Macro

Αννέτα Καββαδία: Δεν έτυχε, πέτυχε

Ένας ανυποψίαστος εξωτερικός παρατηρητής θα μπορούσε βασίμως να ισχυριστεί πως η διαχείριση της πανδημίας στην Ελλάδα έχει πλήρως ξεφύγει από τα χέρια της κυβέρνησης. Πως οι κυβερνώντες έχουν πετάξει «λευκή πετσέτα» και πως οι πολίτες έχουμε αφεθεί στην τύχη μας. Πως το δόγμα «ο σώζων εαυτόν σωθήτω» είναι κυρίαρχο πια στον όποιον κυβερνητικό (μη) σχεδιασμό και πως η ανοσία της αγέλης είναι –αν και όχι ευθέως ομολογημένη– η επιλογή του Μεγάρου Μαξίμου. Θα μπορούσε επίσης να μιλήσει για πλήρη ανικανότητα της κυβέρνησης και για επιτελικό μπάχαλο που αγγίζει τα όρια της πλήρους αποδιοργάνωσης. Και θα είχε δίκιο. Πρόκειται, όμως, μόνο γι΄ αυτό;
Η τραγική εικόνα που εμφανίζει η χώρα –με τα κρούσματα να έχουν σπάσει πια το φράγμα των 50.000 ημερησίως, τις εκατοντάδες διασωληνώσεις να υπενθυμίζουν την κρισιμότητα των στιγμών και την ασφυξία στα νοσοκομεία, και τους δεκάδες θανάτους να συμπληρώνουν καθημερινά τον τραγικό απολογισμό– είναι αποτέλεσμα ανικανότητας και μόνο; Η απουσία, σε καιρό πανδημικής κρίσης, οποιασδήποτε μέριμνας για τον πολίτη –είτε αφορά την ελεύθερη πρόσβαση σε διαγνωστικά τεστ, είτε τις συνθήκες στα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς και τους χώρους εργασίας, είτε το άνοιγμα των σχολείων– είναι αποτέλεσμα ολιγωρίας και παραλείψεων; Μόνο;
Για να δούμε…
Δεν έχουν περάσει παρά λίγες ημέρες (18/12/21) από όταν ο υπουργός Επικρατείας Γ. Γεραπετρίτης, από το βήμα της Βουλής, ειρωνευόταν τον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης όταν ο τελευταίος μιλούσε για επέλαση της Όμικρον, ζητώντας να μάθει τι μέτρα έχει λάβει η κυβέρνηση. «Και πού το ξέρετε ότι επελαύνει, κύριε Τσίπρα; Έχετε μαντικές ικανότητες;», ήταν η στομφώδης απάντηση του κ. Γεραπετρίτη –ναι, αυτού που είχε πει το αμίμητο «αν είχαμε περισσότερες ΜΕΘ, θα είχαμε περισσότερους θανάτους»– η οποία ήρθε να προστεθεί σε μια σειρά «πετυχημένων» προβλέψεων τόσο του ίδιου του πρωθυπουργού, όσο και προβεβλημένων κυβερνητικών στελεχών.
Και τι δεν έχουμε ακούσει: από το ότι «κερδίσαμε την πανδημία», «διανύουμε το τελευταίο μίλι», «πανδημία ανεμβολίαστων», του –και Μωυσή επονομαζόμενου– Κυριάκου Μητσοτάκη, μέχρι το ότι «σε ένα με ενάμιση μήνα τελειώνει η πανδημία», του –και λοιμωξιολόγου– Άδωνι Γεωργιάδη. Από το «εάν είχαμε ακούσει τον ΣΥΡΙΖΑ για τις ΜΕΘ, θα είχαμε πετάξει δεκάδες εκατομμύρια» του Στέλιου Πέτσα –της γνωστής λίστας– μέχρι το «δεν υπάρχει λόγος να δημιουργήσουμε ένα πολυτελές σύστημα υγείας» του –εκ του ΣΕΒ προερχόμενου– υπουργού Επικρατείας Άκη Σκέρτσου. Και από το «τι θα τους κάνουμε τόσους γιατρούς, θα περάσει η πανδημία και θα μας περισσεύουν» που είπε ο ίδιος, μέχρι το «αν επιδοτήσουμε τα rapid tests, θα χρεοκοπήσει η χώρα και θα έχουμε νέα μνημόνια» του λαλίστατου υπουργού Ανάπτυξης.
Πρόκειται απλώς για κάποιες άκαιρες δηλώσεις; Για αστοχία εν τη ρύμη του λόγου τους; Για επιπολαιότητα; Προφανώς και όχι.
Από την πρώτη στιγμή που ανέλαβε τα καθήκοντά της, η κυβέρνηση της ΝΔ δεν έκρυψε τι είδους πολιτική σκόπευε να ακολουθήσει. Πιστά δεμένη στο άρμα μιας σκληρής νεοφιλελεύθερης λογικής, με ορατή απέχθεια –μίσος το λένε κάποιοι– για οτιδήποτε δημόσιο, με προκλητικά εξώφθαλμη μονομέρεια σε ό,τι αφορά την εξυπηρέτηση ημετέρων, ασκεί μια βαθιά ταξική μεροληπτική –υπέρ των λίγων – πολιτική, μη διστάζοντας να παίξει ρώσικη ρουλέτα ακόμα και με τη ζωή μας.
Αγνοώντας το τωρινό τσουνάμι κρουσμάτων, εξακολουθεί να μη συνταγογραφεί rapid και μοριακά τεστ (λες και είναι βιώσιμο για τη μέση ελληνική οικογένεια το κόστος των 47 ευρώ κατ΄ άτομο), ταλαιπωρεί καρκινοπαθείς, τους οποίους υποχρεώνει να σηκώσουν μόνοι τους το κόστος και τη διαδικασία για τη διενέργεια μοριακού τεστ, προκειμένου να μπουν σε νοσοκομείο για τη θεραπεία τους, αναγκάζει σε αναμονή ωρών –είτε έχουν συμπτώματα, είτε όχι– όσους επιλέγουν μια δημόσια δομή υγείας προκειμένου να κάνουν το τεστ, κλείνει τα μάτια στη νόσηση εκατοντάδων υγειονομικών σε όλη τη χώρα και τους υποχρεώνει σε επιστροφή στην εργασία ύστερα από πενθήμερη καραντίνα, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την εύρυθμη λειτουργία του –ούτως ή άλλως– επιβαρυμένου ΕΣΥ, ανοίγει τα σχολεία με τα ίδια πρωτόκολλα που ίσχυαν πριν την τωρινή έκρηξη των κρουσμάτων…
Και χωρίς να ορρωδεί προ ουδενός, αγνοεί προκλητικά όχι μόνο σύσσωμη την αντιπολίτευση, όχι μόνο την οργή των πολιτών –προς το παρόν μόνο διαδικτυακή– αλλά δείχνει να μην υπολογίζει και τις δειλές, πολύ δειλές, κριτικές/παρατηρήσεις/συστάσεις/προειδοποιήσεις των φιλικών προς την κυβέρνηση ΜΜΕ. Πόσο όμως μπορεί –ακόμα και αυτή η στρατιά των ακριβοπληρωμένων εγχώριων και ξένων επικοινωνιολόγων– να κάνει το άσπρο μαύρο; Για πόσο ακόμη μπορεί να αποσιωπηθεί η αλήθεια; Η δυσφορία έχει αρχίσει να γίνεται ορατή και όλες αυτές οι λανθασμένες προβλέψεις, οι κραυγαλέες αστοχίες, οι ταξικά μεροληπτικές επιλογές, οι προκλητικές δηλώσεις αξιωματούχων, δεν μπορούν να κρυφτούν παρά τη χοντροκομμένη προσπάθεια ενοχοποίησης του ΣΥΡΙΖΑ –λες και δεν έχουν περάσει 2 ½ χρόνια από την αλλαγή σκυτάλης στη διακυβέρνηση της χώρας.
Η καταφανής προσπάθεια να μη συνδεθεί ο Κυριάκος Μητσοτάκης με ολέθριες πράξεις και εγκληματικές παραλείψεις, και να βρεθεί στο απυρόβλητο σε ό,τι αφορά τη διαχείριση της πανδημίας, δεν μπορεί να πάει πολύ μακριά. Οι όποιες επιλογές –καλές ή κακές– φέρουν τη σφραγίδα του και η τελική ευθύνη βαραίνει τον ίδιον, όπως συμβαίνει άλλωστε σε όλα τα πρωθυπουργοκεντρικά μοντέλα. Τόσο ο ίδιος, όσο και η κυβέρνησή του θα κληθούν σύντομα να αντιμετωπίσουν τα επίχειρα της πολιτικής τους, μιας πολιτικής που αποδεικνύει περίτρανα πόσο ζωντανή παραμένει η διαιρετική τομή Αριστεράς – Δεξιάς. Γιατί, αν μη τι άλλο, η πανδημία υπενθύμισε με τον πιο εκκωφαντικό τρόπο, το χάος που χωρίζει τις δύο πολιτικές προτάσεις. Προτάσεις που είναι ταυτόχρονα και στάση ζωής.

Αννέτα Καββαδία

Πηγή: Η Εποχή