Macro

Αννέτα Καββαδία: «Εγώ έχω το δίκιο μου και εσύ τον κόσμο όλο»

Πρωτοκυκλοφόρησε το 2014, σε μουσική Θέμη Καραμουρατίδη, στίχους του Οδυσσέα Ιωάννου και ερμηνεύτρια τη Γιώτα Νέγκα.

Ο τίτλος του: «Το δίκιο μου». Με το ρεφρέν του να πηγαίνει κάπως έτσι: «εγώ μετράω τα ρέστα μου να βγάλω κι άλλο μήνα, ανοίγω και δεν βλέπω ουρανό. Κι εσύ έχεις στο πιάτο σου ολόκληρη Αθήνα, ανοίγεις και χαζεύεις το κενό».

Σύμπτωση το ότι το συγκεκριμένο τραγούδι ακουγόταν στο, μονίμως ανοιχτό, ραδιόφωνο την ώρα που το βίντεο με τη ντροπιαστική αντίδραση του Κυριάκου Μητσοτάκη –όταν, κατά την επίσκεψή του στην Κέρκυρα, τον πλησίασε ηλικιωμένη γυναίκα λέγοντας πως με τη χαμηλή σύνταξη που παίρνει, δεν μπορεί επί της ουσίας να ζήσει– περνούσε από την οθόνη του υπολογιστή. Ο διάλογος, αποκαλυπτικός. Για το θράσος, την αναλγησία, την ασυνειδησία που εξέπεμπε:

– «Αυτά είναι τα λεφτά που έχω να ζήσω»

– «Όσο αντέχουμε…»

– «Ναι, αλλά παιδιά πρέπει να γίνει κάτι»

– «Πόση σύνταξη παίρνεις;»

– «440 ευρώ και δίνω 300 ευρώ για ενοίκιο»

– «Αν είστε στο ενοίκιο δεν βγαίνει»

– «Πεινάω, αυτή τη στιγμή πεινάω»

– «Σας στηρίζει η εκκλησία;»

– «Κανένας»

– «Ευχαριστώ που ήρθατε».

Από πού να το πιάσει και πού να το αφήσει κανείς…

Από τη χρήση α’ πληθυντικού; («όσο αντέχουμε»), λες και βρίσκονται στην ίδια οικονομική κατάσταση; Από την απλή διαπίστωση («αν είστε στο ενοίκιο δεν βγαίνει»), λες και δεν έχει ευθύνη για το χάος στον χώρο της στέγασης; Από το ότι στέλνει τη γυναίκα να βρει λύση στην εκκλησία; Ενισχύοντας έτσι την περαιτέρω εμπλοκή της στην πολιτική, λες και δεν είναι ο ίδιος πρωθυπουργός της χώρας, λες και δεν έχει ευθύνη η κυβέρνησή του για την ολοένα και μεγαλύτερη φτωχοποίηση σημαντικού τμήματος του λαού.

Πολιτική και ενσυναίσθηση

Δεν είναι, βεβαίως, η πρώτη φορά που ο Κυριάκος Μητσοτάκης αποδεικνύει πως η ενσυναίσθηση –πολυχρησιμοποιημένος, μεν, αλλά πάντα δόκιμος όρος– δεν είναι από τα βασικά του ατού.

Στην ενσυναίσθηση, σύμφωνα με τον εισηγητή του όρου Καρλ Ρότζερς (1951), ο «συμπάσχων» (ενσυναισθητικός) αποστασιοποιείται για λίγο από τις πεποιθήσεις, τις αξίες, τις αρχές του. Προσπαθεί να μπει προσωρινά στην κατάσταση και στη βιοθεωρία του άλλου, αποδεσμευμένος από στερεότυπα και προκαταλήψεις, καθώς ενσυναίσθηση δεν είναι να φαντάζεσαι πώς μπορείς να αισθάνεσαι εσύ στη θέση του άλλου. Είναι να φαντάζεσαι και να προσπαθείς να καταλάβεις τι αισθάνεται ο άλλος. Η διαφορά μεταξύ τού να σκέφτεσαι τον εαυτό σου στη θέση του άλλου και του να σκέφτεσαι το άλλο άτομο σε αυτή την κατάσταση είναι απλή, αλλά βαθιά διεργασία που απαιτεί καλά αναπτυγμένες, διαφοροποιημένες ικανότητες. Με άλλα λόγια, η ενσυναίσθηση είναι εστιασμένη στον άλλον, όχι στον εαυτό μας.

Θα είχε, λοιπόν, ενδιαφέρον, λίγο πριν τις ευρωεκλογές, και παίρνοντας ως δεδομένο πως η αρχή για κάθε λύση συλλογικού προβλήματος βρίσκεται στην έμφυτη ικανότητα των αντιπροσώπων να αντιλαμβάνονται τη θέση, την έγνοια και τα συναισθήματα των αντιπροσωπευομένων, να αποτιμήσει κανείς το πώς οι κομματικοί σχηματισμοί –δια των επικεφαλής τους, μια και το προσωποκεντρικό μοντέλο, δυστυχώς, ζει και βασιλεύει– δείχνουν να αντιλαμβάνονται τη σχέση με τους ψηφοφόρους τους (δεδομένους, αλλά και δυνητικούς). Πώς αρθρώνουν τον προεκλογικό τους λόγο, σε ποια επίδικα εστιάζουν, πώς –και αν– αντιλαμβάνονται την πραγματικότητα που βιώνουν εκατομμύρια συμπολίτες και συμπολίτισσές μας. Με άλλα λόγια, πόσο συμπάσχοντες (ενσυναισθητικοί) είναι. Όχι στη βάση κάποιων ρητορικών πυροτεχνημάτων, ούτε στο πόσο «υπάκουοι» εμφανίζονται στις εντολές των επικοινωνιακών τους επιτελείων. Αλλά βλέποντας, ακούγοντας, ζώντας αληθινά ανάμεσα στον κόσμο, κατανοώντας τα κίνητρα και τη συμπεριφορά του.

Με τους πολλούς στα λόγια

Είναι σαφές πως ο πρωθυπουργός ούτε θέλει ούτε μπορεί –και όχι μόνο λόγω του οικονομικού του status ή της ιδιοκτησιακής λογικής του για τη χώρα– να μπει στη θέση του άλλου. Πολιτικές για τους πολλούς δεν τον αφορούν, δεν το κρύβει άλλωστε. Και το αποδεικνύει τόσο με τις επιλογές του σε όλα τα κρίσιμα θέματα – για παράδειγμα ακρίβεια, υγεία, παιδεία– όσο και με την εξωφρενική αλαζονεία με την οποία αντιμετωπίζει κάθε αμφισβήτηση της πολιτικής του.

Από την άλλη, συγκεκριμένες θέσεις (από την οικονομία μέχρι την εξωτερική πολιτική), αλλά και η προκλητική επίδειξη πλούτου τού αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης –ο οποίος ηγείται ενός κόμματος το οποίο μόνο κατ’ όνομα πια προσδιορίζεται ως αριστερό– η συνεχής φιλοξενία του σε εκπομπές life style, δηλώσεις όπως «έχω τόσα χρήματα ώστε μπορώ να μην ξαναδουλέψω για όλη μου τη ζωή» ή «δεν γίνεται εγώ να αγοράζω διαμέρισμα 1.800.000 ευρώ σε αυτή την ηλικία (σ.σ. 36 χρονών) και αντίστοιχα να υπάρχουν νέοι που ζουν ακόμα στο παιδικό τους δωμάτιο», πόσο αλήθεια πείθουν για την ειλικρίνεια και την αποτελεσματικότητα της πολυδιαφημισμένης «αδιαμεσολάβητης» σχέσης του με έναν κόσμο που υποφέρει; Πόσο πείθουν για το ότι μπορεί να τους εκπροσωπήσει και να αποτελέσει το αντίπαλο δέος στην κυβέρνηση της ΝΔ;

Δεν ισχυρίζεται κανείς ότι η οικονομική ευρωστία είναι καταδικαστέα, αλίμονο –οι μέθοδοι πλουτισμού υπόκεινται, φυσικά, σε κριτική. Το θέμα είναι πώς στέκεσαι απέναντι σε αυτή τη συνθήκη, πόσο μπορείς να την υπερβείς, πόσο συναισθάνεσαι τη διαφορετικότητά σου. Και πόσο τελικά αντιμετωπίζεις την ενασχόλησή σου με τα κοινά ως έναν επαγγελματικό ρόλο ενταγμένο σε ένα πλαίσιο με ξεκάθαρες δομές εξουσίας (εξουσιάζοντες – εξουσιαζόμενοι).

Το αν η κάλπη των ευρωεκλογών στείλει μήνυμα στήριξης ενός κόσμου που περνάει δύσκολα, μένει να φανεί. Το αν ψηφιστούν δηλαδή ιδέες, πρόγραμμα, προτάσεις, το αν επιλεγούν πρόσωπα και όχι περσόνες, άνθρωποι και όχι προφίλ, το αν καταδικαστούν οι πολιτικές φτωχοποίησης, αλλά και η αυτοαναφορικότητα, οι αυτοσχεδιασμοί, ο πολιτικός αναλφαβητισμός και τυχοδιωκτισμός.

Αννέτα Καββαδία

Η ΕΠΟΧΗ