Macro

Αλίκη Κοσυφολόγου: Ιδιωτικοποιημένη υγεία και αυτοδιάθεση του σώματος για όσες μπορούν να πληρώσουν

Το τεκμηριωμένο ρεπορτάζ της Ευτυχίας Σουφλέρη[1] φώτισε την κατάσταση της πρωτοβάθμιας φροντίδας της αναπαραγωγικής υγείας των γυναικών και των θηλυκοτήτων στο δημόσιο σύστημα υγείας. Σύμφωνα με το ρεπορτάζ σε 46 δημόσια νοσοκομεία της χώρας το ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό επικαλούμενο λόγους συνείδησης ή άλλα κωλύματα αρνείται ή αποφεύγει να πραγματοποιήσει διαδικασίες διακοπής κύησης για μη ιατρικούς λόγους. Η έρευνα που πραγματοποίησε η Σουφλέρη αποκάλυψε επίσης ένα μεγάλο φάσμα ατομικών αντιλήψεων και θέσεων για την άμβλωση που εκφράζονται από γιατρούς, νοσηλευτές και νοσηλεύτριες και μαίες, που όπως φαίνεται έχει ως συνέπεια την πλημμελή εφαρμογή της εθνικής νομοθεσίας και την άρνηση παροχής ιατρικών υπηρεσιών σε πολίτες.
 
Προφανώς, είναι γνωστό ότι για τη διακοπή μιας ανεπιθύμητης κύησης ένα μεγάλο ποσοστό γυναικών και θηλυκοτήτων στρέφονται στον ιδιωτικό τομέα, καθώς οι διαδικασίες είναι πιο ευέλικτες και το κόστος γιατί ώρα δεν είναι «εξωφρενικό». Το τελευταίο βέβαια δεν αναιρεί ότι η πρόσβαση στην ασφαλή άμβλωση μετασχηματίζεται σταδιακά σε ένα αυστηρά ταξικό προνόμιο καθώς οι γυναίκες και οι θηλυκότητες που δε μπορούν να πληρώσουν για μια τέτοια διαδικασία, θα πρέπει να πασχίσουν αρκετά να βρουν το δημόσιο νοσοκομείο που θα τους παρέχει χωρίς κωλυσιεργία και άλλα εμπόδια την ιατρική αυτή υπηρεσία, ενώ σε κάποιες περιπτώσεις ίσως να χρειαστεί να μετακινηθούν και σε κάποια άλλη πόλη –όπως συμβαίνει στις ΗΠΑ μετά την ανατροπή της υπόθεσης Roe v. Wade σε ομοσπονδιακό επίπεδο. Βέβαια, η Ελλάδα δεν είναι ένα ομοσπονδιακό κράτος.
 
Αυτή η σχετικοποίηση της εφαρμογής των διαδικασιών, ακόμη και η συστηματική παράβλεψη της εφαρμογής της νομοθεσίας (του Ν1609/1986 που επιτρέπει τη διακοπή της κύησης μέχρι τη 12η εβδομάδα της κύησης κατόπιν απόφασης της εγκύου και χωρίς να υπάρχουν ιατρικές ενδείξεις) από μέρος του ιατρικού και νοσηλευτικού προσωπικού, είναι δείκτης σοβαρής συντηρητικοποίησης και απουσίας φεμινιστικού κινήματος και διεκδικήσεων στον ιατρικό και νοσηλευτικό κλάδο. Εξάλλου, ο «αγώνας» που δίνεται κάθε φορά για να βρεθεί μία/ένας γυναικολόγος με φεμινιστική οπτική –όχι μόνο για τα ζητήματα που συνδέονται με τη φροντίδα της αναπαραγωγικής υγείας αλλά για όλα τα θέματα που αφορούν τον σεβασμό στην αυτοδιάθεση των σωμάτων των θηλυκοτήτων, την απόρριψη των σεξιστικών αντιλήψεων κοκ– είναι μια εμπειρία που μοιράζονται πολλές γυναίκες και θηλυκότητες. Μάλιστα, η κριτική και ο σκεπτικισμός που έχει εκφραστεί από φεμινιστικά ρεύματα προς τις κυρίαρχες πρακτικές και την εφαρμογή της γυναικολογίας από γιατρούς έχει υπόβαθρο σε αυτή την (δυστυχώς) αρκετά κοινή αρνητική εμπειρία.
 
Από την άλλη πλευρά όμως, πέρα από τον συντηρητισμό μέρους του ιατρικού και νοσηλευτικού προσωπικού, η αμφισβήτηση του δικαιώματος στην ασφαλή και δωρεάν άμβλωση οφείλεται και στη στοχευμένη και συστηματική διάλυση της δημόσιας υγείας και της πρωτοβάθμιας περίθαλψης εδώ και χρόνια. Η διάλυση του δημόσιου νοσοκομείου, η υποστελέχωση του, η έλλειψη ή μη επαρκής συντήρηση των υποδομών του σε συνδυασμό με τις αυταρχικές μεταρρυθμίσεις που συμβάλλουν στην υπερσυγκέντρωση αρμοδιοτήτων και περιορίζουν τον δημοκρατικό έλεγχο στη λειτουργία των νοσοκομείων, αφήνουν μεγάλα περιθώρια για αυθαιρεσίες, σχετικοποίηση και μη τήρηση της προβλεπόμενης από τον νόμο παροχής υπηρεσιών υγείας. Η πολιτική πρόθεση ιδιωτικοποίησης των υπηρεσιών υγείας είναι το κλειδί για την κατανόηση αυτής της διαλυτικής λειτουργίας, όπου γιατροί και νοσηλευτές αποφασίζουν κατά βούληση ή αυτοσχεδιάζουν, με γνώμονα προσωπικές θέσεις πώς και υπό ποιες συνθήκες θα παρέχουν ιατρικές υπηρεσίες –λχ, στο γνωστό συμβάν στο Γενικό Νοσοκομείο της Σάμου το 2027 αναισθησιολόγοι είχαν (τιμωρητικά) αρνηθεί να παρέχουν αναισθησιολογικές υπηρεσίες σε άτομα που έκαναν διακοπή κύησης για μη ιατρικούς λόγους.
 
Αναμφίβολα, σε αυτή την κατάσταση αυτή η πρακτική της εξατομικευμένης επιλογής για την παροχή ή μη των ιατρικών υπηρεσιών επεκτείνεται και εφαρμόζεται και σε άλλες ιατρικές διαδικασίες και παράγει κι άλλους αποκλεισμούς και διακρίσεις σε βάρος διαφορετικών κατηγοριών πολιτών.
 
Η έμπρακτη αμφισβήτηση του δικαιώματος στην άμβλωση που καταγράφεται, επιβεβαιώνει ότι δεν υπάρχει καμία απολύτως πολιτική πρόθεση βελτίωσης της δημόσιας υγείας, αποκατάστασης των αδικιών και διάσφαλισης της καλύτερης και ομαλότερης λειτουργίας της νοσοκομειακής υποδομής της χώρας. Αντίθετα, ο στόχος είναι η περαιτέρω ανάπτυξη του ιδιωτικού τομέα στην παροχή υπηρεσιών υγείας και ο πολλαπλασιασμός των πεδίων κερδοφορίας, που στην περίπτωση της αναπαραγωγικής υγείας είναι ήδη αρκετά.