Macro

Ανδρέας Κονταράκης: Το σινεμά αργοπεθαίνει. Στην Ελλάδα, το δολοφονούν

Το πρόβλημα της κινηματογραφικής αίθουσας διατυπωμένο ως «η κρίση του σινεμά» φαίνεται να αποκτά στον δημόσιο λόγο μια μυθική διάσταση. «Μυθική», με την έννοια της απόκρυψης των συγκεκριμένων δράσεων από συγκεκριμένους παίκτες που έχουν πολύ συγκεκριμένες στοχεύσεις. Αποκρύβει δηλαδή τις αιτίες και τους σκοπούς μιας, συντονισμένης δράσης φορέων της κάθε παγκόσμιας πλατφόρμας ταινιών και για την Ελλάδα, του real estate και της τουριστικής βιομηχανίας που μαζί με τη βούληση του κράτους, επιτρέπει ή και βοηθά το κλείσιμο των αιθουσών και τον διωγμό των κατοίκων από την πόλη τους, ή την κοινότητα τους.

Υπάρχουν λοιπόν συγκεκριμένοι παίκτες που προκαλούν τον εκτοπισμό μας. Τα σούπερ μάρκετ αρπάζουν ολόκληρα τετραγωνικά μπλοκ, αλλά και η τουριστική βιομηχανία που εκτοπίζει τους κατοίκους και γεμίζει την πόλη με ορδές καταναλωτών.

Κάτω από αυτό το πρίσμα, πρέπει να σκεφτούμε την έννοια της κινηματογραφικής αίθουσας. Μια έννοια που δεν αφορά στενά το σινεμά, αλλά το νόημα της ζωής μας στην πόλη. Και μπορούμε να αντιληφθούμε το φαινόμενο ως ένα συνολικό εκτοπισμό της ζωής από την πόλη. Θέλουν να αγοράσουμε ακόμα μεγαλύτερους καναπέδες, για να καταπίνουμε αμάσητα τα αμερικάνικα τηλεοπτικά υποπροϊόντα.

Με αφορμή την προπέρσινη πάνδημη κινητοποίηση των κατοίκων υπέρ της παραμονής και διατήρησης των κινηματογράφων Άστορ – Ιντεάλ – Ίριδα στην πόλη, η συζήτηση γρήγορα μεταπήδησε, από τη διατήρηση των κινηματογράφων ως τοπόσημα ενός πολύτιμου πολιτιστικού οικοσυστήματος της πόλης, στη διατήρηση τους ως οργανικά μέρη της πόλης. Δηλαδή, ως οργανικά μέρη του κοινωνικού ιστού της πόλης, ή αλλιώς, της ζωής μιας πόλης που κατοικείται.

Μοιάζει λοιπόν να είμαστε στο σημείο μηδέν της πόλης, μιας πόλης που εκτοπίζει τους κατοίκους από τις γειτονιές ή το κέντρο τους, τόσο από τα σπίτια τους, όσο και από τον δημόσιο χώρο –μιας πόλης που δεν επιτρέπει την κατοίκηση. Μιας πόλης που κάποιοι θέλουν να την κάνουν φάντασμα, που η εικόνα της θα αντιστοιχεί σε αυτή ενός έρημου mall, όπου κανείς δεν ζει πραγματικά εκεί, παρά μόνο καταναλώνει.

Αυτό που ζούμε ίσως θα έπρεπε να το καταλάβουμε σε αντιστοιχία με την αρπαγή των δημόσιων γαιών στην Αγγλία του 18ου αιώνα, όπου σε μια νύχτα περιφράχτηκε και ιδιωτικοποιήθηκε η δημόσια γη που καλλιεργούσαν από πάντα οι κάτοικοι, που ιδιωτικοποιήθηκε κυριολεκτικά το βιός -η ζωή – των κατοίκων υπέρ του κεφαλαίου. Και υπό αυτή την έννοια, αυτό που πραγματικά υφαρπάζει αυτό το κεφάλαιο –η σύμπραξη δηλαδή, κράτους, real estate και τουριστικής βιομηχανίας– αυτό που πραγματικά κλέβει, δεν είναι απλώς τους δρόμους, τα πάρκα τις πλατείες και τα μαγαζιά, αλλά την ίδια τη ζωή μας. Κλέβει και κεφαλαιοποιεί την ύπαρξη μας, σε έναν κόσμο με νόημα. Και εκεί, η λέξη «πολιτισμός», είναι άγνωστη ή άνευ σημασίας.

Φαίνεται λοιπόν ότι υπάρχει μια ευρεία επιχείρηση εκτοπισμού της κατοίκησης, μια επιχείρηση μαζικών εξώσεων, από καταχραστές της κοινής και δημόσιας περιουσίας μας που βάζει φωτιά στο μεγάλο σπίτι μας. Που βάζει φωτιά στην κοινή μας ζωή.

Και αν θα έπρεπε να ξεκινήσουμε από κάπου, αυτό είναι η αποκάλυψη των πραγματικών δραστών αυτής της πρωτόγνωρης κατάστασης, η αποκάλυψη των παικτών και των μεθοδεύσεων τους, εναντίον μας. Και είναι ίσως πρωταρχικής σημασίας, όπως έδειξε η υπόθεση των κινηματογράφων, να απομυθοποιήσουμε και να ξεδιαλύνουμε τι συμβαίνει παγκοσμίως και τι συμβαίνει στην Ελλάδα.

Διεθνώς, οι κινηματογραφικές πλατφόρμες, με οδηγό το Netflix, έχουν αποκτήσει απίστευτα τραπεζικά κεφάλαια και αγοράζουν από διάφορα φεστιβάλ, όσες ταινίες μπορούν, για αποκλειστική χρήση. Κάποιοι σκηνοθέτες και παραγωγοί, με αγάπη στο σινεμά, προς το παρόν, αρνούνται τις προτάσεις, γιατί θέλουν το δημιούργημά τους, να προβληθεί στις αίθουσες. Εκεί που άνθρωποι, άγνωστοι μεταξύ τους, διαφόρων ηλικιών και μόρφωσης, γίνονται ένα σώμα. Όλοι μαζί γελάνε, όλοι μαζί κλαίνε, όλοι μαζί τρομάζουν. Και μετά, κάποιοι από αυτούς γίνονται παρέα και συνεχίζουν το βράδυ τους, με ένα καφέ ή ένα ποτό, να συζητάνε για την ταινία.

Έτσι, οι παγκόσμιες πλατφόρμες κινηματογραφικών ταινιών, κάνουν πλέον κανονική επίθεση. Το Netflix έκανε πρόταση για εξαγορά του στούντιο της WB, με 72 δισ. δολάρια! Φυσικά, η επίθεση αφορά το αμερικάνικο και το ευρωπαϊκό κοινό, καθώς στην Ασία, τους ενδιαφέρει να κόβουν εισιτήρια, από την ατελείωτη αγορά της Ινδίας και της Κίνας.

Και τι κάνουμε για όλα αυτά; Όλοι ομολογούν ότι η μόνη ελπίδα για τον κινηματογράφο, είναι να διατηρηθούν οι αίθουσες, τα σινεμά. Η Ευρώπη, με επικεφαλής τη Γαλλία, όχι μόνο αντιστέκεται, αλλά χρηματοδοτεί και κάθε κινηματογραφική αίθουσα που αντιμετωπίζει πρόβλημα, τη βοηθάει στην ανακαίνιση και στον εκσυγχρονισμό των μηχανημάτων προβολής, ακόμα και στην κάλυψη των εξόδων.

Στην Ελλάδα, πέρα από την κήρυξη κάποιων θερινών σινεμά, ως διατηρητέα, από την εποχή της Μερκούρη, δυστυχώς επιτράπηκε η καταστρατήγηση του νόμου και πολλοί από αυτούς γκρεμίστηκαν ή μετατράπηκαν σε υπαίθρια πάρκινγκ. Το υπουργείο Πολιτισμού, παρακολουθεί αδιάφορα το συνεχές κλείσιμο αιθουσών. Για το 2025, χάσαμε την Ατλαντίδα (Βουλιαγμένης), το Παλάς (Παγκράτι) και το Ελιζέ (Ηλύσια).

Στην ευρύτερη περιοχή της Αθήνας και του Πειραιά, έμειναν λιγότεροι από 40 κινηματογράφοι και το υπουργείο Πολιτισμού, αρνείται να πάρει μια πρωτοβουλία, για να κηρυχθούν διατηρητέοι, με αρχή τους κινηματογράφους, που έχουν οι κρατικοί φορείς (ΕΦΚΑ, κλπ), οι τράπεζες, τα ιδρύματα, η εκκλησία, κλπ. Ο πολιτισμός δεν κάνει καλό. Χρειαζόμαστε κι άλλα σούπερ μάρκετ, κι άλλα ξενοδοχεία.

Η ΕΠΟΧΗ