Macro

Αννέτα Καββαδία: Η πολιτική της καθημερινότητας: (και) στα «μικρά» ο κόσμος στενάζει

Υπάρχει μια πολιτική που δεν ανακοινώνεται με διαγγέλματα, δεν αποτυπώνεται εύκολα στους κρατικούς προϋπολογισμούς, και σπάνια κυριαρχεί στις κοινοβουλευτικές αντιπαραθέσεις. Είναι η πολιτική που εγγράφεται στον χρόνο που χάνουμε, στις διαδρομές που δυσκολευόμαστε να κάνουμε, στις ανάγκες που αδυνατούμε να εξυπηρετήσουμε χωρίς πρόσθετο κόστος. Γίνεται αντιληπτή όταν αναζητούμε επί ώρα στάθμευση, όταν το λεωφορείο αργεί, όταν το πεζοδρόμιο γίνεται εμπόδιο, και η ψηφιακή συναλλαγή δοκιμασία. Εκεί, στην επαναλαμβανόμενη τριβή με την καθημερινότητα, οι πολιτικές επιλογές αποκτούν το πραγματικό τους περιεχόμενο.

Αφορμή για τις παρακάτω σκέψεις, έδωσε έρευνα του Εργαστηρίου Συγκοινωνιακής Τεχνικής του ΕΜΠ, σύμφωνα με την οποία ένας/μία οδηγός στην Αθήνα, χάνει περίπου 37 ώρες τον χρόνο αναζητώντας θέση στάθμευσης, διανύοντας περί τα 570 χιλιόμετρα σε άσκοπους κύκλους!

Δεν πρόκειται απλώς για κυκλοφοριακό παράδοξο, αλλά για σπατάλη κοινωνικού χρόνου και υποβάθμιση της ποιότητας ζωής. Όπως ανέδειξε ο Ανρί Λεφέβρ στο έργο του Critique de la vie quotidienne, η καθημερινότητα δεν αποτελεί μια ασήμαντη πλευρά της κοινωνικής πραγματικότητας. Είναι πεδίο όπου εκδηλώνονται οι σχέσεις εξουσίας και αλλοτρίωσης, αλλά και όπου διαμορφώνονται δυνατότητες αμφισβήτησης και αλλαγής.

Η αραιή διέλευση πχ των μέσων μαζικής μεταφοράς, οι δυσκολίες πρόσβασης σε ταξί, τα απροσπέλαστα πεζοδρόμια, η έλλειψη ελεύθερων χώρων, συνθέτουν μια κοινή εμπειρία: η αξιοπρεπής ζωή γίνεται δυσκολότερη, όχι όμως εξίσου για όλ@. Γιατί η ανισότητα δεν αφορά μόνο το εισόδημα και την ιδιοκτησία, αλλά και το ποι@ μπορεί να οργανώνει τη ζωή του και ποι@ αναγκάζεται να προσαρμόζεται διαρκώς στις δυσλειτουργίες της. Αφορά την άνιση κατανομή του χρόνου, της ασφάλειας και της ελευθερίας.

Όταν η εξυπηρέτηση γίνεται ατομική υπόθεση

Η ίδια λογική διαπερνά την ψηφιοποίηση των υπηρεσιών. Η τεχνολογία μπορεί να διευκολύνει, αλλά όταν η εισαγωγή της συνοδεύεται από την απόσυρση φυσικών σημείων εξυπηρέτησης, η ευκολία μετατρέπεται σε προνόμιο. Ηλικιωμένοι, ψηφιακά αναλφάβητοι και όσ@ χρειάζονται προσωπική υποστήριξη, εξαρτώνται από τρίτους για στοιχειώδεις συναλλαγές. Παράλληλα, εξαιτίας της αυτοματοποιημένης διαδικασίας, ο πολίτης αναλαμβάνει εργασίες που προηγουμένως εκτελούσε ένας/μία υπάλληλος, με ό,τι αυτο συνεπάγεται για την απώλεια θέσεων εργασίας.

Όταν η εξοικονόμηση κόστους για έναν οργανισμό σημαίνει μεταφορά εργασίας, ευθύνης και κινδύνου στον πολίτη, η αποτελεσματικότητα αξιολογείται μονομερώς. Και είναι σαφές πως η ιδιωτικοποίηση δεν προϋποθέτει πάντοτε την πώληση μιας δημόσιας υπηρεσίας, μπορεί να συντελείται και όταν η κάλυψη κοινωνικών αναγκών εξαρτάται ολοένα περισσότερο από την αγοραστική δύναμη ή την πρόσβαση σε ιδιωτικές πλατφόρμες.

Στο βιβλίο του Νεοφιλελευθερισμός: Ιστορία και παρόν (A Brief History of Neoliberalism -μτφ Αριάδνη Αλαβάνου, εκδόσεις Καστανιώτη), ο Ντέιβιντ Χάρβεϊ αναλύει τον νεοφιλελευθερισμό ως αναδιάρθρωση που διευρύνει τη λειτουργία της αγοράς και αναδιαμορφώνει τον ρόλο του κράτους. Υπό αυτό το πρίσμα, η μεταφορά του κόστους και της ευθύνης από τους θεσμούς στα άτομα, δεν αποτελεί απλώς οργανωτική επιλογή. Εντάσσεται σε μια ευρύτερη αντίληψη σύμφωνα με την οποία ανάγκες που θα μπορούσαν να καλύπτονται συλλογικά, αντιμετωπίζονται ως ατομικά προβλήματα.

Η καθημερινή φθορά και η πολιτική παραίτηση

Οι επιβαρύνσεις αυτές δεν λειτουργούν μεμονωμένα. Συναντούν την ακρίβεια, το κόστος στέγασης, τους χαμηλούς μισθούς και την εργασιακή επισφάλεια, συμπιέζοντας τον διαθέσιμο χρόνο και το εισόδημα, και καθιστώντας την καθημερινότητα έναν διαρκή αγώνα διεκπεραίωσης. Η ανάγκη να προβλέπεις καθυστερήσεις, να υπολογίζεις πρόσθετα έξοδα και να επιλύεις προβλήματα που δεν δημιούργησες, παράγει ψυχική κόπωση, ανασφάλεια και αίσθημα απώλειας ελέγχου. Όταν ακόμη και τα απλά απαιτούν δυσανάλογη προσπάθεια, η ζωή στενεύει: λιγοστεύει ο ελεύθερος χρόνος, περιορίζεται η κοινωνικότητα, υποχωρεί η δυνατότητα σχεδιασμού του μέλλοντος.

Αυτή η φθορά έχει και πολιτικές συνέπειες. Η επαναλαμβανόμενη εμπειρία της αδυναμίας αλλαγής, μπορεί να τροφοδοτήσει την πεποίθηση ότι «τίποτα δεν γίνεται» και ότι «όλοι ίδιοι είναι». Η Δεξιά αξιοποιεί αυτό το έδαφος, προβάλλοντας την ατομική προσαρμογή και την αγορά ως ρεαλιστικές διεξόδους από ένα δημόσιο πεδίο που εμφανίζεται αναποτελεσματικό. Έτσι, η δυσαρέσκεια κινδυνεύει να μη μετασχηματιστεί σε συλλογική διεκδίκηση, αλλά σε ιδιώτευση, παραίτηση και αποδοχή του υπάρχοντος ως αναπόφευκτου. Δεν πρόκειται για αυτόματη εξέλιξη, αλλά για μια δυνατότητα που η αποδυνάμωση των συλλογικών λύσεων καθιστά ευκολότερη.

Μια αριστερή πολιτική της καθημερινότητας

Γι’ αυτό η Αριστερά οφείλει να αντιμετωπίσει την καθημερινότητα όχι ως δευτερεύον πεδίο δίπλα στις «μεγάλες» κοινωνικές αντιθέσεις, αλλά ως ένα από τα βασικά πεδία στα οποία αυτές εκδηλώνονται. Να συνδέσει την αναδιανομή του πλούτου με την αναδιανομή του χρόνου, την κοινωνική πολιτική με την προσβασιμότητα, το δικαίωμα στην πόλη με τη δυνατότητα όλων να τη χρησιμοποιούν, την τεχνολογική πρόοδο με το δικαίωμα στην ανθρώπινη εξυπηρέτηση. Όχι με μία ενιαία λύση για διαφορετικά προβλήματα, αλλά με ένα κοινό κριτήριο: ποι@ επωμίζεται το κόστος και ποι@ απολαμβάνει τα οφέλη της οργάνωσης της κοινωνικής ζωής.

Το δικαίωμα στην πόλη, όπως το ανέπτυξε ο Ντέιβιντ Χάρβεϊ στο άρθρο του Τhe Right to the City που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό New Left Review το 2008, δεν περιορίζεται στην πρόσβαση σε ό,τι ήδη υπάρχει, περιλαμβάνει τη συλλογική δυνατότητα να το μετασχηματίζουμε. Αυτή είναι και η ουσία μιας αριστερής πολιτικής της καθημερινότητας: να αμφισβητήσει την ιδέα ότι οι άνθρωποι οφείλουν απλώς να προσαρμόζονται σε συνθήκες που τους εξαντλούν.

Γιατί τα «μικρά» δεν είναι μικρά όταν επαναλαμβάνονται κάθε μέρα και αφορούν τους πολλούς. Είναι ο τρόπος με τον οποίο η κοινωνική ανισότητα γίνεται καθημερινή εμπειρία και η πολιτική επιλογή προσωπικό βάρος. Και μια Αριστερά που θέλει να αλλάξει τη ζωή, δεν μπορεί να παραβλέπει τον τρόπο με τον οποίο αυτή δυσκολεύεται να βιωθεί. Γιατί τα μικρά κάνουν τα μεγάλα. Και η δυνατότητα να ζούμε αξιοπρεπώς την καθημερινότητά μας, είναι ήδη ένα μεγάλο πολιτικό διακύβευμα.

Η ΕΠΟΧΗ