Macro

Αννέτα Καββαδία: Ας μιλήσουμε για «ειδήσεις»

Τι συνιστά είδηση; Το κοινότοπο αυτό ερώτημα ήρθε εκ νέου στην επιφάνεια, καθώς, όπως φαίνεται, η απάντηση –στην ελληνική τουλάχιστον επικράτεια– δεν πρέπει να θεωρείται δεδομένη. Παρότι δεν λείπουν οι αφορμές για να αμφισβητήσει κανείς αυτά που δεν θα έπρεπε καν να τίθενται ως απορίες, κάθε μέρα όλο και κάτι γίνεται για να ενισχυθεί η παγιωμένη, δυστυχώς, αντίληψη σχετικά με την αξιοπιστία των ελληνικών ΜΜΕ.
 
 
Εξηγούμαι: δεν έχουν περάσει παρά λίγες ημέρες από την απόφαση της κυβέρνησης της ΝΔ για επαναφορά της 6ήμερης εργασίας. Από τον Guardian και το BBC, μέχρι την Washington Post και το CNBC, διεθνή δίκτυα και εφημερίδες σχολίασαν με μελανό τρόπο μια απόφαση, η οποία έρχεται να επιδεινώσει την ήδη δεινή θέση των εργαζομένων στη χώρα μας. Επισημαίνοντας το παράδοξο πως «ενώ το τετραήμερο εργάσιμης εβδομάδας έχει αυξηθεί σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, ακόμη και σε ορισμένες εταιρείες των ΗΠΑ, η Ελλάδα κινείται προς την αντίθετη κατεύθυνση», και φιλοξενώντας απόψεις ειδικών, όπως η Malissa Clark, διευθύντρια του Healthy Work Lab του Πανεπιστημίου της Τζόρτζια, που μελετά την ισορροπία μεταξύ εργασίας και προσωπικής ζωής και η οποία είναι σαφής, λέγοντας «σίγουρα φαίνεται σαν ένα κοντόφθαλμο βήμα προς τη λάθος κατεύθυνση, αφού γνωρίζουμε ότι οι πολλές ώρες εργασίας είναι επιβλαβείς για την υγεία των εργαζομένων», οι δημοσιογράφοι στο εξωτερικό δεν έκαναν τίποτα παραπάνω από τη δουλειά τους: παρουσίασαν την είδηση πλαισιώνοντάς την από την απαραίτητη ανάλυση. Τι συνέβη, ποιους αφορά, τι επιπτώσεις έχει, πόσο συμβατή είναι μια τέτοια απόφαση με τα νέα δεδομένα.
 
 
Στα καθ’ ημάς…
 
 
Αυτά, εκτός Ελλάδας. Γιατί εντός, μια προσεκτική ματιά στην ειδησεογραφία των ημερών θα δείξει πως η σημαντικότατη αυτή είδηση είτε δεν απασχόλησε, είτε πέρασε εντελώς στα ψιλά από την πλειονότητα των ΜΜΕ. «Γιατί;», θα αναρωτηθεί κανείς. Δεν υπάρχει η δημοσιογραφική επάρκεια για να αξιολογηθεί η βαρύτητά της; Δεν «πουλάει», άρα δεν αξιολογείται ψηλά στην ιεράρχηση της θεματολογίας; Δυστυχώς (όσο κι αν ακούγεται οξύμωρο), ούτε το ένα, ούτε το άλλο. Κάτι πολύ βαθύτερο, και πολύ πιο απογοητευτικό για την ποιότητα της προσφερόμενης «ενημέρωσης», υποκρύπτεται πίσω από την υποβάθμιση μιας είδησης που έχει άμεση επίπτωση στη ζωή εκατομμυρίων ανθρώπων. Κι αυτό δεν είναι άλλο από τον σφιχτό εναγκαλισμό δημοσιογραφίας και πολιτικής εξουσίας –φυσικά και υπάρχουν εξαιρέσεις– ο οποίος είναι από τους βασικότερους λόγους που κατατάσσουν τη χώρα μας ουραγό στη σχετική κατάταξη.
 
Δεν είναι τυχαίο πως σε ανάλυσή του στις αρχές του χρόνου, το Διεθνές Ινστιτούτο Τύπου (IPI) –επισημαίνοντας τον κατήφορο που έχει πάρει η Ελλάδα τα τελευταία χρόνια, ούσα στη χαμηλότερη θέση μεταξύ των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης– κάνει λόγο για «διάβρωση της ελευθερίας των ΜΜΕ στη γενέτειρα της δημοκρατίας», συνδέοντας σαφώς την κατρακύλα των ελληνικών ΜΜΕ με τη διακυβέρνηση της ΝΔ και την εκλογική νίκη της το 2019. «Έχει αυξηθεί η ανησυχία για τις δημοκρατικές αξίες, όπως η ελευθερία των Μέσων Ενημέρωσης και τα ανθρώπινα δικαιώματα, καθώς και ένα μεγάλο σκάνδαλο υποκλοπών που εμπλέκει πολιτικούς, αξιωματούχους και δημοσιογράφους, το οποίο έχει πολλά σημεία σύγκρισης με το Γουότεργκεϊτ», αναφέρει το ΙΡΙ, προσπαθώντας να ερμηνεύσει τους λόγους αυτής της χρονίζουσας διαδικασίας φθοράς. Με τον σύμβουλο-αναλυτή του Ινστιτούτου Τζέιμι Γουάιζμαν, αφού απαριθμεί τους λόγους που έχουν φέρει τη χώρα μας στα τάρταρα της ελευθεροτυπίας (δολοφονία Καραϊβάζ, υποκλοπές, SLAPP αγωγές) και αφού αναφέρεται στις παρεμβάσεις που έχουν γίνει από διεθνείς οργανισμούς και φορείς οι οποίοι προασπίζουν την ελευθεροτυπία, να σημειώνει πως «οι προκλήσεις παραμένουν και βρίσκονται στην κορυφή πολύ βαθύτερων συστημικών ζητημάτων, συμπεριλαμβανομένης της έλλειψης πολυφωνίας των Μέσων Ενημέρωσης, των απειλών για την ανεξαρτησία τους που πηγάζουν από την ολιγαρχική ιδιοκτησία και τις αδύναμες ρυθμίσεις για τον Τύπο. Την εικόνα περιπλέκει έτι περαιτέρω το γεγονός ότι η αγορά των ΜΜΕ χτυπήθηκε από επαναλαμβανόμενες οικονομικές και χρηματοπιστωτικές κρίσεις, οι οποίες κατέστρεψαν τη διαφημιστική αγορά και οδήγησαν τα παλαιά Μέσα στα χέρια των μεγιστάνων εφοπλιστών. Το αποτέλεσμα είναι ένα μιντιακό τοπίο που χαρακτηρίζεται από υψηλά επίπεδα κατακερματισμού, πόλωσης και εκτεταμένης αυτολογοκρισίας».
 
 
Έκαστος εφ’ ω ετάχθη
 
 
Μόνο που η εκτεταμένη αυτολογοκρισία όχι μόνο οδηγεί, σε πάμπολλες περιπτώσεις, στην πλήρη κατάργηση της ίδιας της έννοιας της δημοσιογραφίας, αλλά διευκολύνει τη μετατροπή του/της δημοσιογράφου σε ιμάντα μεταφοράς τής κάθε είδους προπαγάνδας. Αντί να συμβάλλει στην αφύπνιση συνειδήσεων, γίνεται ο απαραίτητος «χρήσιμος», προκειμένου να κατασταλεί κάθε διάθεση αμφισβήτησης και διεκδίκησης και να εξυπηρετηθεί ένα πολιτικο-οικονομικό σύστημα εξουσίας, στο οποίο οι κάθε λογής «υπάκουοι» επιβραβεύονται. Και αντί ο κανόνας να είναι το κυνήγι της πραγματικής είδησης, σήμερα ζούμε την πλήρη αντιστροφή: να μεγεθύνεται το έλασσον και να εξαφανίζεται το μείζον.
 
Η, σχεδόν, αποσιώπηση της κυβερνητικής απόφασης για 6ήμερη εργασία, ο απολύτως περιγραφικός τρόπος –χωρίς καμία απόδοση ευθυνών– με τον οποίο παρουσιάζονται θέματα όπως για παράδειγμα η ακρίβεια ή η κατάσταση στο ΕΣΥ, και η υπερπροβολή, από την άλλη, θεμάτων που εγείρουν άλλου είδους ανακλαστικά, με κυρίαρχο τον φόβο (θέματα πχ από το αστυνομικό δελτίο), μόνο τυχαία δεν είναι. Εντάσσονται σε ένα πλαίσιο που θέλει την κυβέρνηση μιντιακά προστατευμένη από τις κακοτοπιές, καθώς οι σχέσεις εξάρτησης δεν φαίνεται, προς το παρόν τουλάχιστον και παρά κάποιες μικρές ρωγμές, να διαφοροποιούνται. Ένα πλαίσιο το οποίο δυστυχώς –είτε διά της σιωπής και της ανοχής, είτε διά της συνειδητής συμμετοχής– δέχεται και συνδιαμορφώνει ένα σημαντικό τμήμα της εγχώριας δημοσιογραφίας. Που δίνει όμως και τον τόνο. Συμβάλλοντας έτσι στην περαιτέρω απαξίωση της δημοσιογραφίας και αμαυρώνοντας τις προσπάθειες ενός εξίσου σημαντικού κομματιού δημοσιογράφων που προσπαθούν αξιοπρεπώς να σταθούν στο ύψος τους. Και αυτό είναι κάτι που μας αφορά όλ@.
 
Αννέτα Καββαδία