Δίπλα στους μύθους που κατέληξαν να κολλήσουν τον χαρακτηρισμό «εθνάρχης» στον πρωθυπουργό της βίας, της νοθείας και της κρατικής και παρακρατικής τρομοκρατίας Κωνσταντίνο Καραμανλή, επιβίωνε επί μακρόν (και ακόμη άραγε;) άλλος ένας μύθος, αυτός που χάριζε στον φανατικό αντικομμουνιστή Γεώργιο Παπανδρέου τον χαρακτηρισμό «Γέρος της Δημοκρατίας».
Στο προηγούμενο βιβλίο του Λίγος εμφύλιος ακόμα. Η καραμανλική τρομοκρατία, η δημοκρατική αντίσταση και η Αριστερά, 1958-1963, ο Άγγελος Τσέκερης ασχολήθηκε εκτενώς με τα μαύρα χρόνια της καραμανλικής τρομοκρατίας η οποία, στην προσπάθειά της να περιορίσει τη δύναμη της ΕΔΑ, υπονόμευσε και αγνόησε ακόμα και τους στοιχειώδεις κανόνες της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Σε σχόλιο στην Εποχή για εκείνο το βιβλίο υπενθυμιζόταν ότι συχνά η Δεξιά, όχι μόνο στην Ελλάδα και όχι μόνο «τότε», υποστηρίζει τη δημοκρατία στον βαθμό που αυτή δεν θέτει σε κίνδυνο την εξουσία της, την εξουσία της Δεξιάς –σε μια τέτοια περίπτωση, η δημοκρατία μπορεί αίφνης να γίνει κάτι σχετικό και ασταθές ή ακόμα και περιττό, τελικά…
Το νέο βιβλίο του Τσέκερη έρχεται τώρα να συνεχίσει την αφήγηση από εκεί που σταμάτησε το προηγούμενο και να καλύψει τα χρόνια από τη δολοφονία του Λαμπράκη μέχρι την επιβολή της στρατιωτικής δικτατορίας. Στις σελίδες του αποτυπώνονται όλες οι πλευρές και οι ψηφίδες που συνέθεσαν εκείνη τη δύσκολη εποχή όπου, για πολλές θεσμικές ή εξωθεσμικές δυνάμεις, ο Εμφύλιος επιβίωνε και έπρεπε να επιβιώσει. Οι πολιτικές δυνάμεις της Δεξιάς, ο στρατός, το Παλάτι, οι μηχανισμοί καταστολής, είτε η αστυνομία είτε οι παρακρατικοί, μεγάλο μέρος του δικαστικού συστήματος, επιχειρηματίες και, βεβαίως, ο διαρκώς μαινόμενος Τύπος της Δεξιάς, ένας τεράστιος μηχανισμός κατασκευής ψευδών «ειδήσεων» και ταυτόχρονα αποσιώπησης πραγματικών γεγονότων που συχνά λειτουργούσε σαν «λαγός» της καταστολής –όλοι αυτοί, έστω και με ρωγμές ή και αντιθέσεις κάποιες στιγμές μεταξύ τους, δημιουργούσαν μια δημοκρατία ασταθή και υπονομευμένη, ένα κράτος τρόμου, στο οποίο ο Γεώργιος Παπανδρέου και η Ένωση Κέντρου πολύ συχνά συνέργησαν ή έστω το ανέχτηκαν με ανοιχτές ή κρυφές συμφωνίες με το Παλάτι ή την ΕΡΕ και τον Κανελλόπουλο (για τον οποίο επίσης έχει γίνει συστηματική προσπάθεια να καλλιεργηθεί μια ψευδής, μια πλαστή εικόνα).
«Ένα λίαν ατυχές γεγονός»
Η αφήγηση του Τσέκερη ξεκινάει με την οργανωμένη από κρατικούς και παρακρατικούς μηχανισμούς δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη, τον Μάιο του 1963, και τη συστηματική προσπάθεια από την κυβέρνηση, τη χωροφυλακή, τον Τύπο της Δεξιάς και κάποιους δικαστές να συγκαλυφθεί η πραγματική αιτία (πρωταγωνιστής στην προσπάθεια της ωμής παρέμβασης στη δικαστική έρευνα για τη δολοφονία ήταν ο τότε εισαγγελέας του Άρειου Πάγου, Κων. Κόλλιας, κατόπιν πρώτος πρωθυπουργός της χούντας. Όταν τέθηκε θέμα τιμωρίας του Κόλλια, τον διέσωσε η Ολομέλεια του Άρειου Πάγου). «Λίαν ατυχές γεγονός» αποκαλούσε τη δολοφονία του Λαμπράκη ο υπουργός Εσωτερικών Γ. Ράλλης.
Όταν τον Ιούνιο του 1963 κατέρρευσε η κυβέρνηση Καραμανλή, έγινε συστηματική προσπάθεια από την ΕΡΕ και την Ένωση Κέντρου να αποκλειστεί και να περιοριστεί η παρουσία της ΕΔΑ, σε μια Ελλάδα που είχε περίπου 1.100 πολιτικούς κρατούμενος από την Αριστερά. Η νίκη της Ένωσης Κέντρου, τον Νοέμβριο του 1963, οδηγεί στην αλλαγή ηγεσίας στην ΕΡΕ, καθώς ο ηγέτης της, Κωνσταντίνος Καραμανλή φεύγει στο εξωτερικό (ως «Τριανταφυλλίδης»…), δίνοντας το δαχτυλίδι στον Κανελλόπουλο. Ενώ η ΕΡΕ και οι εφημερίδες της Δεξιάς προσπαθούν να δημιουργούν έναν διαρκή ηθικό πανικό περί «κομμουνιστικού κινδύνου», «η Ένωση Κέντρου απαντούσε προβάλλοντας τις δάφνες της στον αντικομμουνιστικό αγώνα. Εμείς σώσαμε την Ελλάδα από τον κομμουνισμό, υπερηφανευόταν ο Παπανδρέου, που πλειοδοτούσε σε συκοφαντίες κατά της Εθνικής Αντίστασης». Άλλωστε, μετά τις εκλογές του Φεβρουαρίου του 1964, «η κυβέρνηση που συγκρότησε ο Γ. Παπανδρέου ήταν, σε μεγάλο βαθμό, προϊόν συμβιβασμού με το Παλάτι». Παρά τις όποιες ρωγμές που δημιούργησε η κυβέρνηση της Ένωσης Κέντρου, σε ζητήματα όπως οι πολιτικοί κρατούμενοι, η νομοθεσία των εμφυλιακών Έκτακτων Μέτρων ή οι απολυμένοι για συμμετοχή στην Εθνική Αντίσταση δημόσιοι υπάλληλοι, η νέα κυβέρνηση προσπαθούσε διαρκώς να επινοεί και να εφαρμόζει κάποια μέση λύση, στέλνοντας συνεχώς μηνύματα κατευνασμού της Δεξιάς και του Παλατιού. Ενώ ο Κανελλόπουλος καλούσε τους οπαδούς της ΕΡΕ σε αυτοδικία κατά των μελών της Νεολαίας Λαμπράκη, αποκαλυπτόταν πως ο Γεώργιος Παπανδρέου είχε δεσμευτεί στον βασιλιά για τη διάλυση της οργάνωσης, αποκάλυψη στην οποία ο Παπανδρέου απάντησε «με τον συνήθη επαμφοτερίζοντα τρόπο του».
Η μαύρη κηλίδα της Αποστασίας
Στο βιβλίο υπάρχουν εκτενείς αναφορές για την κατάσταση στον συνδικαλισμό και στους δήμους, για τα μυστικά κονδύλια, για τα σκάνδαλα της προηγούμενης περιόδου και τις ανεπιτυχείς προσπάθειες να αποφευχθεί η παραπομπή του Καραμανλή σε προανακριτική επιτροπή της Βουλής, για την αποκάλυψη του σχεδίου «Περικλής» για το εκλογικό πραξικόπημα του 1961, για τις υποθέσεις ΑΣΠΙΔΑ και της «δολιοφθοράς» στον Έβρο. Ήταν η εποχή που ο Ηλίας Ηλιού είχε αναρωτηθεί στη Βουλή «ποιος ασκεί την εξουσία σε αυτόν τον τόπο;» –όλα αυτά λίγο πριν από τη σκοτεινή ιστορία της Αποστασίας, που περιγράφεται κι αυτή λεπτομερώς στο βιβλίο: οι εξαγορές βουλευτών, ο ρόλος κάποιων εφημερίδων, το παιχνίδι του Κων. Μητσοτάκη, οι διαδηλώσεις, η καταστολή («μετά την Ιουλιανή εξέγερση, η χώρα είχε μετατραπεί σε ένα απέραντο δικαστήριο»), η δολοφονία του Πέτρουλα… Και στην ατμόσφαιρα έχει αρχίσει να μυρίζει το πραξικόπημα…
Σε αυτό το πανόραμα πρέπει να προστεθεί πως εκείνα ήταν χρόνια πολύ κρίσιμα για το Κυπριακό, θέμα στο οποίο επίσης αναφέρεται επανειλημμένως ο Τσέκερης (και εδώ να καταγράψω μια διαφωνία με τα γραφόμενα στο βιβλίο, το οποίο νομίζω ότι κάποιες στιγμές μένει στην ελληνοκυπριακή ανάγνωση για τα γεγονότα εκείνων των χρόνων –παράδειγμα, το πώς παρουσιάζονται η αιφνιδιαστική απόφαση του Μακάριου να ανατρέψει 13 σημεία των Συμφωνιών Ζυρίχης-Λονδίνου ή τα «Ματωμένα Χριστούγεννα» που ακολούθησαν και ο εγκλεισμός των Τουρκοκύπριων σε θυλάκους που, να θυμίσουμε, κάλυπταν μόλις το 3% του κυπριακού εδάφους!).
Με την κυβέρνηση των αποστατών επιστρέφει στην ουσία το κράτος της Δεξιάς και αναβιώνουν μαύρες πλευρές του –αυθαίρετη επαναφορά των πιστοποιητικών κοινωνικών φρονημάτων, Σπουδαστικό της Ασφάλειας, πραξικοπήματα στον συνδικαλισμό, κυριαρχία του παρακράτους σε πλήρη συνεργασία με τους κρατικούς μηχανισμούς, διώξεις και τρομοκρατία κατά των αριστερών, και όλα αυτά σε ένα διαρκές παραλήρημα του Τύπου της Δεξιάς, στον οποίο οργίαζαν οι προβοκάτσιες και τα ψεύδη.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει το κεφάλαιο για την οικονομική πολιτική των αποστατών («στο μεγαλύτερο ποσοστό τους, οι φόροι που εισήγαγε το νομοσχέδιο Μητσοτάκη ήταν έμμεσοι […] οι έμμεσοι φόροι αποτελούσαν το 80% των εσόδων του Δημοσίου και σε αυτούς πήγαινε το 40% του εισοδήματος των εργαζομένων […] όταν οι μεγάλοι εταιρικοί όμιλοι στη χώρα ήταν απαλλαγμένοι από φόρους»), καθώς και το κεφάλαιο περί πολιτισμού και λογοκρισίας.
Το κράτος έχει συνέχεια: από τη Δεξιά στη χούντα
Στις 21 Δεκεμβρίου 1966 ο Κανελλόπουλος έριξε την κυβέρνηση των αποστατών. Ακολούθησε η σύντομη μεταβατική κυβέρνηση Παρασκευόπουλου, μέχρι τις 30 Μαρτίου 1967, και μετά ο βασιλιάς έδωσε την εντολή στον Κανελλόπουλο: «η ΕΡΕ είχε καταδικαστεί από τον λαό και επανερχόταν στην εξουσία με εντολή των Ανακτόρων», με μια κυβέρνηση όπου «συμμετείχαν όλοι οι θιασώτες του πραξικοπήματος».
Όπως πολύ ορθά λέει ο Τσέκερης, «η συνέχεια της στρατιωτικής δικτατορίας με το προδικτατορικό καθεστώς της Δεξιάς είναι κάτι που δεν έχει συζητηθεί αρκετά». Ο συγγραφέας στέκεται, για παράδειγμα στα πρόσωπα που συνέδεαν τις δύο καταστάσεις –π.χ. ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, Κ. Κόλλιας, έγινε πρωθυπουργός της χούντας, μαζί με άλλους έξι δικαστικούς που μπήκαν στη χουντική κυβέρνηση, στην οποία συμμετείχαν και υπουργοί και στελέχη της ΕΡΕ.
Ο Τσέκερης έχει γράψει ένα βιβλίο πολύ πλούσιο σε πληροφορία και ανάλυση που διαβάζεται, όπως λέει το κλισέ, σαν μυθιστόρημα, καταφέρνοντας να συνοψίσει και να θυμίσει με τον πιο πλήρη τρόπο όλα εκείνα τα δύσκολα, τα ταραγμένα χρόνια. Μια δουλειά ιδιαίτερα χρήσιμη και κρίσιμη σε μια εποχή που είναι συστηματικές και επίμονες, και μάλιστα από πολλές πλευρές, οι προσπάθειες να ξαναγραφτεί η ιστορία, να ξεπλυθούν πρόσωπα και γεγονότα, να ξεχαστούν «άβολες» αλήθειες.
Κώστας Αθανασίου
Η ΕΠΟΧΗ