Ο Εμανουέλ Μακρόν υποδέχθηκε θριαμβευτικά μια νέα συμφωνία της ΕΕ για τον περιορισμό των εισαγωγών κινεζικών αυτοκινήτων, παρουσιάζοντάς τη ως πλήγμα κατά του «αθέμιτου ανταγωνισμού». Αυτό όμως που πραγματικά ανησυχεί τους Ευρωπαίους ηγέτες είναι ότι η Κίνα κατάφερε να επιβάλει πειθαρχία στους δικούς της καπιταλιστές, κάτι που η Ευρώπη δεν είναι διατεθειμένη ούτε καν να επιχειρήσει.
Προς ικανοποίηση των Γάλλων και Γερμανών ηγετών, η Ευρωπαϊκή Ένωση κατέληξε σε συμφωνία με το Πεκίνο, σε μια προσπάθεια να μειώσει το εμπορικό έλλειμμα αγαθών των 360 δισεκατομμυρίων ευρώ έναντι της Κίνας. Ο Γάλλος πρόεδρος εξήρε τη συμφωνία που επιτεύχθηκε τον Οκτώβριο, η οποία στοχεύει στη μείωση των εισαγωγών κινεζικών υβριδικών αυτοκινήτων και στη βελτίωση της πρόσβασης ορισμένων ευρωπαϊκών προϊόντων στην αγορά, χαρακτηρίζοντάς την μέσο προστασίας της Ευρώπης από τον «αθέμιτο ανταγωνισμό». Ήδη συζητούνται και άλλα μέτρα για την εξισορρόπηση του εμπορίου ΕΕ–Κίνας.
Αναμφίβολα, οι κινεζικές εξαγωγές αποτελούν πολυεπίπεδη πρόκληση για τις χειμαζόμενες ευρωπαϊκές βιομηχανίες. Οι ευρωπαϊκοί βιομηχανικοί κολοσσοί δυσκολεύονται όλο και περισσότερο να διατηρήσουν τα υπέρογκα κέρδη και την κυριαρχία τους στις παραδοσιακές αγορές τους (και στην Κίνα), όπου οι καταναλωτές στρέφονται πλέον μαζικά σε φθηνότερα κινεζικά προϊόντα.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η ιστορικών διαστάσεων αναδιάρθρωση της Volkswagen. Αντί να ενισχύσει τις επενδύσεις σε έρευνα και ανάπτυξη με στόχο την παραγωγή μικρότερων και φθηνότερων ηλεκτρικών αυτοκινήτων, η εταιρεία συνέχισε να «στραγγίζει» το παλιό επιχειρηματικό της μοντέλο, μοιράζοντας 20 δισεκατομμύρια ευρώ στους μετόχους της τα τελευταία τρία χρόνια. Τώρα, με τα κέρδη της να υποχωρούν κατά 9,5% (στα 3,5 δισεκατομμύρια ευρώ) το δεύτερο τρίμηνο του 2026, η αυτοκινητοβιομηχανία εγκατέλειψε τις συλλογικές συμβάσεις με τα συνδικάτα, ανακοίνωσε το κλείσιμο τεσσάρων εργοστασίων στη Γερμανία και την κατάργηση 100.000 θέσεων εργασίας παγκοσμίως. Παράλληλα, επικαλούμενη τις προσδοκίες των επενδυτών για αποδόσεις, στοχεύει να αυξήσει το περιθώριο λειτουργικού κέρδους από περίπου 4% στο ιλιγγιώδες 8–10% έως το 2030.
Ωστόσο, η κινδυνολογία γύρω από το εμπορικό πλεόνασμα της Κίνας έναντι της ΕΕ και τις υποτιθέμενες «αθέμιτες» επιδοτήσεις της τείνει να συγκαλύπτει την πραγματική δυσφορία της Ευρώπης απέναντι στην κινεζική πολιτική οικονομία.
Ενδεικτική είναι η στάση του Γερμανού καγκελαρίου Φρίντριχ Μερτς, ο οποίος υποστηρίζει ότι η Κίνα «συνδυάζει σκόπιμα τη δυναμική της αγοράς με κρατική παρέμβαση, πλεονάζουσα παραγωγική ικανότητα, επιθετική τιμολόγηση, υποτιμημένο νόμισμα και βαριά επιδοτούμενες εξαγωγές». Πίσω από τις κατηγορίες του Μερτς περί αθέμιτου ανταγωνισμού κρύβεται το πραγματικό πρόβλημα: το κινεζικό σύστημα προϋποθέτει ένα επίπεδο πολιτικής παρέμβασης στην οικονομία που οι Ευρωπαίοι ηγέτες δεν είναι διατεθειμένοι να επιβάλουν στο κεφάλαιο εντός των δικών τους συνόρων.
Κρατικές επιχειρήσεις
Το πρώτο σημείο στο οποίο πρέπει να σταθεί κανείς όταν προσπαθεί να κατανοήσει το κινεζικό σύστημα είναι ο θεμελιώδης ρόλος των κρατικών επιχειρήσεων (State-Owned Enterprises – SOEs) στην οικονομία της χώρας. Από το 1978, όταν άνοιξε την οικονομία της στο ιδιωτικό κεφάλαιο και στις παγκόσμιες αγορές, η Κίνα διατηρεί ένα ισχυρό δίκτυο κρατικών επιχειρήσεων. Αν και το μερίδιό τους στη βιομηχανική παραγωγή μειώθηκε τις τελευταίες δεκαετίες, οι κινεζικές κρατικές επιχειρήσεις κατέχουν το 62% των συνολικών περιουσιακών στοιχείων των κρατικών επιχειρήσεων παγκοσμίως. Η Ευρώπη ακολουθεί με μόλις 14%, έπειτα από δεκαετίες ιδιωτικοποιήσεων που περιόρισαν δραστικά τη δημόσια ιδιοκτησία.
Η δύναμη των κρατικών επιχειρήσεων έγκειται στο ότι μπορούν να λειτουργούν χωρίς η κερδοφορία να αποτελεί τον μοναδικό τους στόχο. Αυτό δεν σημαίνει ότι είναι ζημιογόνες, αλλά ότι μπορούν να προτάσσουν μακροπρόθεσμες, κεφαλαιοβαρείς επενδύσεις με χαμηλές και αβέβαιες αποδόσεις.
Με ηγεσία που διορίζεται από το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας (ΚΚΚ), οι κρατικές επιχειρήσεις βρίσκονται στο επίκεντρο της βιομηχανικής στρατηγικής του Πεκίνου και αποτελούν τη λεγόμενη «ζωτική αρτηρία της εθνικής οικονομίας» σε τομείς όπως η ενέργεια, οι μεταφορές και τα χρηματοοικονομικά. Παράλληλα, στηρίζουν την απασχόληση, διατηρώντας θέσεις εργασίας σε περιόδους ύφεσης αντί να προχωρούν σε μαζικές απολύσεις, κάτι που σταθεροποιεί και τους συναφείς κλάδους. Επιπλέον, εκπαιδεύουν μεγάλο αριθμό μηχανικών, οι οποίοι στη συνέχεια μεταπηδούν σε ιδιωτικές εταιρείες μεταποίησης και τεχνολογίας. Σύμφωνα με την Επιτροπή Εποπτείας και Διοίκησης Κρατικών Περιουσιακών Στοιχείων (SASAC) της Κίνας, οι κρατικές επιχειρήσεις κατέχουν πάνω από το 70% των περιουσιακών στοιχείων στους στρατηγικά σημαντικούς τομείς.
Αυτό τις καθιστά εξαιρετικά ισχυρό εργαλείο βιομηχανικής πολιτικής, ειδικά όταν στις τάξεις τους συγκαταλέγονται κολοσσοί όπως η State Grid Corporation of China, η τρίτη μεγαλύτερη εταιρεία του κόσμου σε έσοδα, που εξασφαλίζει μια βασική εισροή για την οικονομία: την ηλεκτρική ενέργεια. Χάρη στις ισχυρές δημόσιες επενδύσεις στα δίκτυα μεταφοράς και στην παραγωγή, οι οποίες υπαγορεύονται από πολιτικούς στόχους και όχι απλώς από την κερδοφορία, η Κίνα έχει το υψηλότερο ποσοστό εξηλεκτρισμού στον κόσμο. Ταυτόχρονα, έχει εδραιωθεί ως παγκόσμιος ηγέτης στις καθαρές τεχνολογίες, παράγοντας ανανεώσιμη ενέργεια που τροφοδοτεί ολοένα και περισσότερο τη βιομηχανική της ανάπτυξη. Έπειτα από μια περίοδο επέκτασης της μεταποίησης και της βαριάς βιομηχανίας με βάση τον άνθρακα, η Κίνα διαθέτει πλέον σημαντικό προβάδισμα στην κλιμάκωση ενεργοβόρων τομέων, όπως η τεχνητή νοημοσύνη και η ρομποτική, που αποτελούν τα επόμενα πεδία της παγκόσμιας «ανταγωνιστικότητας».
Το «ηλεκτρο-κράτος» της Ασίας βρίσκεται στον αντίποδα της Ευρώπης, η οποία στηρίζεται σε ιδιωτικές επενδύσεις και στην κερδοφορία της αγοράς για την ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Η Ευρώπη θα μπορούσε να διευρύνει τον δανεισμό της για τη δημιουργία ενός δημόσιου συστήματος ηλεκτροπαραγωγής από ανανεώσιμες πηγές, για παράδειγμα μέσω της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Όμως οι συντηρητικές ερμηνείες των εντολών των ιδρυμάτων αυτών, σε συνδυασμό με τους φόβους περί «εκτοπισμού» (crowding out) του ιδιωτικού κεφαλαίου, έχουν εμποδίσει τον δημόσιο τομέα να αναλάβει πιο ενεργό ρόλο στην απανθρακοποίηση. Στο μεταξύ, τα συμφέροντα των εταιρειών ορυκτών καυσίμων εξακολουθούν να διαμορφώνουν την ευρωπαϊκή αγορά ενέργειας.
Το πρόβλημα είναι ότι η Πράσινη Συμφωνία (Green Deal), το σχέδιο πράσινης μετάβασης της ΕΕ, σχεδιάστηκε εξαρχής ώστε η μετάβαση να αποβεί κερδοφόρα για το ιδιωτικό κεφάλαιο και όχι για να καθοδηγήσει μακροπρόθεσμες, στρατηγικές επενδύσεις. Όταν η κερδοφορία αυτή δεν επιτεύχθηκε στην επιθυμητή κλίμακα, οι πράσινες πολιτικές άρχισαν να αποσύρονται σταδιακά σε ολόκληρη την ΕΕ. Αυτό γίνεται πλέον φανερό στη σημερινή ατζέντα απορρύθμισης, που επιδιώκει τη «μείωση της γραφειοκρατίας» για τις επιχειρήσεις, κάτι που στην πράξη σημαίνει ξήλωμα εργασιακών δικαιωμάτων και περιβαλλοντικής προστασίας.
Ως αποτέλεσμα, οι τιμές της ηλεκτρικής ενέργειας για τη βιομηχανία στην Ευρώπη είναι διπλάσιες από των ΗΠΑ και κατά 50% υψηλότερες από της Κίνας. Ο εξηλεκτρισμός της παραμένει σχεδόν στάσιμος την τελευταία δεκαετία, κάτι που συμβαδίζει με την πολύ αργή πρόοδο στην ηλεκτροκίνηση και στην απανθρακοποίηση βιομηχανιών όπως ο χάλυβας. Το χειρότερο, ωστόσο, είναι ότι ορισμένες ευρωπαϊκές βιομηχανίες απορρίπτουν ακόμη και επιδοτήσεις για πράσινες επενδύσεις, επικαλούμενες έλλειψη κερδοφορίας.
Δημόσια και ιδιωτική οικονομία
Η δεύτερη μεγάλη διαφορά αφορά τη σχέση ανάμεσα στον δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα στην Κίνα και στην ΕΕ.
Στην Κίνα, οι δημόσιες και οι ιδιωτικές εταιρείες δεν λειτουργούν απλώς παράλληλα. Είναι βαθιά συνδεδεμένες μέσω βιομηχανικών clusters, με αποτέλεσμα να μοιράζονται τα οφέλη από τις πολιτικές εντολές των κρατικών επιχειρήσεων (SOEs), καθώς και την πρόσβαση σε φθηνή χρηματοδότηση από τις δημόσιες τράπεζες. Οι ιδιωτικές εταιρείες αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της «σοσιαλιστικής οικονομίας της αγοράς» της χώρας. Σύμφωνα με στοιχεία που επικαλέστηκε ο Σι Τζινπίνγκ το 2018, η ιδιωτική οικονομία αντιπροσώπευε το 60% του ΑΕΠ και παρείχε πάνω από το 80% των θέσεων εργασίας στις πόλεις.
Ταυτόχρονα, το κράτος διατηρεί σημαντικό έλεγχο επί του ιδιωτικού κεφαλαίου. Η πρόσβαση στην αγορά παραμένει περιορισμένη σε ορισμένους τομείς, όπως τα χρηματοοικονομικά, οι τηλεπικοινωνίες και η υγειονομική περίθαλψη. Πρόσφατα η Κίνα ξεκίνησε επίσης μια πρωτοφανή εκστρατεία ανάκτησης φόρων από τις εταιρείες της. Για παράδειγμα, ένας από τους μεγαλύτερους αγροτικούς ομίλους της χώρας καλείται, σύμφωνα με πληροφορίες, να καταβάλει ποσό που αντιστοιχεί στο 120% των κερδών του για το 2025.
Κάτι που φαντάζει αδιανόητο στις σημερινές δυτικές οικονομίες είναι ότι πολλές κινεζικές ιδιωτικές εταιρείες, ιδίως οι μεγάλες, διαθέτουν στο εσωτερικό τους πυρήνες του ΚΚΚ, οι οποίοι συμβάλλουν στην ευθυγράμμιση των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων με τις κομματικές προτεραιότητες και τους εθνικούς στόχους. Η πρακτική αυτή χρονολογείται από το 1994, όταν ο νόμος περί εταιρειών έθεσε ως στόχο τη σύσταση κομματικών πυρήνων, ώστε να λειτουργούν ως «μαχητικά προπύργια στη μη δημόσια οικονομία». Οι πυρήνες αυτοί φαίνεται να συγκεντρώνονται σε τομείς όπου η παρουσία των κρατικών επιχειρήσεων είναι πιο έντονη, από τη μεταποίηση και τα χρηματοοικονομικά έως τα ακίνητα και την υψηλή τεχνολογία.
Οι ιδιωτικές εταιρείες συνδέονται με τις κρατικές μέσω βιομηχανικών συστάδων και ειδικών οικονομικών ζωνών, που δημιουργήθηκαν το 1980 ως πεδία δοκιμών για αγορές με ιδιωτικό και ξένο κεφάλαιο. Με ισχυρή κρατική στήριξη, οι ζώνες αυτές συνενώνουν δημόσιους και ιδιωτικούς πόρους, ώστε να αξιοποιούν τα οφέλη των ενοποιημένων αλυσίδων εφοδιασμού, των κοινών ερευνητικών ιδρυμάτων και του εξειδικευμένου εργατικού δυναμικού. Επιπλέον, οι κρατικές επιχειρήσεις κατασκευάζουν υποστηρικτικές υποδομές, όπως δίκτυα ηλεκτρικής ενέργειας ή σιδηροδρομικές γραμμές υψηλής ταχύτητας, κάτι που αυξάνει τις πιθανότητες για οικονομίες κλίμακας και χαμηλότερο κόστος παραγωγής. Σήμερα η κυβέρνηση εξακολουθεί να υιοθετεί το μοντέλο αυτό για την ανάπτυξη στρατηγικών συστάδων που ξεπερνούν τη μεταποίηση της δεκαετίας του 2000 και στρέφονται πλέον σε ζώνες ανάπτυξης υψηλής τεχνολογίας.
Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι η Ευρύτερη Περιοχή του Κόλπου (Greater Bay Area), ένα αστικό σύμπλεγμα που περιλαμβάνει τη Σενζέν, την πρώτη ειδική οικονομική ζώνη της Κίνας, η οποία ιδρύθηκε το 1980 και σήμερα φιλοξενεί εταιρείες όπως ο κολοσσός ηλεκτρονικών ειδών Huawei και η αυτοκινητοβιομηχανία BYD. Το 2017, η κεντρική κυβέρνηση και οι κυβερνήσεις του Γκουανγκντόνγκ, του Μακάο και του Χονγκ Κονγκ δρομολόγησαν ένα αναπτυξιακό σχέδιο για τη μετατροπή της περιοχής από παραδοσιακή ζώνη παραγωγής χαμηλού κόστους με εξαγωγικό προσανατολισμό σε παγκόσμιο κόμβο καινοτομίας και τεχνολογίας, με παράλληλες φιλοδοξίες για καλύτερη ποιότητα ζωής και προστασία του περιβάλλοντος. Αν και βρίσκεται ακόμη υπό ανάπτυξη, η περιοχή έχει ήδη αναδειχθεί σε βασικό κέντρο για τα ηλεκτρικά οχήματα, την τεχνητή νοημοσύνη και τη ρομποτική ανθρωποειδών. Σύμφωνα με τον καθηγητή Τσάι Χουατζί (Cai Huajie) του Παιδαγωγικού Πανεπιστημίου της Φουτζιάν, η συνολική οικονομική παραγωγή της περιοχής έφτασε τα 14,79 τρισεκατομμύρια γουάν (περίπου 2,21 τρισεκατομμύρια δολάρια) το 2024, πλησιάζοντας εκείνη της περιοχής της Νέας Υόρκης, που θεωρείται η μεγαλύτερη μητροπολιτική οικονομία στον κόσμο.
Κρατικές επιδοτήσεις με σχέδιο
Όταν η CATL, σήμερα ένας από τους κορυφαίους κατασκευαστές μπαταριών στον κόσμο, ξεκίνησε να λειτουργεί στη Νινγκντέ το 2011, οι επαρχιακές και τοπικές αρχές βοήθησαν να αναπτυχθεί γύρω της μια αλυσίδα εφοδιασμού με κατασκευαστές εξαρτημάτων που θα στήριζαν τη δραστηριότητά της. Σήμερα η αλυσίδα αυτή περιλαμβάνει πάνω από ενενήντα εταιρείες. Με τη σειρά της, η CATL συνέβαλε στη δημιουργία ενός από τους σημαντικότερους κόμβους παραγωγής μπαταριών στον κόσμο, που έχει επηρεάσει καθοριστικά την οικονομία της πόλης.
Οι κρατικές επιδοτήσεις και ο προστατευτισμός, που θωράκισαν την εγχώρια παραγωγή μπαταριών από τον ξένο ανταγωνισμό, συνέβαλαν αναμφίβολα στην άνοδο της CATL. Αντίθετα όμως με τις δυτικές κυβερνήσεις, που διστάζουν να χρησιμοποιήσουν τις επιδοτήσεις ως στρατηγικό και χρονικά περιορισμένο εργαλείο στο πλαίσιο μακροπρόθεσμου βιομηχανικού σχεδίου, η Κίνα τις προσαρμόζει καθώς ωριμάζουν οι βιομηχανίες της. Το 2018 το Πεκίνο κατήργησε το όριο ξένης ιδιοκτησίας για τους κατασκευαστές «οχημάτων νέας ενέργειας» (NEVs) και τα οχήματα ξένων εταιρειών έγιναν σταδιακά επιλέξιμα για τις ίδιες επιδοτήσεις προς τους καταναλωτές με τα κινεζικά μοντέλα. Στη συνέχεια οι επιδοτήσεις περιορίστηκαν και οι εθνικές επιδοτήσεις για την αγορά οχημάτων σταδιακά καταργήθηκαν έως τα τέλη του 2022. Η CATL ενίσχυσε τις επενδύσεις της σε έρευνα και ανάπτυξη ώστε να προσαρμοστεί σε αυτό το λιγότερο προστατευτικό περιβάλλον. Έτσι, όταν η ζήτηση για ηλεκτρικά οχήματα επιβραδύνθηκε το 2023, μείωσε τις τιμές των μπαταριών, βοηθώντας τις αυτοκινητοβιομηχανίες να τονώσουν τις πωλήσεις τους και διασφαλίζοντας το δικό της μερίδιο αγοράς.
Βέβαια, το κράτος έχει πολύ μεγαλύτερο ρόλο σε αυτή τη μικτή οικονομία. Αυτό σημαίνει ότι η παραγωγή και οι πωλήσεις του ιδιωτικού τομέα εντάσσονται ουσιαστικά σε μια μορφή δημόσιου σχεδιασμού που υπερβαίνει τα «σήματα της αγοράς», ιδίως σε τομείς όπου η Κίνα ανταγωνίζεται ξένες εταιρείες.
Για παράδειγμα, με φόντο την άνοδο εταιρειών όπως η BYD, η κυβέρνηση ξεκίνησε το 2009 το πιλοτικό πρόγραμμα «Δέκα πόλεις, χίλια οχήματα», με στόχο την ένταξη τουλάχιστον χιλίων ηλεκτρικών οχημάτων ετησίως στις δημόσιες συγκοινωνίες δέκα κινεζικών πόλεων. Η BYD, σήμερα η μεγαλύτερη εταιρεία ηλεκτρικών οχημάτων στον κόσμο σε πωλήσεις, ήταν ένας από τους προμηθευτές ηλεκτρικών λεωφορείων του προγράμματος. Στη Σενζέν το πρόγραμμα βοήθησε την πόλη να ηλεκτροδοτήσει πλήρως τον στόλο των λεωφορείων της έως το 2017.
Η προσέγγιση αυτή επεκτείνεται πλέον και στη ρομποτική. Το σχέδιο δράσης «Robot+», που εκπονήθηκε το 2023 από το Υπουργείο Βιομηχανίας και Πληροφορικής και δεκαέξι άλλους κυβερνητικούς φορείς, προωθεί καινοτόμες εφαρμογές ρομπότ στη μεταποίηση, την υγειονομική περίθαλψη, τη φροντίδα ηλικιωμένων και σε άλλους τομείς. Παρόμοια, το σχέδιο «AI+» που παρουσίασε η Κίνα το 2025 στηρίζει την υιοθέτηση της τεχνητής νοημοσύνης από τις κρατικές επιχειρήσεις, για παράδειγμα στον εντοπισμό κόπωσης στην αεροπορία, στην παρακολούθηση της υγείας και στη λειτουργία των γραμμών της State Grid.
Χρηματοδότηση και κοινά επενδυτικά ταμεία
Τα πλεονεκτήματα του δημόσιου-ιδιωτικού οικοσυστήματος της Κίνας είναι εξίσου εμφανή και στη χρηματοδότηση. Το εύρωστο δημόσιο τραπεζικό σύστημα και τα φθηνά δάνεια που προσφέρει είναι μόνο η μία όψη του νομίσματος. Η άλλη είναι οι μετοχικές συμμετοχές: στην Κίνα, οι εταιρείες στις οποίες ο δημόσιος τομέας κατέχει πάνω από το ένα τέταρτο των μετοχών αντιστοιχούν σχεδόν στο ήμισυ της συνολικής κεφαλαιοποίησης της αγοράς. Αντίθετα, σε ολόκληρο τον Οργανισμό Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) το αντίστοιχο ποσοστό είναι μόλις 2%.
Παράλληλα, τόσο τα δημόσια όσο και τα ιδιωτικά κεφάλαια αξιοποιούνται ενεργά για μετοχικές επενδύσεις. Η Κίνα έχει δημιουργήσει χιλιάδες «κρατικά ταμεία καθοδήγησης» (government guidance funds), που συγκεντρώνουν χρηματοδότηση από κρατικούς φορείς, δημόσιες τράπεζες, καθώς και δημόσιες και ιδιωτικές επιχειρήσεις. Τα ταμεία αυτά παρέχουν μακροπρόθεσμο, «υπομονετικό» κεφάλαιο, αλλά προσφέρουν και έναν τρόπο να αποφέρουν αποδόσεις, μοιράζοντας ταυτόχρονα τους υψηλούς επενδυτικούς κινδύνους. Ένα από τα μεγαλύτερα του είδους είναι το Εθνικό Ταμείο Επενδύσεων για τη Βιομηχανία Ολοκληρωμένων Κυκλωμάτων, που στόχο έχει να βοηθήσει την Κίνα να επιτύχει αυτάρκεια στους ημιαγωγούς.
Σε σύγκριση με το ευρωπαϊκό μοντέλο «μείωσης του κινδύνου» (de-risking), που βασίζεται κυρίως σε δάνεια και εγγυήσεις, εντυπωσιάζει η κλίμακα των μετοχικών συμμετοχών του κινεζικού δημόσιου τομέα. Σύμφωνα με στοιχεία του ΟΟΣΑ, ο δημόσιος τομέας της Κίνας κατείχε το 2023 εισηγμένες μετοχές αξίας περίπου 3,5 τρισεκατομμυρίων δολαρίων, από τις οποίες το 79% ανήκε στην κεντρική κυβέρνηση και στις τοπικές αρχές. Ο ευρωπαϊκός δημόσιος τομέας κατείχε μετοχές αξίας 1,3 τρισεκατομμυρίων δολαρίων, περίπου οι μισές από τις οποίες ανήκαν σε κυβερνήσεις. Στις Ηνωμένες Πολιτείες το αντίστοιχο ποσό ήταν 1,6 τρισεκατομμύρια δολάρια, με το μεγαλύτερο μέρος των εισηγμένων μετοχών να ανήκει σε δημόσια συνταξιοδοτικά ταμεία και σε κρατικά επενδυτικά ταμεία (sovereign wealth funds) ξένων χωρών.
Η ΕΕ, αντί να αυξάνει τις κοινές και στρατηγικές δημόσιες δαπάνες, κινείται προς την ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση. Καθώς βρίσκονται σε εξέλιξη οι διαπραγματεύσεις για τον επόμενο πολυετή προϋπολογισμό της (2028–2034), αρκετές χώρες, μεταξύ αυτών και η Γερμανία, απαιτούν ριζικές περικοπές στο πνεύμα της λιτότητας. Οι περικοπές αυτές θα μπορούσαν να μειώσουν την πραγματική αξία του προϋπολογισμού κατά 10% σε σύγκριση με τον τρέχοντα. Κι όμως, ενώ η Πράσινη Συμφωνία υποχωρεί, οι στρατιωτικές δαπάνες, και όχι οι επενδύσεις σε μια παραγωγική οικονομία, αυξάνονται επικίνδυνα.
Τι σημαίνει αυτό για την Ευρώπη;
Το να διδαχθεί κανείς από τις επιτυχίες του κινεζικού «σοσιαλισμού με χαρακτηριστικά αγοράς» δεν σημαίνει ότι η Ευρώπη οφείλει να μιμηθεί τη βιομηχανική πολιτική της Κίνας και να προσπαθήσει να κερδίσει την κούρσα για την παγκόσμια κυριαρχία στην αγορά. Η τεράστια κλίμακα παραγωγής και κατανάλωσης πόρων που θα απαιτούσε ένας τέτοιος ανταγωνισμός θα είχε σίγουρα καταστροφικές συνέπειες για τους εργαζόμενους και τον πλανήτη.
Οι σημερινοί ηγέτες της Ευρώπης δείχνουν ήδη πώς θα ήταν μια τέτοια κούρσα. Επιστρέφοντας από την Κίνα, ο Μερτς συμβούλεψε ότι, αντί να επιδιώκουμε ισορροπία ανάμεσα στην επαγγελματική και την προσωπική ζωή, «πρέπει απλώς να κάνουμε περισσότερα τώρα». Οι εργαζόμενοι πιέζονται ολοένα και περισσότερο, καθώς τα ωράρια εργασίας αυξάνονται σε όλη την Ευρώπη και παράλληλα γίνονται περικοπές λιτότητας σε συντάξεις, επιδόματα ανεργίας και δημόσιες υπηρεσίες. Όμως, όπως έδειξε η Μαριάνα Ματσουκάτο στη μελέτη της για τις 300 μεγαλύτερες εισηγμένες μη χρηματοπιστωτικές εταιρείες της Ευρώπης, το κόστος εργασίας δεν είναι το πρόβλημα της ευρωπαϊκής οικονομίας. Το πραγματικό πρόβλημα είναι η αδυναμία επανεπένδυσης των εταιρικών κερδών, ένα σύστημα ηλεκτρικής ενέργειας ακατάλληλο για την απανθρακοποίηση και η έλλειψη δημόσιας ιδιοκτησίας.
Το κύμα μαζικών απεργιών και διαδηλώσεων σε ολόκληρη την Ευρώπη ενάντια στην κατάρρευση των εκπαιδευτικών συστημάτων, στην έλλειψη στέγης και στο αβάσταχτο κόστος ζωής είναι απολύτως αναμενόμενη συνέπεια της λανθασμένης προσέγγισης της ΕΕ. Οι εργαζόμενοι, νέοι και μεγαλύτεροι σε ηλικία, ζητούν κοινωνικά αναγκαίες επενδύσεις, που το κυνήγι της «ανταγωνιστικότητας» απλώς δεν μπορεί να εξασφαλίσει.
Αντί να θυσιάζει τις κατακτήσεις της συλλογικής διαπραγμάτευσης, για τις οποίες η εργατική τάξη αγωνιζόταν επί αιώνες, η Ευρώπη θα έπρεπε να σκεφτεί πέρα από τον προστατευτισμό του «Made in Europe» και να στηρίξει ενεργά τις βιομηχανίες της, κυρίως χαλιναγωγώντας το μεγάλο κεφάλαιο και κατευθύνοντάς το σε παραγωγικές επενδύσεις. Με μια τέτοια στρατηγική θα μπορούσε επίσης να αξιοποιήσει τις ευκαιρίες για αμοιβαία επωφελή συνεργασία με την Κίνα σε τεχνολογίες απαραίτητες για μια οικονομία χαμηλών εκπομπών άνθρακα.
Την ώρα που καταρρέουν οι δημόσιες επενδύσεις, αρχίζουν να φαίνονται ρωγμές στη σημερινή εμμονή με την ανταγωνιστικότητα. Η Αριστερά μπορεί να εκμεταλλευτεί τη συγκυρία για να διεκδικήσει μια κοινωνικοποιημένη οικονομία, βασισμένη στη δημόσια ιδιοκτησία, στη λήψη αποφάσεων από τους ίδιους τους εργαζόμενους και στις πραγματικές ανάγκες των ανθρώπων, και όχι στα μερίσματα, στις εξαγωγικές αγορές ή στην παραγωγή εντελώς άχρηστων προϊόντων, όπως οι βραστήρες με τεχνητή νοημοσύνη ή τα ιπτάμενα αυτοκίνητα. Εδώ η πολιτική οικονομία της Κίνας μπορεί πράγματι να προσφέρει κάποια χρήσιμα μαθήματα, αν και η Ευρώπη οφείλει πλέον να χαράξει τον δικό της δρόμο.
Alexandra Gerasimcikova