Την ώρα που σε ευρωπαϊκές κοινωνίες οι αυξήσεις στο κόστος ζωής, η στεγαστική κρίση, η εργασιακή επισφάλεια και η υποβάθμιση των δημόσιων υπηρεσιών μετατρέπονται ξανά σε συλλογικά αιτήματα (βλέπε Γαλλία, Ισπανία,Ιταλία), στην Ελλάδα μοιάζει να επικρατεί μια παράδοξη ακινησία. Όχι επειδή η πίεση προς την κοινωνία είναι μικρότερη, το αντίθετο. Η ακρίβεια, τα ενοίκια, η ενεργειακή φτώχεια, η αδυναμία αξιοπρεπούς διαβίωσης, γίνονται καθημερινότητα για ολοένα και περισσότερους.
Και όμως, η κοινωνική δυσφορία δυσκολεύεται να μετασχηματιστεί σε συλλογική διεκδίκηση, κάτι που συνιστά ένα από τα κεντρικά πολιτικά παράδοξα της εποχής: μια κοινωνία μπορεί να είναι εξαιρετικά δυσαρεστημένη, και ταυτόχρονα ελάχιστα διεκδικητική.
Το «δεν γίνεται», ως κοινή λογική
Στην Ελλάδα, όπως έχει επισημανθεί, ύστερα από χρόνια κρίσης, διαδοχικών διαψεύσεων και δραματικής συρρίκνωσης του κοινωνικού ορίζοντα, η προσδοκία μιας καλύτερης συλλογικής ζωής αντικαταστάθηκε σταδιακά από την προσδοκία της προσωπικής επιβίωσης.
Αυτό δεν είναι απλώς ψυχολογικό φαινόμενο αλλά πολιτικό αποτέλεσμα.
Ο νεοφιλελευθερισμός δεν εγκαθίδρυσε μόνο ένα οικονομικό μοντέλο, εγκαθίδρυσε και μια αντίληψη για τα όρια του εφικτού: οι αγορές είναι «αντικειμενικές», οι μισθοί δεν μπορούν να αυξηθούν πολύ, η κατοικία είναι επένδυση πριν γίνει δικαίωμα, το κοινωνικό κράτος πρέπει να «εξορθολογιστεί», οι δημόσιες υπηρεσίες οφείλουν να λειτουργούν με όρους αγοράς, και ο πολίτης να αντιμετωπίζει τον εαυτό του ως ατομικό σχέδιο.
Στην Ελλάδα, αυτή η λογική συναντήθηκε με το τραύμα της χρεοκοπίας και των μνημονίων. Τα χρόνια της διακυβέρνησης της ΝΔ την εδραίωσαν με ιδιαίτερη ένταση: η πολιτική μετατοπίστηκε ακόμη περισσότερο, από τη διεκδίκηση κοινωνικών δικαιωμάτων στη διαχείριση της ατομικής ευθύνης, από το συλλογικό «τι δικαιούμαστε;» στο ατομικό «πώς θα τα καταφέρω;».
Ο Μαρκ Φίσερ ονόμασε καπιταλιστικό ρεαλισμό την κατάσταση εκείνη όπου ο καπιταλισμός εμφανίζεται όχι απλώς ως κυρίαρχος αλλά ως η μόνη νοητή πραγματικότητα. Στόχος δεν είναι να πείσει τους πάντες ότι το σύστημα είναι καλό, αλλά ότι δεν υπάρχει πραγματική εναλλακτική. Η χαμηλή προσδοκία γίνεται, έτσι, μορφή πολιτικής πειθαρχίας.
Η χυδαιότητα ως πολιτικό περιβάλλον
Σε αυτό, προστίθεται η πρωτοφανής υποβάθμιση του δημόσιου λόγου. Στο Κοινοβούλιο, στα πάνελ, στα κοινωνικά δίκτυα, η ουσία συχνά υποχωρεί μπροστά στην ατάκα. Κι αυτό δεν είναι αισθητικό αλλά βαθύτατα πολιτικό πρόβλημα.
Όταν ο δημόσιος λόγος γίνεται χυδαίος, κενός και διαρκώς επιθετικός, η πολιτική παύει να αποτελεί χώρο συλλογικής νοηματοδότησης. Και εδώ, η ευθύνη πολλών δημοσιογράφων είναι κρίσιμη καθώς –κόντρα στον ρόλο τους– δεν πληροφορούν, ως οφείλουν, αλλά πατρονάρουν τον κόσμο εθίζοντάς τον σε μια διαρκή σύγκρουση. Η πολιτική αποπολιτικοποιείται ακριβώς τη στιγμή που παρουσιάζεται ως πανταχού παρούσα.
Έτσι, ευδοκιμεί το «όλοι ίδιοι είναι». Μια φράση που αποτελεί, ίσως, μία από τις αποτελεσματικότερες μορφές πολιτικής αποστράτευσης: αν όλοι είναι ίδιοι, τότε τίποτε δεν έχει ιδιαίτερη σημασία. Κι αν τίποτε δεν έχει σημασία, η αποχή γίνεται σχεδόν αυτονόητη επιλογή.
Απογοήτευση από τα αριστερά
Εδώ βρίσκεται και η ιδιαίτερη ευθύνη της Αριστεράς. Η απογοήτευση που ακολούθησε τη διακυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ δεν ήταν απλώς εκλογική. Για ένα μεγάλο τμήμα της κοινωνίας υπήρξε διάψευση προσδοκιών. Οι υπερβολικές προεκλογικές εξαγγελίες συγκρούστηκαν με τους πραγματικούς συσχετισμούς και τους περιορισμούς της διακυβέρνησης. Η απόσταση ανάμεσα σε όσα υποσχέθηκε και σε όσα τελικά μπόρεσε να πραγματοποιήσει, άφησε πίσω όχι μόνο απογοητευμένους ψηφοφόρους αλλά και έναν βαθύτερο κλονισμό πολιτικής αξιοπιστίας.
Το κόστος το πλήρωσε, εν μέρει, όλη η Αριστερά. Όχι επειδή «όλοι είναι ίδιοι», αλλά επειδή –παρά τα σημαντικά, επιμέρους επιτεύγματα τα οποία πολεμήθηκαν λυσσαλέα από ένα τοξικό «αντι-ΣΥΡΙΖΑ» μέτωπο στο οποίο συνέβαλλε τα μέγιστα ένα απολύτως εχθρικό, για την τότε κυβέρνηση, μιντιακό περιβάλλον– απέτυχε να αποδείξει στην πράξη ότι μπορεί να είναι ταυτόχρονα ριζοσπαστική και κυβερνώσα, διεκδικητική και ρεαλιστική, οραματική και αποτελεσματική.
Κι έτσι, δημιουργείται το σημερινό παράδοξο: υπάρχει κοινωνική δυσαρέσκεια, αλλά δεν υπάρχει αντίστοιχα πειστική πολιτική διέξοδος.
Να ξαναγίνει η πολιτική, υπόθεση συλλογική
Αυτό ακριβώς εξηγεί και την άνοδο της Ακροδεξιάς. Όταν η κοινωνική οργή δεν βρίσκει πειστική συλλογική έκφραση, μπορεί να στραφεί προς τον φόβο, την ενοχοποίηση του «άλλου», τον αυταρχισμό και την υπόσχεση μιας φαντασιακής τάξης. Η διεθνής άνοδος της Ακροδεξιάς δεν είναι άσχετη με την κρίση αντιπροσώπευσης και την αίσθηση ότι οι δημοκρατικές πολιτικές δυνάμεις αδυνατούν να αλλάξουν ουσιαστικά τη ζωή των ανθρώπων.
Και φυσικά, δεν αρκεί να πούμε ότι «η Δεξιά την τροφοδοτεί», πρέπει να δούμε και τη σύγκλιση στις ίδιες τις πολιτικές ατζέντες. Γιατί όταν ένα μέρος της ακροδεξιάς ατζέντας μετακινείται προς το κέντρο της κυβερνητικής πολιτικής, η Ακροδεξιά δεν εμφανίζεται πλέον ως η μόνη δύναμη που «τα λέει έξω από τα δόντια». Και τότε, το «όλοι ίδιοι είναι» αποκτά μια πρόσθετη σημασία: όχι μόνο απαξιώνει την Αριστερά, αλλά εξοικειώνει την κοινωνία με ιδέες που άλλοτε βρίσκονταν στο πολιτικό περιθώριο.
Το ζητούμενο, επομένως, δεν είναι να πειστεί η κοινωνία να «αγαπήσει» ξανά την πολιτική. Είναι να της αποδειχθεί ότι η πολιτική μπορεί πράγματι να αλλάξει τη ζωή της.
Υπ΄αυτό το πρίσμα, η Αριστερά δεν χρειάζεται περισσότερες μεγάλες υποσχέσεις. Χρειάζεται ένα πειστικό σχέδιο για την κατοικία, τους μισθούς, την εργασία, την υγεία, την παιδεία, την ενέργεια. Ένα σχέδιο που να συνδέει το άμεσο με το στρατηγικό, το ρεαλιστικό με το επιθυμητό.
Γιατί το αντίθετο της κοινωνίας χαμηλών προσδοκιών δεν είναι η κοινωνία των μεγάλων λόγων. Είναι η κοινωνία που ξαναμαθαίνει να διεκδικεί, να ζητά περισσότερα, και που πιστεύει ότι μπορεί να τα κερδίσει συλλογικά.
Και ίσως η πιο ριζοσπαστική πολιτική πράξη σήμερα, να είναι ακριβώς αυτή: να πειστεί ξανά ο πολίτης ότι το «δεν γίνεται» δεν είναι φυσικός νόμος, αλλά πολιτική επιλογή.