Συνεντεύξεις

Άγγελος Σεριάτος: Η έντονη κοινωνική δυσαρέσκεια πιέζει και θα συνεχίζει να πιέζει την κυβέρνηση

Από τη μία, όσο η κυβέρνηση επιχειρεί να δομήσει ένα δίπολο υπευθυνότητας – δημαγωγίας, το συγκριτικό της πλεονέκτημα της ικανότητας πλήττεται και επομένως η σταθερότητα επανανοηματοδοτείται ως στασιμότητα. Από την άλλη, η ήπια άνοδος και σταθερότητα του ΠΑΣΟΚ επαναοηματοδότείται σε ανεπάρκεια, ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ και η Νεα Αριστερά μοιάζουν ως κόμματα εν αναμονή. Την ίδια στιγμή το παράθυρο ευκαιρίας για τη συγκρότηση ενός διακριτού ακροδεξιού πόλου είναι εξαιρετικά μεγάλο.

Όπως αποτυπώνεται στις δημοσκοπήσεις, η ΝΔ έχει αρχίσει και ανακόπτει τη φθορά της. Τη βοηθά το ρευστό διεθνές περιβάλλον και επομένως ενεργοποιείται ένας μηχανισμός συσπείρωσης γύρω από τη σημαία, τη βοηθά ο κατακερματισμός της αντιπολίτευσης ή έχει αρχίσει να πείθει το ακροατήριό της να επανασυσπειρωθεί;

Πράγματι, φαίνεται ότι μπαίνει ένα φρένο στη φθορά της κυβέρνησης. Ας μη ξεχνάμε ότι, τηρουμένων των αναλογιών, διαχειρίστηκε μια πάρα πολύ δύσκολη συνθήκη, το αγροτικό κίνημα, με τρόπο ικανοποιητικό. Βεβαίως, δεν είμαι καθόλου βέβαιος ότι το κλίμα έχει αλλάξει συνολικά και ότι από εδώ και στο εξής θα καταγράφεται ανοδική τροχιά. Σαφώς, η αβεβαιότητα στο διεθνές περιβάλλον λειτουργεί ευνοϊκά προς αυτήν, όπως επίσης και ο κατακερματισμός και η αδυναμία της αντιπολίτευσης να συμβολίσει την προοπτική της πολιτικής αλλαγής. Τούτα βέβαια, δεν σημαίνουν ότι δεν υπάρχει έντονη κοινωνική δυσαρέσκεια για τους διάφορους χειρισμούς και τις εφαρμοζόμενες πολιτικές, η οποία πιέζει και θα συνεχίζει να πιέζει την κυβέρνηση. Και εκτιμώ ότι όσο δεν επιβεβαιώνει την ικανότητά της στη διακυβέρνηση που ήταν –και ενδεχομένως να είναι ακόμη– και το συγκριτικό της πλεονέκτημα, τόσο η έννοια της σταθερότητας ολοένα και περισσότερο θα νοηματοδοτείται ως στασιμότητα, μια έννοια δηλαδή αρνητική.

Η ΝΔ επιλέγει να αντιπαρατεθεί πολιτικά με τη Μ. Καρυστιανού και τη Ζ. Κωνσταντοπούλου. Διαφαίνεται να διαμορφώνεται ένα δίπολο συστημικών και αντισυστημικών δυνάμεων και επιχειρεί στρατηγικά να βρεθεί επικεφαλής ενός συστημικού πόλου;

Πράγματι, η εκτίμηση μου είναι πως ήδη από το 2019 και έπειτα, η ΝΔ επιχειρεί με συνέπεια να οικοδομήσει δυνάμεις στη βάση μιας τομής μεταξύ ακραίων και υπεύθυνων, δημαγωγών και τεχνοκρατών. Επιχειρεί να συγκροτήσει, δηλαδή, έναν πόλο «συστημικού» χαρακτήρα με κύριο εκφραστή την ίδια, έχοντας ως πρώτη ύλη το μπλοκ του εκσυγχρονισμού που εκφράστηκε και ως συμμαχία του «Ναι» την περίοδο του δημοψηφίσματος του 2015. Και αυτό το κάνει μέσα από μια διαδικασία εξίσωσης των αντιπάλων της, συχνά ηθικής απονομιμοποίησης τους και εμπέδωσης μιας αντίληψης περί ανικανότητας τους να κατανοήσουν με τρόπο ρεαλιστικό τα πολιτικά πράγματα. Και ενδεχομένως, αυτή την περίοδο να εκτιμάει ότι αυτές οι δύο περιπτώσεις αποτελούν, συμβολικά έστω, τον «αντίπαλο» στη βάση της παραπάνω διαίρεσης με στόχο να τους «χαμηλώσει» αλλά και να δομήσει τον δικό της πόλο στη βάση του φόβου προς μια πιθανή επικράτηση των «δημαγωγών».

Η Μ. Καρυστιανού από τη στιγμή που ανακοίνωσε πως θα πολιτευθεί παίρνει θέση σε διάφορα ζητήματα, όπως οι εκτρώσεις, τα ελληνοτουρκικά ή το αγροτικό. Βγαίνει πια από το πλαίσιο του εγκλήματος των Τεμπών και μπαίνει σε ένα ευρύτερο πολιτικό πλαίσιο; Που την κατατάσσουν οι θέσεις που παίρνει;

Η κ. Καρυστιανού διατηρεί ακόμη μεγάλο ηθικό κεφάλαιο. Ωστόσο, φαίνεται πως η θετική της εικόνα εξασθενεί σημαντικά όσο πολιτικοποιεί την παρουσία της και αποκτάει γωνίες. Είναι σαφές ότι ορισμένες από τις θέσεις που έχει εκφράσει ανήκουν παραδοσιακά στην ατζέντα του υπερσυντηρητικού χώρου. Αλλά νομίζω ότι είναι αρκετά νωρίς να κριθεί συνολικά. Περισσότερο θα έλεγα ότι επιβεβαιώνει πως το εγχείρημά της θα έχει ως σημείο αναφοράς μια ρητορεία αμεσοδημοκρατισμού και χαρακτήρα μάλλον αντικομματικό, και με περισσότερη δυσκολία θα το κατέτασσα σε κάποιον πολιτικό χώρο. Σε κάθε περίπτωση, τα όσα συμβολίζει η κ. Καρυστιανού συνεχίζουν και συνομιλούν με την κρίση δημοκρατίας που διαπερνά οριζόντια το πολιτικό συνεχές. Και φυσικά, ας μην ξεχνάμε ότι, ιδίως σε συνθήκες κρίσης, δεν ψηφίζουν όλοι με τα ίδια κριτήρια. Θα υπάρξουν εκλογείς που θα θέσουν ως προτεραιότητα το ηθικό κεφάλαιο των προσώπων ή θέματα διαφάνειας και διαφθοράς αποκομμένα από άλλα ζητήματα. Και αυτή η παραδοχή, ιδίως αν ληφθεί υπόψη η απειρία της κ. Καρυστιανού δεν αναχαιτίζει τη διάθεση πειραματισμού με τέτοιου τύπου περιπτώσεις, ιδίως σε συνθήκες κατακερματισμού και ήττας της Αριστεράς.

Το ΠΑΣΟΚ επιχειρεί, όψιμα, ένα άνοιγμα στη λεγόμενη Κεντροαριστερά, και συγκεκριμένα σε στελέχη και βουλευτές άλλων κομμάτων, όπως είπε ο Ν. Ανδρουλάκης, αλλά και μέσα από το συνέδριο του κόμματος όπου θα στηθούν τραπέζια διαλόγου. Μπορεί να ηγηθεί αυτού του Κεντροαριστερού χώρου;

Πράγματι το ΠΑΣΟΚ εκφράζει το τελευταίο διάστημα μια ελαφρώς διαφοροποιημένη στάση, η οποία σε καμία περίπτωση δεν δείχνει συνολική αλλαγή πλεύσης. Το κόμμα εφόσον επιθυμεί να διαδραματίσει ρόλο στις εξελίξεις, θα χρειαστεί εκ των πραγμάτων να διεισδύσει και στο αριστερό ακροατήριο. Και για να το πετύχει θα χρειαστεί να κάνει τη δική του ίσως αυτοκριτική και να εξηγήσει πειστικά σε αυτό το κρίσιμο τμήμα των εκλογέων την επιλογή του να συγκυβερνήσει με τη ΝΔ τα προηγούμενα χρόνια. Και αυτό αφορά και την όποια δυνατότητα του τελικά να παίξει κάποιον ηγετικό ρόλο στον κεντροαριστερό χώρο. Είναι δύσκολο, όμως, διότι η συλλογική μνήμη δεν επιτρέπει στο ΠΑΣΟΚ να συστηθεί ως κάτι «νέο», στοιχείο απαραίτητο για την ανάπτυξη δυναμικής, ενώ ο κ. Ανδρουλάκης δεν προσλαμβάνεται ως ένα πρόσωπο με ηγετικά χαρακτηριστικά. Και αυτό είναι σημαντικό διότι το ΠΑΣΟΚ είναι ένα κόμμα που έχει στο DNA του την κυβερνητική προοπτική και εφόσον αυτό το στοιχείο εκλείπει και την ίδια στιγμή το κόμμα δεν αναπτύσσει δυναμική, η ερμηνεία περί ήπιας ανόδου και σταθερότητας, σύντομα θα νοηματοδοτείται ως ανεπάρκεια, οδηγώντας σε εσωστρέφεια.

Ο ΣΥΡΙΖΑ τηρεί στάση αναμονής και σαφώς δεν επιθυμεί να είναι στην πρωτοπορία ενός διαλόγου μεταξύ των λεγόμενων προοδευτικών δυνάμεων. Και στον ΣΥΡΙΖΑ αποφεύγουν να κάνουν όποια αυτοκριτική για το τι συνέβη από το 2019 και πώς χειρίστηκαν τη συντριβή του 2023 έως σήμερα. Έχει ρόλο σε αυτή τη διαδικασία;

Ο ΣΥΡΙΖΑ παρότι επιμένει, και μάλιστα με κόστος, στη γραμμή της σύγκλισης και της ενότητας μοιάζει ως ένα κόμμα εν αναμονή. Και αυτό δημιουργεί οδηγεί σε οργανωτική εξασθένιση και δημοσκοπική αποσυσπείρωση διότι δεν γίνεται αντιληπτός ως ένας ενεργητικός δρών στα μεγάλα ζητήματα, αλλά ως ένα κόμμα που κυρίως αναμένει. Η επιμονή σε κάτι το οποίο συστηματικά απορρίπτεται από την άλλη πλευρά δίνει την εντύπωση της αποδοχής της αρνητικής αναλογίας ισχύος μεταξύ του ΣΥΡΙΖΑ και των υπόλοιπων υφιστάμενων ή υπό δημιουργία σχηματισμών του χώρου. Και αυτό είναι μια κατάσταση που παρότι όντως ενδεχομένως να αδικεί τον ΣΥΡΙΖΑ, συγχρόνως τον αποδυναμώνει.

Από την άλλη, ο πρώην πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ, Αλ. Τσίπρας, τις κινήσεις του οποίου αναμένει στωικά ο ΣΥΡΙΖΑ, θέλει να ηγηθεί μια τέτοια κίνηση συμπόρευσης δυνάμεων, και γι’ αυτό και βλέπουμε να παίρνει θέση πάνω σε ζητήματα επικαιρότητας, ενώ από το 2019 μάς είχε συνηθίσει στη σιωπή. Έχει το απαραίτητο πολιτικό κεφάλαιο να προτάξει την ενότητα;

Οι δημοσκοπήσεις αποτυπώνουν τη δυνητική επιρροή κάποιου υπό δημιουργία σχηματισμού σε ιδανικές συνθήκες, πρώτον διότι αντικειμενικά λείπει κρίσιμη πληροφορία από τους εκλογείς και τα ανταγωνιστικά κόμματα, όπως ο προσανατολισμός, οι θέσεις και τα πρόσωπα, τα οποία και σε αυτήν την περίπτωση θα δημιουργήσουν στην πορεία περαιτέρω γωνίες και άρα διαψεύσεις και κριτική. Άρα μάλλον πρέπει να αντιμετωπίζουμε με προσοχή αυτά τα δεδομένα. Φυσικά, ο κ. Τσίπρας διατηρεί σημαντικό κεφάλαιο, το οποίο εφόσον αξιοποιηθεί και διευρυνθεί περαιτέρω ενδεχομένως να του επιτρέψει να επηρεάσει τις εξελίξεις που αφορούν στην ανασύνθεση της κεντροαριστεράς. Προς το παρόν, η επιρροή του φαίνεται να περιορίζεται κυρίως σε ένα σημαντικό κομμάτι εκλογέων του πάλαι ποτέ ενιαίου ΣΥΡΙΖΑ. Και σε κάθε περίπτωση, το τελευταίο διάστημα φαίνεται ότι υπάρχει στασιμότητα και συνεπώς σοβαρή πιθανότητα να χαθεί το momentum που δημιουργήθηκε με την έκδοση του βιβλίου εφόσον δεν επιταχυνθούν οι εξελίξεις.

Η Νέα Αριστερά μετά το συνέδριό της βγαίνει από την αμηχανία των συζητήσεων περί διάσπασης, χωρίς όμως να έχει ανοιχτό δρόμο μπροστά της προς τα πού να πάει. Και εδώ αναμονή των εξελίξεων. Υπάρχει αυτοτελής χώρος για τη Νέα Αριστερά;

Όπως ο ΣΥΡΙΖΑ, έτσι και η Νέα Αριστερά μοιάζει συνολικά ως ένα κόμμα σε αναμονή, και μάλιστα, χωρίς την ορατότητα του πρώτου. Δείχνει επίσης ως να είναι ένα κόμμα με δύο ψυχές, με τη συζήτηση όπως φαίνεται, εν τούτοις, να γίνεται με όρους σημαντικά πιο υγιείς απ’ ότι γίνεται σε άλλα κόμματα και αυτό δεν είναι αμελητέο στοιχείο. Αυτή, όμως, η αίσθηση που δίνεται ότι πρόκειται για ένα κόμμα σε κατάσταση αναμονής αποτελεί ένα ακόμα εμπόδιο στην ανάπτυξη δυναμικής. Ούτως ή άλλως, για τη Νέα Αριστερά ο βαθμός δυσκολίας ήταν εξαρχής πολύ υψηλός, δεδομένου ότι είναι και αυτή γέννημα – θρέμμα της μεγάλης ήττας του ΣΥΡΙΖΑ το 2023, την ίδια στιγμή που ανταγωνίζεται μια πλειάδα κομμάτων με πολύ μεγαλύτερη ορατότητα. Και όλα αυτά, παρά τη συνέπεια με την οποία προσπαθεί να διατηρεί απέναντι σε ζητήματα επικαιρότητας. Πρόκειται, πράγματι, για μια πολύ δύσκολη άσκηση.

Συνεχώς επαναλαμβάνουμε πως η πολυδιάσπαση της ακροδεξιάς, μέχρι στιγμής, δεν της έχει επιτρέψει να αποτελέσει το αντίπαλο δέος στη ΝΔ. Ισχύει ακόμα αυτή η συνθήκη;

Η Άκρα Δεξιά στις ευρωεκλογές κατέγραψε το υψηλότερο ποσοστό που έχει ποτέ καταγράψει σε εκλογές πρώτης ή δεύτερης τάξης (20%), γεγονός που δεν μπορεί να εξηγηθεί αποκλειστικά από τον χαρακτήρα των εκλογών. Περισσότερο δείχνει να αποτελεί στιγμιότυπο μιας ανοδικής τάσης. Και παρά το προφανές της έλλειψης ηγετικών προσώπων, το παράθυρο ευκαιρίας για τη συγκρότηση ενός διακριτού ακροδεξιού πόλου είναι εξαιρετικά μεγάλο για αρκετούς λόγους. Πρώτον, αυτοί οι σχηματισμοί παρουσιάζουν ανθεκτικότητα τα τελευταία χρόνια, ακόμα και μετά την εντυπωσιακή ανάκαμψη της ΝΔ. Δεύτερον, επειδή οι νεοναζί έχουν αποκλειστεί από την πολιτική αρένα, συχνά οι υπόλοιπες δυνάμεις του χώρου γίνονται αντιληπτές ως επιλογές που εκφράζουν έναν αγνό αντισυστημικό πατριωτισμό. Τρίτον, είναι και οι διεθνείς εξελίξεις που λειτουργούν απενοχοποιητικά στον πειραματισμό με τέτοιου τύπου κόμματα, ιδίως στην ελληνική περίπτωση που επικρατεί η αντίληψη πως δοκιμάστηκαν και απέτυχαν άλλες ριζοσπαστικές λύσεις. Στα παραπάνω θα πρέπει να συνυπολογιστεί η διευρυμένη θεσμική δυσπιστία και φυσικά το κόστος διαβίωσης με τις πολλαπλές συνέπειες, ιδίως σε όσους ζουν σε συνθήκες υλικής αποστέρησης. Δεν είναι τυχαίο ότι σε λαϊκές – εργατικές γειτονιές, όπως το Κορδελιό, ο Εύοσμος και η Φυλή τα ποσοστά του χώρου στις ευρωεκλογές έφτασαν το 30-35%, με τον ρυθμό αύξησης, μάλιστα, της επιρροής του μέσα στο χρόνο εκεί να είναι πολύ μεγαλύτερος απ’ ότι σε πιο μεσοαστικές γειτονιές.

Αν αναλογιστούμε τη βεβαιότητα, με τα σημερινά δημοσκοπικά δεδομένα, πως δεν θα υπάρξει κυβέρνηση αυτοδυναμίας στις επόμενες εκλογές, η συνεχής άνοδος της ακροδεξιάς μπορεί να τη φέρει σε ρόλο διαμορφωτή πολιτικών εξελίξεων;

Σαφώς. Όσο η αυτοδυναμία μοιάζει κάτι μακρινό, τόσο στις πρώτες όσο και σε ενδεχόμενες δεύτερες κάλπες, τόσο εκτιμώ πως θα μπαίνει στη συζήτηση ένα πιθανό άνοιγμα προς την Άκρα Δεξιά, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η δεύτερη θα αποκριθεί θετικά. Ας σκεφτούμε, βέβαια, τι θα σήμαινε για την ερμηνεία του αποτελέσματος μια έκπληξη από το κόμμα Βελόπουλου στις πρώτες κάλπες, δεδομένης –με τα έως τώρα δεδομένα– της πρωτιάς της ΝΔ.

Ιωάννα Δρόσου
Η ΕΠΟΧΗ