Συνεντεύξεις

Αλέξης Χαρίτσης: Η στρατηγική της κυβέρνησης είναι σαφής: η πρωτογενής παραγωγή να υποκατασταθεί από εισαγωγές

Το 2026 ξεκίνησε πολύ δυσοίωνα με την επίθεση των ΗΠΑ στο Καράκας και την απαγωγή του προέδρου Μαδούρο – ενώ οι δηλώσεις των περισσότερων δυτικών ηγετών ήταν από χλιαρές μέχρι εγκωμιαστικές, όπως του δικού μας πρωθυπουργού. Πώς κρίνετε τη διεθνή κατάσταση και ποια η θέση της Ελλάδας σε αυτή;

Η στρατιωτική επέμβαση σε ένα ανεξάρτητο κράτος και η απαγωγή του προέδρου του συνιστούν μία ωμή ιμπεριαλιστική επέμβαση του Τραμπ, που μας γυρνάει στις πιο σκοτεινές περιόδους της ιστορίας, όταν οι ΗΠΑ αντιμετώπιζαν τη Λατινική Αμερική και το δυτικό ημισφαίριο σαν την πίσω αυλή τους. Η στάση των ηγετών των δυτικών χωρών –με ελάχιστες φωτεινές εξαιρέσεις– δείχνει πως η ενέργεια αυτή δεν αντιμετωπίζεται με όρους τήρησης του διεθνούς δικαίου, της αρχής της εδαφικής κυριαρχίας και της πολιτικής ανεξαρτησίας αλλά με όρους υποταγής στο δίκαιο του ισχυρού και στη βούληση της υπερδύναμης. Ειδικά για την Ευρώπη η εξέλιξη αυτή επιβεβαιώνει ότι η ΕΕ λειτουργεί πλέον ως παρακολούθημα του τραμπισμού, νομιμοποιώντας με τη στάση της μια σύγχρονη εκδοχή του δόγματος Μονρόε του 19ου αι.

Παράλληλα, αναδεικνύεται και μια υποκριτική διγλωσσία: απέναντι στη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία η ΕΕ απάντησε με κυρώσεις και στρατιωτική βοήθεια· απέναντι στην αμερικανική εισβολή των ΗΠΑ στη Βενεζουέλα και την απαγωγή του προέδρου της όχι απλώς δεν καταγγέλλει, αλλά συναινεί. Η ΕΕ είναι καταδικασμένη στη στρατηγική ανυπαρξία αν συνεχίσει σε μια τέτοια λογική που την καθιστά ουραγό των εξελίξεων. Οι διαφαινόμενες εξελίξεις είναι εξίσου ανησυχητικές για τη Γροιλανδία. Θέτουν πλέον εν αμφιβόλω την ίδια την ύπαρξη του ΝΑΤΟ και την εδαφική ακεραιότητα της ΕΕ. Περνάμε πια σε άλλη «πίστα», όπου η ΕΕ θα πληρώσει ακριβά τη στάση που κράτησε όλο το προηγούμενο διάστημα.

Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο, η στάση της ελληνικής κυβέρνησης υπήρξε από τις πιο εξοργιστικές. Η δήλωση Μητσοτάκη ότι «δεν είναι η ώρα να μιλήσουμε για νομιμότητα» ήταν ντροπιαστική για τον ελληνικό λαό και επικίνδυνη για τη χώρα μας. Η Ελλάδα, εδώ και πολλές δεκαετίες, έχει οικοδομήσει το δόγμα της εξωτερικής της πολιτικής στον σεβασμό του διεθνούς δικαίου –και στο Αιγαίο και στην Κύπρο– και η δήλωση Μητσοτάκη αναιρεί την ίδια τη στρατηγική ασφαλείας της χώρας, δημιουργώντας μια πολύ επικίνδυνη συνθήκη.

Πιστεύω ότι ο κ. Μητσοτάκης έχει επενδύσει την πολιτική του επιβίωση στο να πείσει τον αμερικανό πρόεδρο πως αυτό που επιχειρείται σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες –δηλαδή η προσπάθεια δημιουργίας τραμπικών κομμάτων της alt-right– μπορεί στην Ελλάδα να εξυπηρετηθεί από τον ίδιο τον κ. Μητσοτάκη. Γι’ αυτό η παραμονή του στην πρωθυπουργία είναι εξαιρετικά επικίνδυνη. Επιμένω, λοιπόν, πως η κυβέρνηση Μητσοτάκη, η κυβέρνηση της Δεξιάς, πρέπει να φύγει. Είναι πλέον ζήτημα προστασίας της ελληνικής κοινωνίας και της χώρας.

Εμείς, ως Νέα Αριστερά, από την πρώτη στιγμή παρεμβήκαμε –και επικοινώνησα και προσωπικά με τον υπουργό Εξωτερικών– ζητώντας πλήρη ενημέρωση για την επέμβαση στη Βενεζουέλα. Κατέθεσα, μάλιστα, επίκαιρη ερώτηση προς τον πρωθυπουργό, ο οποίος οφείλει να εμφανιστεί στη Βουλή και να απαντήσει κατά πόσο η ελληνική κυβέρνηση είναι διατεθειμένη να καταδικάσει τη στρατιωτική επέμβαση των ΗΠΑ και ποιες συγκεκριμένες ενέργειες προτίθεται να αναλάβει η Ελλάδα ως μη μόνιμο μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ αναφορικά με αυτές τις εξελίξεις.

Όσον αφορά στο Ουκρανικό, πώς αξιολογείτε τις θέσεις που υιοθετήθηκαν στη «Διακήρυξη του Παρισιού»; Η Αριστερά τι ρόλο μπορεί και οφείλει να παίξει όσον αφορά τη διεθνή σκακιέρα;

Η Ευρώπη πληρώνει το γεγονός ότι επί 4 ολόκληρα χρόνια, αντί να επενδύσει στην ειρηνική επίλυση της ουκρανικής κρίσης, επέλεξε στην πράξη να πριμοδοτήσει και ενισχύσει τη γενίκευση του πολέμου. Για τους ευρωπαϊκούς λαούς δεν υπάρχει άλλος δρόμος από το να ασκήσουν πίεση στις κυβερνήσεις, ώστε να επιδιωχθεί η ειρήνη. Η ειρήνη αναδεικνύεται πια σε λέξη-κλειδί στη σκοτεινή περίοδο που βιώνουμε.

Αυτός είναι και ο ρόλος της Αριστεράς: η ενεργοποίηση των κοινωνιών. Το είδαμε και στο Παλαιστινιακό, όπου τα πολύ δυναμικά συλλαλητήρια που έγιναν σε πολλές ευρωπαϊκές πρωτεύουσες έδειξαν ότι η κινητοποίηση ευρύτατων κοινωνικών στρωμάτων για την καταδίκη της γενοκτονίας από το Ισραήλ συνέβαλε στην αλλαγή στάσης πολλών ευρωπαϊκών κυβερνήσεων.

Στα εσωτερικά τώρα, η κατάσταση επίσης δεν είναι καλή. Το πρόβλημα με τις αεροπορικές πτήσεις, όπου υπήρξε ανησυχία για νέα Τέμπη, η σύγκρουση με τους αγρότες κ.ά. Πρακτικά το αφήγημα «σταθερότητα» και «επιτελικό κράτος» καταρρέει. Ισχύει το ίδιο και επικοινωνιακά; Και ποιο θα είναι το νέο αφήγημα της κυβέρνησης, εκτιμάτε, με το οποίο θα συγκρουστεί;

Η κυβέρνηση βρίσκεται σε κατάσταση πλήρους αποσταθεροποίησης. Το τελευταίο περιστατικό δεν είναι κεραυνός εν αιθρία. Οι ελεγκτές εναέριας κυκλοφορίας εδώ και έναν χρόνο προειδοποιούσαν για σοβαρούς κινδύνους λόγω απαρχαιωμένου εξοπλισμού, ξεπερασμένου συστήματος ελέγχου και ελλείψεων προσωπικού. Τα ζητήματα αυτά τα έχουμε αναδείξει και εμείς επανειλημμένα με κοινοβουλευτικές ερωτήσεις όλο το προηγούμενο διάστημα. Η υπόθεση αυτή, όπως και το ζήτημα των αγροτών, αποκαλύπτουν μια κυβέρνηση που, μέσα στον πανικό της, επιχειρεί με όρους αυταρχισμού και κοινωνικής σύγκρουσης να διαχειριστεί πολύ σοβαρά ζητήματα. Πλέον όμως λειτουργεί με όρους καθεστώτος.

Να πούμε λίγο παραπάνω για το αγροτικό; Πέραν της σκλήρυνσης της στάσης της κυβέρνησης, πώς κρίνετε τα μέτρα που εξήγγειλε; Εσείς ως Νέα Αριστερά τι προτείνετε;

Στα μπλόκα που επισκεφθήκαμε και στις συζητήσεις με τους αγρότες, διαπιστώσαμε μια ουσιαστική ποιοτική διαφορά σε σχέση με κινητοποιήσεις του παρελθόντος: δεν περιορίζονται στην ικανοποίηση μόνο κάποιων επιμέρους αιτημάτων, αλλά κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου για τον αφανισμό του πρωτογενούς τομέα – την ώρα, μάλιστα, που η χώρα καλείται να πληρώσει εκατοντάδες εκατομμύρια σε πρόστιμα λόγω του σκανδάλου του ΟΠΕΚΕΠΕ. Η στρατηγική της κυβέρνησης είναι σαφής: η πρωτογενής παραγωγή να υποκατασταθεί από εισαγωγές και η οικονομία να στραφεί πλήρως στις υπηρεσίες, τον τουρισμό, την εστίαση και το real estate.

Εμείς λέμε ότι απαιτείται συνολικός αναπροσανατολισμός και μια εθνική στρατηγική για την παραγωγική ανασυγκρότηση, με δεδομένο μάλιστα ότι η ΚΑΠ ελάχιστες αναπτυξιακές ανάγκες θα καλύπτει από την επόμενη περίοδο, με βασική ευθύνη της ευρωπαϊκής Δεξιάς που υπεραμύνεται ενός συρρικνωμένου πρϋπολογισμού. Απαιτείται μια συνολική αντιπαράθεση με την πολιτική της ΝΔ, που θα απαντά στις άμεσες ανάγκες των αγροτών για το κόστος ενέργειας, τις τιμές παραγωγού κ.ά, αλλά και στις μακροπρόθεσμες δομικές ανάγκες του πρωτογενούς τομέα αλλά και της επισιτιστικής ασφάλειας ολόκληρης της κοινωνίας. Σ’ αυτή τη διαδικασία ο ρόλος του κράτος είναι αναντικατάστατος: να κατευθύνει την παραγωγή σε καλλιέργειες που ανταποκρίνονται στις σύγχρονες συνθήκες, να δημιουργεί υποδομές ανθεκτικότητας απέναντι στην κλιματική κρίση, να κάνει δημόσιες επενδύσεις σε τεχνολογίες που θα δώσουν ώθηση στην αγροτική παραγωγή.

Όλα αυτά δεν απασχολούν καθόλου την κυβέρνηση, γιατί έχει αποφασίσει ότι το μέλλον της χώρας δεν περιλαμβάνει την πρωτογενή παραγωγή. Και αυτός είναι ένας ακόμα λόγος που η κυβέρνηση Μητσοτάκη πρέπει να φύγει.

Σ’ αυτό το ζήτημα, η φθορά της κυβέρνησης είναι μεγάλη, παραμένει όμως πρώτη δύναμη. Όπως έχετε επισημάνει πολλάκις, αυτό οφείλεται και στην κρίση αξιοπιστίας της αντιπολίτευσης. Τι πρέπει να γίνει για να αντιμετωπιστεί αυτή, αφενός; Αφετέρου, μήπως αυτή η «αντοχή» της ΝΔ οφείλεται και στην επικράτηση ενός πολιτικού κυνισμού; Έχουμε περάσει από την απογοήτευση στην αδιαφορία για τα κοινά και την κυριαρχία του ατομισμού;

Είναι αλήθεια ότι αυτό που ονομάζουμε «κοινωνία χαμηλών προσδοκιών» οδηγεί σε μία πολύ πιο ατομικιστική ανάγνωση της πραγματικότητας. Ο κόσμος απογοητεύεται, γίνεται πιο κυνικός και υποχωρεί η λογική της συλλογικής διεκδίκησης και δράσης. Εδώ, όμως, βρίσκεται και η ευθύνη της αριστερής αντιπολίτευσης: να αναστρέψει αυτή την τάση.

Δεν γίνεται να αναγνωρίζουμε πως υπάρχει μια συντηρητική μετατόπιση της κοινωνίας, ότι το φάσμα του πολέμου απειλεί την Ευρώπη, ότι η κυβέρνηση της Δεξιάς λειτουργεί με όρους καθεστώτος, εφαρμόζει μια επικίνδυνη εξωτερική πολιτική, προωθεί τα συμφέροντα των ισχυρών σε βάρος της κοινωνικής πλειοψηφίας, και να μην κάνουμε κάτι γι’ αυτό. Έχουμε ευθύνη να δώσουμε πολιτική διέξοδο στην κοινωνική οργή.

Η Αριστερά οφείλει να υπερβεί τον εαυτό της και να απαντήσει σε δύο βασικά ζητήματα: το ένα είναι η ενότητα των δυνάμεων της Αριστεράς και το δεύτερο είναι να ηττηθεί η Δεξιά. Αλλιώς πολύ φοβάμαι πως η κρίση αξιοπιστίας, η απογοήτευση και η αποστράτευση της κοινωνίας θα εκφραστούν στο τέλος είτε από δυνάμεις της Ακροδεξιάς είτε από την αντιπολιτική.

Η νίκη του Μαμντάνι στη Ν. Υόρκη δείχνει πως όταν η Αριστερά αντιπαρατίθεται στον εθνικολαϊκισμό με όρους γνήσιας λαϊκότητας και υπεράσπισης των συμφερόντων της κοινωνικής πλειοψηφίας μπορεί να είναι πειστική, αξιόπιστη και νικηφόρα. Εκεί βρισκόμαστε σήμερα, δεν μπορούμε να ομφαλοσκοπούμε και να θεωρούμε ότι ο καθένας μπορεί μόνος του ή να κοιτάει ο καθείς τα του οίκου του.

Και η Νέα Αριστερά θεωρώ πως έχει να παίξει πολύ σημαντικό ρόλο σε αυτή την κατεύθυνση ενότητας και συσπείρωσης δυνάμεων και ευθείας αντιπαράθεσης με τη Δεξιά, ακριβώς γιατί προσπαθεί να πολιτικοποιήσει την αντιπαράθεση και θέτει καθαρά τα ζητήματα.

Να θυμίσω πως στην ομιλία μου στον Προϋπολογισμό έθεσα 7 κρίσιμα ζητήματα: ένα πλαίσιο άμεσων μέτρων υπέρ της κοινωνίας και της δημοκρατίας. Έτσι θα πρέπει να μπούμε σε αυτή τη συζήτηση, με σαφείς προγραμματικούς όρους και όχι με όρους συνεννοήσεων κορυφής ή μεταγραφών. Αυτά επιτείνουν την απαξίωση και την αποστράτευση.

Πρακτικά, όμως, υπάρχουν δυνάμεις γι’ αυτό το μέτωπο; Μέχρι τώρα θετικά διακείμενος έχει φανεί μόνο ο ΣΥΡΙΖΑ, εσείς σε ποιους απευθύνεστε; Επίσης πέραν του αιτήματος να φύγει ο Μητσοτάκης, υπάρχει ουσιαστική πολιτική σύγκλιση μεταξύ αυτών;

Έχουμε μιλήσει εξαρχής για την ανάγκη συνένωσης δυνάμεων που καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα, από τη ριζοσπαστική Αριστερά μέχρι τη Σοσιαλδημοκρατία και βεβαίως τις δυνάμεις της Πολιτικής Οικολογίας. Ναι, αυτό πρέπει να περιλαμβάνει τους πάντες χωρίς αποκλεισμούς, εφόσον μπορούμε να συνομολογήσουμε ότι ένα πρόγραμμα «κοινωνικής σωτηρίας» σ’ αυτές τις συνθήκες είναι αναγκαίο, όπως και η ευθεία αντιπαράθεση με τη Δεξιά, όχι με γενικολογίες και θολά μηνύματα. Προφανώς η πρόταση αφορά τον ΣΥΡΙΖΑ, το ΚΚΕ, δυνάμεις της ριζοσπαστικής Αριστεράς που καταλαβαίνουν ότι ο σεχταρισμός δεν οδηγεί πουθενά, όπως και δυνάμεις της Σοσιαλδημοκρατίας που βρίσκονται στο ΠΑΣΟΚ, οι οποίες αντιλαμβάνονται ότι πρέπει να είναι καθαρή η αντιπαράθεση με τη Δεξιά, τον Αλέξη Τσίπρα εφόσον είναι σαφής η πολιτική και κοινωνική απεύθυνση που θέλει να διαμορφώσει.

Πρέπει να αναλάβουμε όλοι τις ευθύνες μας, χρειαζόμαστε ένα πρόγραμμα ριζοσπαστικών μεταβολών που θα απαντάει στις άμεσες πιεστικές ανάγκες και θα δίνει προοπτική στην κοινωνική πλειοψηφία που είναι απογοητευμένη και αποστρατευμένη. Και να πω και κάτι εδώ, επειδή πολλές φορές επιλέγουμε να υπερτονίζουμε τις διαφορές μας και να υποτιμάμε τις συγκλίσεις που μπορούν να διαμορφωθούν: Μέτωπο δεν κάνεις με αυτούς που συμφωνείς 100%, με αυτούς κάνεις κόμμα. Μέτωπο κάνεις με αυτούς που συνομολογείς ότι χρειάζεται ένα πολιτικό σχέδιο συνένωσης δυνάμεων στη βάση μιας σαφούς προγραμματικής συμφωνίας. Όπως έλεγε και ο Ελεφάντης, και στις σημερινές συνθήκες το θεωρώ πολύ επίκαιρο: το κόμμα φτιάχνει το μέτωπο και το μέτωπο φτιάχνει το κόμμα.

Κάποιες από αυτές τις δυνάμεις, όμως, όπως το ΠΑΣΟΚ ή ο Α. Τσίπρας με βάση τα τελευταία του λεγόμενα, δεν έχουν και τόσο ξεκάθαρη αντιπαραθετική στάση με τη Δεξιά. Ένα μέτωπο μαζί τους δεν θα μπορούσε να «θολώσει το μήνυμα»; Θα μπορούσε η Νέα Αριστερά, ούσα μικρότερη δύναμη, να στρέψει τις θέσεις σε πιο ριζοσπαστική κατεύθυνση;

Νομίζω ότι ακριβώς αυτός πρέπει να είναι ο δικός μας ρόλος: να επιμείνουμε στον προγραμματικό διάλογο. Έχουμε την αυτοπεποίθηση ότι οι προγραμματικές μας θέσεις και οι κοινωνικές μας αναφορές είναι πολύ σαφείς, καθαρές και απαντούν στα πολύ μεγάλα ζητήματα του σήμερα. Δεν διεκδικούμε, βέβαια, ούτε το αλάθητο ούτε κατέχουμε κάποια απόλυτη αλήθεια.

Μέτωπο σημαίνει ότι συνδιαμορφώνεις, δεν επιβάλλεις με όρους ηγεμονισμού τις δικές σου θέσεις. Για παράδειγμα, όμως, η επιμονή μας στο ζήτημα των εξοπλισμών, που το έχουμε θέσει εδώ και δύο χρόνια, φαίνεται να «δικαιώνεται» και όλοι αργά ή γρήγορα μέσα σ’ αυτό το ρευστό και επικίνδυνο τοπίο αναγκάζονται να πάρουν μια καθαρή θέση, γιατί δεν μπορεί να είσαι «και με τον αστυφύλαξ και με τον χωροφύλαξ». Η Νέα Αριστερά με τις θέσεις της, με την πολιτική αρχών που ακολουθεί και με τα στελέχη της, έχει τη δυνατότητα να επηρεάσει σε πολύ καθοριστικό βαθμό την προγραμματική κατεύθυνση μιας τέτοιας ενωτικής πρωτοβουλίας.

Στο πεδίο της αντιπολίτευσης το τελευταίο διάστημα φαίνεται ότι θα υπάρξουν και νέοι σχηματισμοί, όπως της κ. Καρυστιανού, σύμφωνα με τις δηλώσεις της ίδιας. Πώς βλέπετε αυτή την κίνηση;

Είναι σαφές ότι μια τέτοια κίνηση, εφόσον επιβεβαιωθεί, θα επηρεάσει το ευρύτερο πολιτικό σκηνικό. Και προφανώς είναι απολύτως θεμιτή η επιθυμία να συμμετέχει κάποιος/κάποια στα πολιτικά πράγματα. Αυτό, βέβαια, σημαίνει ότι εφόσον υπάρξει ένα τέτοιο κόμμα, θα κριθεί και αυτό πολιτικά.

Σε ό,τι αφορά τη μέχρι τώρα πολιτική παρουσία, δύο σχόλια. Πρώτον, κανένας πολιτικός σχηματισμός δεν στέκεται έξω από το πολιτικό τόξο όσο και αν θέλει να αυτοπαρουσιάζεται ως «υπεράνω» ιδεολογιών και διαχωριστικών γραμμών. Οι πολιτικές δεν είναι ουδέτερες· έχουν πρόσημο, έχουν κοινωνικό αποτύπωμα και παίρνουν θέση υπέρ συγκεκριμένων συμφερόντων. Θα έλεγα μάλιστα ότι η αντιπαράθεση Δεξιάς – Αριστεράς είναι πιο επίκαιρη από ποτέ.

Δεύτερον, το αίτημα της δικαιοσύνης για τα Τέμπη δεν είναι ένα ορφανό αίτημα. Είναι ένα καθολικό αίτημα της ελληνικής κοινωνίας. Το σύνολο σχεδόν της αντιπολίτευσης το έχει υιοθετήσει και πολιτικές δυνάμεις έχουμε δώσει πολλές μάχες γι’ αυτό και σε πολιτικό και σε κοινοβουλευτικό επίπεδο. Άρα μια λογική «όλοι ίδιοι είναι» που εξισώνει τους πάντες είναι επικίνδυνη, γιατί στην πράξη αθωώνει τον Μητσοτάκη, την κυβέρνηση και όσους δεν θέλουν την κάθαρση και την απονομή δικαιοσύνης. Το τσουβάλιασμα δεν τιμωρεί την εξουσία, ίσα ίσα που την απαλλάσσει τελικά από τις πραγματικές της ευθύνες.

Σε λίγες μέρες θα πραγματοποιηθεί το συνέδριο της Νέας Αριστεράς όπου θα συζητηθούν οι προγραμματικές θέσεις, αλλά και το ζήτημα των συμμαχιών, όπου υπάρχουν διαφορετικές προσεγγίσεις. Εσείς τι αναμένετε από αυτό το συνέδριο;

Θεωρώ πως από το συνέδριο η Νέα Αριστερά πρέπει να βγει με ένα πολύ ισχυρό προγραμματικό οπλοστάσιο, με εξειδίκευση στα πολύ μεγάλα επίδικα που αντιμετωπίζει σήμερα η ελληνική κοινωνία. Η εξειδίκευση αυτή μπορεί να αποτελέσει και το εφαλτήριο για μια σοβαρή συζήτηση γύρω από τις συμμαχίες. Το πώς δηλαδή εμείς θέλουμε συσπείρωση δυνάμεων γύρω από ένα σύγχρονο αριστερό πρόγραμμα τομών που θα δώσουν την αναγκαία ανάσα. Η ανάσα εδώ που είμαστε δεν είναι αμελητέα. Είναι όρος ζωής.

Σε ό,τι αφορά τις συμμαχίες, είναι λογικό να υπάρχουν διαφορετικές προσεγγίσεις. Έτσι και αλλιώς τα πράγματα είναι τόσο ρευστά που κανένας δεν μπορεί να είναι απόλυτος για την όποια εξέλιξη και πορεία. Κατά τη γνώμη μου, όμως, και επιμένω σ’ αυτό, ο δρόμος της συνεννόησης και συνεργασίας είναι ο δρόμος που έχει αυτή τη στιγμή ανάγκη η ελληνική κοινωνία. Είναι και ανάγκη του αριστερού, προοδευτικού κόσμου που ασφυκτιά μέσα στη ζοφερή πραγματικότητα που διαμορφώνει η κυβέρνηση Μητσοτάκη και αναζητά διέξοδο και προοπτική. Εκεί κρίνεται και η κοινωνική χρησιμότητα της Αριστεράς. Κοινωνικά χρήσιμη είναι η Αριστερά που επιχειρεί να αλλάξει τους συσχετισμούς υπέρ των συμφερόντων της κοινωνικής πλειοψηφίας. Αυτόν τον ρόλο θέλουμε και μπορούμε να παίξουμε.

Το συνέδριο πιστεύετε θα μπορούσε να λειτουργήσει και ως μία επανεκκίνηση που πιθανά να άλλαζε και τις δημοσκοπικές επιδόσεις; Υπάρχει κίνδυνος, όπως γράφουν κάποια δημοσιεύματα, διάσπασης;

Πιστεύω ότι το συνέδριο μπορεί να γίνει εφαλτήριο για την ισχυροποίηση της παρουσίας της Νέας Αριστεράς στα πολιτικά πράγματα. Αυτός είναι ο στόχος όλων μας, αυτό είναι το ζητούμενο και αυτό περνάει ακριβώς μέσα από την ξεκάθαρη αποτύπωση και παρουσίαση των προγραμματικών μας θέσεων προς την ελληνική κοινωνία και τα κοινωνικά στρώματα που θέλουμε να εκπροσωπήσουμε. Να έχουμε την επόμενη μέρα συγκεκριμένη πρόταση: εμείς αυτή την Ελλάδα θέλουμε, με αυτόν τον τρόπο. Θεωρώ ότι όλοι συμφωνούμε ότι η Αριστερά πρέπει να είναι αποτελεσματική, πειστική και κοινωνικά παρούσα. Άρα η διαφωνία δεν είναι πρόβλημα εφόσον συναντιόμαστε σε αυτό το μείζον.

Τζέλα Αλιπράντη
Η ΕΠΟΧΗ