Η παρούσα έκδοση συστήνει εκ νέου στο ελληνικό κοινό, σε φροντισμένη μορφή, Το αυταρχικό κράτος του Μαξ Χορκχάιμερ. Πρόκειται για ένα από τα πλέον πολεμικά κείμενά του, στο οποίο διαγιγνώσκεται κριτικά η μεταφιλελεύθερη, κρατικιστική φάση του καπιταλισμού. Ταυτόχρονα, το κείμενο διατηρεί έναν σαφή αντιαυταρχικό και αμεσοδημοκρατικό προσανατολισμό. Γραμμένο το 1940, μέσα στη ζοφερή εμπειρία της ανόδου του ναζισμού και της αμερικανικής εξορίας του Ινστιτούτου Κοινωνικής Έρευνας, ανήκει στα ελάχιστα κείμενα του πυρήνα της Σχολής της Φρανκφούρτης που θέτουν κεντρικά το ζήτημα της πολιτικής μορφής. Είναι, επίσης, ένα από τα λίγα κείμενα της Σχολής με ρητές κριτικές αναφορές στη Σοβιετική Ένωση. Ακριβώς γι’ αυτό, το άρθρο ανήκει σε εκείνα τα ριζοσπαστικά δοκίμια που, μεταπολεμικά, σε μια περίοδο «δημοκρατικής αναμόρφωσης» της Γερμανίας και επανεγκατάστασης του Ινστιτούτου στη Φρανκφούρτη, θα προκαλούσαν αμηχανία στον ίδιο τον Χορκχάιμερ.[1] Δεν είναι τυχαίο ότι τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια τα τεύχη της Επιθεώρησης Κοινωνικής Έρευνας παρέμεναν κλειδωμένα στο υπόγειο του Ινστιτούτου, ούτε ότι ο Χορκχάιμερ αρνούνταν μέχρι το 1968 την επανέκδοση των προπολεμικών δοκιμίων του. Το Αυταρχικό κράτος ανακαλύπτεται εκ νέου τη δεκαετία του 1960 από την εξεγερμένη γερμανική φοιτητική νεολαία και αξιοποιείται στις θεωρητικές αναλύσεις των Ρούντι Ντούτσκε και Χανς-Γιούργκεν Κραλ, ηγετικών μορφών του φοιτητικού κινήματος της εποχής. Η αναδημοσίευσή του το 1967/1968 ως Raubdruck –δηλαδή ως φθηνής, πειρατικής έκδοσης– το εντάσσει ευθέως στην αντικουλτούρα των φοιτητών, η οποία στρεφόταν ενάντια σε μια κανονικοποιημένη εκδοχή της Κριτικής Θεωρίας.
Συνομιλία με τον Μπένγιαμιν
Το άρθρο κυκλοφορεί αρχικά το 1942, εσωτερικά στη Σχολή, και συμπεριλαμβάνεται σε έναν πολυγραφημένο τόμο προς τιμήν του Βάλτερ Μπένγιαμιν, στον οποίο δημοσιεύονται πρώτη φορά οι περίφημες μπενγιαμινικές θέσεις Για την έννοια της ιστορίας. Το δοκίμιο του Χορκχάιμερ συνομιλεί με το κείμενο του Μπένγιαμιν, καθώς επιτίθεται σε μια τελεολογική αντίληψη του χρόνου που λειτουργεί καθησυχαστικά, επειδή θεωρεί ότι έχει με το μέρος της το «δικαστήριο της ιστορίας». Μια τέτοια θεωρία μετέρχεται τη γνώση σαν χρήμα που τοκίζεται στην τράπεζα: επενδύει στο μέλλον, στον βαθμό που επικαλείται την αναγκαία ωρίμανση μέσα από στάδια – πρώτα η κοινωνική ανάπτυξη, ύστερα η κατάλληλη πολιτική μορφή· εντέλει, όμως, καταλήγει να δικαιολογεί την παρούσα καταπίεση. Αντιθέτως, ο Χορκχάιμερ προτάσσει, όπως και ο Μπένγιαμιν, τη θέση ότι η Κριτική Θεωρία δεν μπορεί να συμφιλιώνεται με την υφιστάμενη αδικία. Οφείλει να καταδεικνύει τις αντιφάσεις του παρόντος, να υπενθυμίζει ότι το πραγματικό και το λογικό δεν συμπίπτουν και να συνηγορεί υπέρ της άμεσης πολιτικής πράξης. Πίσω από αυτές τις γραμμές διακρίνει κανείς, μεταξύ άλλων, και την έκκληση του Χορκχάιμερ για το επείγον του αντιφασιστικού αγώνα και για άμεση δράση εναντίον του ναζιστικού καθεστώτος.
Από την άλλη, στον Χορκχάιμερ αναδύεται η δυνατότητα διακοπής της καταστροφικής αλληλουχίας των μορφών κυριαρχίας, η οποία μπορεί να συσχετιστεί με το μπενγιαμινικό φρένο στην ιστορία. Το κυρίαρχο παράδειγμα πολιτικοοικονομικής οργάνωσης φτάνει στα όριά του, καθώς η διοίκηση δεν επικαλείται πλέον ούτε το πρόσχημα της ειδημοσύνης, αλλά αποκαλύπτεται ως γυμνή εξουσία. Η απογύμνωση αυτή, καθιστώντας ορατή τη βαθύτερη υφή της κυριαρχίας, μπορεί, επιτελώντας έναν διαφωτιστικό ρόλο, να διανοίξει τη δυνατότητα ανακοπής της συσσώρευσης της βίας, οδηγώντας σε μια πολιτική μεταστροφή.
Διάγνωση μεγάλης κλίμακας και Κριτική Θεωρία
Το κείμενο θεματοποιεί, επομένως, τη μεταφιλελεύθερη μορφή κυριαρχίας, συνομιλώντας με την αντίστοιχη ανάλυση του οικονομολόγου της Σχολής Φρίντριχ Πόλοκ, και προχωρά σε μια διάγνωση μεγάλης κλίμακας: η κατάρρευση της αγοράς ως αυτορρυθμιζόμενου μηχανισμού στις ώριμες καπιταλιστικές κοινωνίες δεν σημαίνει την κατάρρευση του ίδιου του καπιταλισμού. Σημαίνει, αντιθέτως, την επιβίωσή του μέσα από τον σχεδιασμό. Ο σχεδιασμός αυτός μπορεί να λαμβάνει διαφορετικές πολιτικές μορφές, παραμένει όμως κατά βάση κρατικός-διοικητικός και ιεραρχικός, αναδιοργανώνοντας την κυριαρχία μέσα από νέες μορφές κοινωνικής ταξινόμησης. Σε αυτό το πλαίσιο, ο Χορκχάιμερ βλέπει τη νέα πολιτικοοικονομική μορφή ως μηχανισμό αποτελεσματικής κινητοποίησης του πληθυσμού μέσα από το τρίπτυχο στρατόπεδο-πολεμική μηχανή-εργοστάσιο. Ιδιαίτερη σημασία έχει εδώ η αιχμή του απέναντι στο σοβιετικό πείραμα. Το εντάσσει στην κατηγορία του «ολικού κρατισμού», ακριβώς επειδή οι ιδιώτες καπιταλιστές μπορεί να έχουν εξαφανιστεί, αλλά στη θέση τους παραμένουν πειθαρχημένοι μισθωτοί, ενώ αναδύονται νέες δικτατορικές εξουσίες. Η θεωρία της αναγκαιότητας ενός πρώτου μεταβατικού σταδίου, όπως και η λογική της πρωτοπορίας, λειτουργούν ως νομιμοποιητικά σχήματα αυτής της νέας αυταρχικότητας. Ο Χορκχάιμερ διαπιστώνει, με εμφανή απογοήτευση, ότι ακόμη και οι αντίπαλοι του φασισμού συχνά γοητεύονται από τη δύναμη του καταναγκασμού και την αποτελεσματικότητα του αυταρχισμού.
Κομβική, επομένως, για τον Χορκχάιμερ είναι η αποικιοποίηση του πολιτικού φαντασιακού, η οποία περιορίζει τον ορίζοντα της χειραφέτησης στο δίλημμα «κρατικός σχεδιασμός ή ελευθερία της αγοράς». Ένα τέτοιο δίλημμα εγκλωβίζει τα μετακαπιταλιστικά εγχειρήματα σε μια απαισιόδοξη φιλοσοφική ανθρωπολογία: προϋποθέτοντας μια αιώνια φύση εγωιστή, βίαιου και ανώριμου ανθρώπου, καταλήγουν να συντηρούν και να γιγαντώνουν μηχανισμούς κυριαρχίας. Το κύριο δίλημμα, όμως, για τον Χορκχάιμερ είναι: ελευθερία ή υποταγή. Συνεπώς, πρέπει να γίνει διάκριση ανάμεσα στην ελευθερία και στον σχεδιασμό, όπως και ανάμεσα στην ελευθερία και στην πρόοδο. Το ζήτημα δεν είναι η καλύτερη χρήση της εξουσίας, αλλά η υπέρβασή της, ενώ η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων μπορεί να συνεπάγεται όχι λιγότερη κυριαρχία, αλλά πιο λεπτοφυείς μορφές εξουσίας – εκείνες που ο Φουκώ θα ονομάσει gouvernementalité/κυβερνολογική. Από αυτή την άποψη, η Κριτική Θεωρία δεν διαθέτει έτοιμες συνταγές. Μπορεί, όμως, να συμβάλει στην υπέρβαση της διοικητικής ψευδοουτοπίας –η οποία συνιστά τον αντικατοπτρισμό του υπάρχοντος– προς την κατεύθυνση της ενεργού αυτοοργάνωσης των πολιτών. Ως προς αυτό, ιδιαίτερη σημασία αποκτά το παράδειγμα των συμβουλίων.
Το Αυταρχικό κράτος συνιστά πηγή προβληματισμού και για την εποχή μας. Όπως έχει καταδειχτεί, η σημερινή νεοφιλελεύθερη συνθήκη δεν συνεπάγεται την απόσυρση του κράτους, αλλά συγκροτεί ένα νέο ζεύγμα οικονομίας και πολιτικής, στο οποίο η αγορά τίθεται υπό τη διαρκή ρυθμιστική παρέμβαση της διοίκησης. Επομένως, η γραφειοκρατία όχι μόνο δεν εξαφανίζεται, αλλά αναδιατάσσεται, εξειδικεύεται και επεκτείνεται, πλέον υπό το ορντοφιλελεύθερο πρόταγμα του ακραίου ανταγωνισμού, ο οποίος συντηρείται όμως μέσα από τη θεσμική τάξη. Στο πλαίσιο αυτό, το κείμενο του Χορκχάιμερ συνομιλεί με τις σύγχρονες αναπτύξεις για την τεχνοκρατική συρρίκνωση της πολιτικής και τις αυταρχικές εκτροπές. Ταυτόχρονα, υπενθυμίζει την ανάγκη μιας θεσμικής φαντασίας που δεν εγκλωβίζεται στο δίλημμα αγορά ή κρατικός σχεδιασμός, αλλά αναζητά νέες μορφές συλλογικής αυτοοργάνωσης – όπως φανερώνει, ενδεικτικά, η σημερινή συζήτηση για τα κοινά.
Η μετάφραση του Ν. Μάλλιαρη είναι εύληπτη και ρέουσα, ενώ η εισαγωγή του αναδεικνύει τα πολιτικά διακυβεύματα της Κριτικής Θεωρίας. Το επίμετρο του Abromeit είναι επίσης διαφωτιστικό για την αναγνώστρια και τον αναγνώστη, καθώς εντάσσει το κείμενο στην ευρύτερη θεωρητική παραγωγή του Χορκχάιμερ, υπό την οπτική της λεγόμενης πεσιμιστικής στροφής της Σχολής της Φρανκφούρτης.
[1] Βλ. τη χαρακτηριστική προειδοποίηση του Χορκχάιμερ: «Η απερίσκεπτη και δογματική εφαρμογή της Κριτικής Θεωρίας στην πράξη, μέσα στην αλλαγμένη ιστορική πραγματικότητα, θα μπορούσε μόνο να επιταχύνει τη διαδικασία την οποία θα όφειλε να καταγγείλει». Jürgen Habermas, Philosophisch-politische Profile, Frankfurt am Main: Suhrkamp, 1981, σ. 415.
Γιάννης Φλυτζάνης
Η ΕΠΟΧΗ