδυνη υιοθέτηση λογικών «όλοι ίδιοι είναι» και η ενίσχυση φωνών που πλασάρονται αλλά κάθε άλλο παρά αντισυστημικές είναι; Προφανώς και όχι.

Σε αυτή τη δυστοπική λοιπόν συγκυρία, καλούμαστε να αναστοχαστούμε πάνω στα δίπολα συστημική-αντισυστημική ματιά, πολιτική ως διαχείριση ή ως αλλαγή, επικοινωνία με κλισέ ή με έναν περιεκτικό λόγο. Καλείται η Αριστερά να διεκδικήσει με αξιώσεις την «ασφάλεια» ως εθνικό και διεθνές κοινωνικό πρόταγμα –εργασία, κοινωνική πρόνοια, αλληλεγγύη, αποτελεσματική μεταναστευτική πολιτική, ανάπτυξη Τρίτου Κόσμου, ειρήνη. Γιατί όσο δεν το κάνει, θα την καπηλεύεται η Δεξιά αποκλειστικά ως ζήτημα δημόσιας τάξης. Με σύμμαχο την κοινωνική ακροδεξιά, που δυστυχώς είναι πάντα μεγαλύτερη από την πολιτική εκπροσώπησή της, και η οποία θα βγάζει όλα τα χαρακτηριστικά από τα οποία είναι φτιαγμένη: τη διάθεση επιβολής στον πιο αδύναμο, τον διαχωρισμό με βάση ανορθολογικά (φυλετικά, θρησκευτικά ή άλλα) κριτήρια, το μίσος εναντίον της διαφορετικότητας, τα πρωτόγονα ένστικτα καταπίεσης και εξόντωσης του όποιου, κάθε φορά, αντιπάλου.

Η ΕΠΟΧΗ