Τον Απρίλιο του 1941, με τη Βέρμαχτ στο Παρίσι και το Σύμφωνο Ρίμπεντροπ-Μολότοφ ακόμη σε ισχύ, ο πολιτικός θεωρητικός Τζέιμς Μπέρναμ δημοσίευσε την «Επανάσταση των Διευθυντών» (The Managerial Revolution), όπου διακήρυξε ότι ο καπιταλισμός είχε τελειώσει. Ο ισχυρισμός του δεν ήταν ότι έπρεπε να τελειώσει, αλλά ότι, ως ένα εμπειρικά παρατηρήσιμο γεγονός, βρισκόταν ήδη σε διαδικασία αντικατάστασης. Το διάδοχο σύστημα, ωστόσο, δεν θα ήταν ο σοσιαλισμός, όπως ήλπιζε κατά την προηγούμενη περίοδό του ως τροτσκιστής. Ο σοσιαλισμός, υποστήριζε, ήταν μια ουτοπία: απαιτούσε αφθονία, και δεδομένου ότι οι ανθρώπινες επιθυμίες είναι απεριόριστες, η αφθονία είναι ανέφικτη.
Αντίθετα, αυτό που ερχόταν ήταν ένα νέο οικονομικό σύστημα το οποίο ονόμασε «διευθυντισμό» (managerialism), όπου τα μέσα παραγωγής περνούν στο κράτος και το κράτος τα παραδίδει στους ανθρώπους που ξέρουν πώς να τα διοικούν — στους διευθυντές. Αν οι καπιταλιστές επιβίωναν έστω και στο ελάχιστο, θα ήταν απλώς ως ένα διακοσμητικό κατάλοιπο: θα έπαιζαν γκολφ στη Φλόριντα, ενώ οι διευθυντές θα έπαιρναν κάθε σημαντική απόφαση. Η ΕΣΣΔ ήταν η πρώτη διευθυντική κοινωνία· η ναζιστική Γερμανία, η φασιστική Ιταλία και η Αμερική του New Deal ήταν οι επόμενες. Ο Μπέρναμ σημείωσε με κάποια ικανοποίηση ότι η εκστρατεία επανεκλογής του Προέδρου Φράνκλιν Ντ. Ρούζβελτ το 1940 είχε σταματήσει να χρησιμοποιεί όρους όπως «επιχειρηματίες» και «τραπεζίτες», υιοθετώντας αντ’ αυτού φράσεις όπως «τεχνικοί της βιομηχανίας» και «διευθυντές».
Αλλά ο Μπέρναμ έκανε λάθος σχεδόν σε ό,τι ακολούθησε. Αυτά τα διευθυντικά υπερκράτη δεν μοίρασαν τον κόσμο μεταξύ τους. Αντίθετα, οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Σοβιετική Ένωση συμμάχησαν εναντίον της Γερμανίας. Και μέχρι τη δεκαετία του 1980, η Αμερική είχε επιστρέψει, με τον ενθουσιασμό του νεοφώτιστου, στην ιερότητα της ατομικής ιδιοκτησίας — τη μόνη ιδεολογική εξέλιξη που ο Μπέρναμ είχε αποκλείσει ρητά, καθώς πίστευε ότι τόσο η ατομική ιδιοκτησία όσο και οι ιδέες που τη δικαιολογούσαν όδευαν προς την εξαφάνιση. Όταν ο κομμουνισμός κατέρρευσε στην Ανατολική Ευρώπη και ο καπιταλισμός φαινόταν έτοιμος να γίνει το μοναδικό σύστημα, ολόκληρη η διευθυντική θεωρία έμοιαζε πλέον με ένα αξιοπερίεργο της εποχής, το είδος του παραδείγματος που αναφέρει κανείς για να δείξει πόσο γεμάτοι αυτοπεποίθηση έξυπνοι άνθρωποι μπορούν να παρερμηνεύσουν την ίδια τους την εποχή.
Ο Μπέρναμ μπορεί να έκανε λάθος για το πολιτικό αποτέλεσμα, έκανε όμως τη σωστή ερώτηση: Ποιος ελέγχει τα μέσα παραγωγής και τι είδους τάξη δημιουργεί αυτός ο έλεγχος; Αυτή είναι η μόνη ερώτηση που προέβλεψε ποτέ με αξιοπιστία οτιδήποτε σχετικά με τη δομή μιας κοινωνίας και τους κυβερνώντες της. Οι διευθυντές πράγματι ανελίχθηκαν. Αλλά δεν ανελίχθηκαν ενάντια στο κεφάλαιο, απαλλοτριώνοντάς το μέσω του κράτους. Ενσωματώθηκαν στο κεφάλαιο. Έγιναν οι ίδιοι καπιταλιστές και, με αυτόν τον τρόπο, παρήγαγαν κάτι που ούτε ο Μπέρναμ ούτε ο Μαρξ είχαν προβλέψει: μια άρχουσα τάξη που βρίσκεται ταυτόχρονα στην κορυφή της καμπύλης της μισθολογικής κατανομής και της κατανομής της ιδιοκτησίας.
Στο «The Great Global Transformation», ο Μπράνκο Μιλάνοβιτς επινόησε τον όρο homoploutia (ομοπλουτία) για να περιγράψει μια νέα τάξη ανθρώπων που είναι εξίσου ή «όμοια» (homo) πλούσιοι (ploutia) και στους δύο συντελεστές παραγωγής — δηλαδή, που αμείβονται πλουσιοπάροχα τόσο από την εργασία τους όσο και από το εισόδημα του κεφαλαίου. Η εμφάνιση αυτής της «ομόπλουτης» τάξης είναι αναμφισβήτητα η πιο σημαντική δομική αλλαγή στον καπιταλισμό από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Τώρα πρόκειται να δοκιμαστεί από μια τεχνολογία που βρίσκεται στα πρόθυρα του να αναδιαμορφώσει πλήρως τη σχέση μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας.
Η Συγχώνευση και τι Δημιούργησε
Δεν είναι μόνο το γεγονός ότι οι σημερινοί πλούσιοι εργάζονται περισσότερο από ό,τι οι πλούσιοι του παρελθόντος, όπως έχει παρατηρήσει ο οικονομολόγος Τομά Πικετί. Είναι ότι οι πλουσιότεροι άνθρωποι σήμερα είναι ταυτόχρονα οι πιο ακριβοπληρωμένοι μισθωτοί και οι πλουσιότεροι καπιταλιστές. Ορίζουμε την «ομόπλουτη» τάξη (homoploutic class) ως εκείνους που ανήκουν στο ανώτερο 10% όσον αφορά το εισόδημα από εργασία (π.χ. μισθός), το εισόδημα από κεφάλαιο (π.χ. τόκοι και μερίσματα) και το συνολικό εισόδημα. Διαπιστώνουμε ότι περίπου το 30% του ανώτερου αμερικανικού εισοδηματικού δεκατημορίου πληροί αυτά τα κριτήρια — δηλαδή, το 3% του συνολικού πληθυσμού των ΗΠΑ. Αυτό το ποσοστό αυξάνεται σταθερά από τις αρχές της δεκαετίας του 1980, ακολουθώντας σχεδόν με απόλυτη ακρίβεια την αύξηση της εισοδηματικής ανισότητας και την πτώση της διαγενεακής κινητικότητας.
Συγκρίνετέ το αυτό με το Μεξικό, όπου η ομοπλουτία αφορά λιγότερο από το 1% του συνολικού πληθυσμού. Εκεί, ο καπιταλισμός λειτουργεί ακόμα με το κλασικό πρότυπο: οι πλούσιοι δεν εργάζονται για μισθό, και οι καλοπληρωμένοι γιατροί ή δικηγόροι δεν διαθέτουν αρκετή περιουσία για να φτάσουν στο κορυφαίο δεκατημόριο των καπιταλιστών. Το ίδιο ισχύει στη Βραζιλία, το Περού και την Κολομβία. Οι πλουσιότερες χώρες βρίσκονται κάπου στο ενδιάμεσο — η ομόπλουτη τάξη στην Ισπανία, την Ιταλία, τη Γερμανία, την Ολλανδία και τη Σουηδία συγκεντρώνεται γύρω στο 2-2,5% του πληθυσμού. Οι Ηνωμένες Πολιτείες αποτελούν την πιο ακραία περίπτωση, γεγονός που την καθιστά μια περίπτωση άξια μελέτης.
Όσο κακή κι αν είναι η ανισότητα στο εισόδημα από την εργασία, είναι πολύ πιο ακραία όταν πρόκειται για το εισόδημα από το κεφάλαιο. Αν αναλογιστεί κανείς μόνο το εισόδημα από το κεφάλαιο, η εικόνα αποκτά μια σχεδόν φεουδαρχική γεωμετρία. Το 60% των αμερικανικών νοικοκυριών έχει μηδενικό ή αμελητέο εισόδημα σε ρευστό από την ιδιοκτησία κεφαλαίου. (Αυτό έρχεται σε αντιδιαστολή με το 79% στην Ισπανία, το 93% στην Κολομβία και το 96% στο Περού για το 2021, σύμφωνα με τον Μιλάνοβιτς). Το εισόδημα από το κεφάλαιο είναι εξαιρετικά συγκεντρωμένο, με τον συντελεστή Gini (μια μέτρηση της εισοδηματικής ανισότητας) να είναι περίπου διπλάσιος από εκείνον του διαθέσιμου εισοδήματος. Το κορυφαίο 1% των Αμερικανών καπιταλιστών έλαβε σχεδόν 100.000 δολάρια ανά άτομο σε εισόδημα από κεφάλαιο το 2022, γεγονός που για ένα τετραμελές νοικοκυριό συνεπάγεται 400.000 δολάρια ετησίως μόνο από χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία. Σε αυτά περιλαμβάνονται τόκοι, μερίσματα, ενοίκια και ιδιωτικά χρηματοδοτούμενες συντάξεις. Η καθαυτό ομόπλουτη τάξη —δηλαδή τα άτομα στο κορυφαίο 10% τόσο στο εισόδημα από εργασία όσο και από κεφάλαιο— βγάζει περίπου 20.548 δολάρια ανά άτομο, ή πάνω από 80.000 δολάρια ανά οικογένεια, από εισόδημα κεφαλαίου. Αυτά ίσως να μην είναι πλουτοκρατικά ποσά, αλλά αποτελούν ένα σταθερό δίχτυ ασφαλείας κάτω από έναν ήδη πολύ καλό μισθό. Και η συγχώνευση αυτών των εισοδημάτων προσφέρει προστασία.
Ένας αμιγώς μισθωτός είναι εκτεθειμένος στην αγορά εργασίας· ένας αμιγώς εισοδηματίας είναι εκτεθειμένος στο χρηματιστήριο. Το ομόπλουτο νοικοκυριό είναι εκτεθειμένο και στα δύο και, επομένως, στην πράξη σε κανένα. Μια κακή χρονιά για τις μετοχές απορροφάται από τον μισθό· μια απώλεια εργασίας απορροφάται από το χαρτοφυλάκιο. Γι’ αυτόν τον λόγο υποστηρίζουμε ότι η ομοπλουτία είναι ίσως η μοναδική εξέλιξη στον σύγχρονο καπιταλισμό που θα είχε εκπλήξει τον Μαρξ. Δεν επιλύει τη σύγκρουση μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας καταργώντας τη μία πλευρά. Την επιλύει τοποθετώντας και τις δύο πλευρές μέσα στο ίδιο άτομο. Δεν υπάρχει ταξική πάλη σε ένα νοικοκυριό που αντλεί εισόδημα και από τους δύο παράγοντες — η πάλη έχει εσωτερικευτεί και, κατά συνέπεια, έχει ουσιαστικά εξαλειφθεί.
Η ομόπλουτη τάξη έχει ένα κοινωνιολογικό πρόσωπο, καθώς και ένα ιδεολογικό. Στο «The Meritocracy Trap» (2019), ο καθηγητής νομικής Ντάνιελ Μάρκοβιτς περιέγραψε τον μηχανισμό αυτής της τάξης: Η ελίτ εργάζεται σκληρά, διαθέτει πτυχία και επομένως είναι πεπεισμένη ότι η θέση της έχει κερδηθεί με την αξία της — ακόμη κι όταν η αξία της γονικής επένδυσης, που διαφοροποιεί ένα παιδί της ελίτ από ένα παιδί της μεσαίας τάξης μέχρι το τέλος των μεταπτυχιακών σπουδών, ισοδυναμεί με μια παραδοσιακή κληρονομιά της τάξης των 10 εκατομμυρίων δολαρίων ανά παιδί. Ο ίδιος αποκαλεί την αξιοκρατία «μια ιδεολογική έπαρση, κατασκευασμένη για να “ξεπλύνει” μια θεμελιωδώς άδικη κατανομή πλεονεκτημάτων». Θα μπορούσε κανείς να το θέσει ως μια τροποποίηση του μαρξικού κύκλου Χ–Ε–Χ’ (Χρήμα-Εμπόρευμα-Χρήμα): εδώ ο κύκλος γίνεται Χ–Ε–Χ’, όπου το Ε είναι η Εκπαίδευση των παιδιών (Education). Αλλά αν αυτή η Εκπαίδευση καταστεί απρόσιτη για όλους, εκτός από τα παιδιά των ομόπλουτων, αυτό σημαίνει ότι η ταξική κινητικότητα έχει ουσιαστικά κλείσει.
Αυτή δεν είναι μια τεχνοκρατική τάξη με την έννοια που έδιναν μελετητές όπως οι Γιαν Τίνμπεργκεν, Τζον Κένεθ Γκαλμπρέιθ, Ρεϊμόν Αρόν ή Κλαρκ Κερ τη δεκαετία του 1960, όταν φαντάζονταν την Ανατολή και τη Δύση να συγκλίνουν στις ίδιες αποτελεσματικές μεθόδους διοίκησης, με τους διευθυντές να αδιαφορούν για τη δομή της ιδιοκτησίας. Η ομόπλουτη τάξη διαφέρει ακριβώς επειδή το υλικό της συμφέρον και η ιδεολογική της δέσμευση στην ιδιωτική ιδιοκτησία ταυτίζονται. Υπερασπίζεται το κεφάλαιο επειδή είναι το κεφάλαιο, και υπερασπίζεται τα εκπαιδευτικά διαπιστευτήρια και την εργασία επειδή είναι και αυτά.
Αυτό το διπλό θεμέλιο στα εκπαιδευτικά προσόντα και την εργασιακή απόδοση αποτελεί την πηγή της πολιτικής νομιμοποίησης αυτής της τάξης εδώ και δεκαετίες. Το μήνυμα προς όλους τους από κάτω ήταν συνεκτικό, αν και εκνευριστικό: Είμαστε πλούσιοι επειδή είμαστε χρήσιμοι, επειδή διαβάσαμε σκληρά και δουλέψαμε σκληρά, και μπορείτε να έρθετε μαζί μας αν γίνεται κι εσείς χρήσιμοι. Ένα τέτοιο μονοπάτι ήταν στενό και ακριβό, αλλά υπήρχε, και η ίδια του η ύπαρξη έκανε το μεγαλύτερο μέρος της ιδεολογικής δουλειάς.
Εδραίωση ή Διάλυση
Τι συμβαίνει, λοιπόν, όταν εισάγουμε την τεχνητή νοημοσύνη (ΤΝ) σε αυτή τη δομή; Πολλά παραμένουν ακόμη άγνωστα. Δεν γνωρίζουμε αν η ΤΝ θα αυξήσει τη συνολική εργασιακή μας παραγωγή ή αν απλώς θα μετατοπίσει την παραγωγή από την ανθρώπινη εργασία στις μηχανές, χωρίς να επεκτείνει το σύνολο. Για παράδειγμα, η υπαγόρευση δοκιμίων αντί για την πληκτρολόγησή τους μπορεί να επιτρέψει στους ανθρώπους να γράφουν πιο γρήγορα, αλλά όχι απαραίτητα περισσότερο. (Η παραγωγή καλών ιδεών αποδεικνύεται ότι είναι ένας περιοριστικός παράγοντας). Η τεχνολογία άλλαξε τη σύνθεση της προσπάθειας χωρίς να αλλάξει την παραγωγή· κάτι παρόμοιο μπορεί να ισχύει και για την ΤΝ. Επίσης, δεν γνωρίζουμε αν οι δυνατότητες της ΤΝ θα συνεχίσουν να εξελίσσονται τόσο γρήγορα και αμείλικτα όσο υπόσχονται οι υποστηρικτές της, ειδικά δεδομένων των κυκλικών μεθόδων χρηματοδότησης που χρησιμοποιούνται για τα κέντρα δεδομένων και τις άλλες υπολογιστικές υποδομές, αλλά και των πολιτικών αντιδράσεων για την κατασκευή τους. Τέλος, δεν γνωρίζουμε πόσο γρήγορα θα υιοθετηθεί η τεχνολογία και θα ενσωματωθεί με τρόπους που θα ενισχύουν την παραγωγικότητα.
Αλλά αν δεχτούμε την υπόθεση ότι η τεχνολογία θα λειτουργήσει σε γενικές γραμμές όπως ισχυρίζονται οι υποστηρικτές της, ανοίγονται δύο πολύ διαφορετικά μέλλοντα για την ομόπλουτη τάξη και, κατ’ επέκταση, για εμάς ως κοινωνία. Η διαφορά μεταξύ αυτών των δύο σεναρίων εξαρτάται από ένα συγκεκριμένο και επί του παρόντος άλυτο εμπειρικό ερώτημα: αν η ΤΝ θα λειτουργήσει ως υποκατάστατο ή ως συμπλήρωμα της υψηλά αμειβόμενης γνωστικής εργασίας. Δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι ποιο από τα δύο θα επικρατήσει.
Το πρώτο πιθανό μέλλον είναι η εδραίωση της ελίτ. Το ομόπλουτο νοικοκυριό κερδίζει έναν υψηλό μισθό και κατέχει ένα διαφοροποιημένο χαρτοφυλάκιο. Καθώς το μερίδιο του κεφαλαίου στο εθνικό εισόδημα αυξάνεται —επειδή η ποσότητα του κεφαλαίου αυξάνεται με την ανάπτυξη της ΤΝ, ενώ το μέσο ποσοστό κέρδους διατηρείται ψηλά χάρη στη «σουμπετεριανή» (δημιουργική) καταστροφή του παλιού κεφαλαιακού αποθέματος— το σκέλος του εισοδήματός τους που προέρχεται από το χαρτοφυλάκιο απλώς μεγαλώνει. Αν καταφέρουν να διατηρήσουν τις ακριβοπληρωμένες δουλειές τους, μπορούν να αγοράσουν μετοχές ακριβώς στους τομείς που αναπτύσσονται στη νέα οικονομία. Σε αυτό το σενάριο, η ομόπλουτη τάξη «πυκνώνει», ανεβαίνοντας από το ένα τρίτο του ανώτερου δεκατημορίου του εισοδήματος από εργασία στο μισό ή στα δύο τρίτα. Αυτές οι ελίτ μπορούν στη συνέχεια να συνεχίσουν να μεταβιβάζουν τα πλεονεκτήματά τους στους απογόνους τους μέσω της εκπαίδευσης και της κληρονομιάς, με ακόμη μεγαλύτερη σιγουριά, επειδή τώρα έχουν περισσότερα και από τα δύο να μεταβιβάσουν. Σε αυτό το σενάριο, το σημερινό ανώτερο 3% των Αμερικανών γίνεται η σταθερή, αυτοαναπαραγόμενη αριστοκρατία μιας οικονομίας της ΤΝ. Στην οριακή περίπτωση, το κορυφαίο 10% των μισθωτών θα είναι ταυτόχρονα και το κορυφαίο 10% όσων έχουν εισόδημα από κεφάλαιο, και θα «κλειδώσουν» αυτές τις ίδιες θέσεις για τα παιδιά τους, δημιουργώντας ουσιαστικά μια μορφή σκληρά εργαζόμενης αριστοκρατίας. Η ομοπλουτία θα έχει υπάρξει απλώς ένα μεταβατικό στάδιο στην πορεία προς μια ανανεωμένη μορφή κληρονομικής ιεραρχίας.
Το δεύτερο εναλλακτικό μέλλον είναι η διάλυση της τάξης. Οι ομόπλουτοι συνήθως κάνουν δουλειές που εξασφαλίζουν ένα μισθολογικό πλεονέκτημα στη σημερινή αγορά εργασίας — ως δικηγόροι, χρηματιστές, σύμβουλοι, μηχανικοί λογισμικού, γιατροί και ούτω καθεξής — επειδή απαιτούν γνωστική εργασία που συχνά καθίσταται δυνατή χάρη σε ακριβές εκπαιδεύσεις, διπλώματα και διαπιστευτήρια. Δυστυχώς για αυτά τα άτομα, αυτή είναι ακριβώς και η φύση της εργασίας που τα μεγάλα γλωσσικά μοντέλα (LLMs) εκτελούν πιο πειστικά. Όπως παρατήρησε εύστοχα ο ειδικός στη ρομποτική Χανς Μόραβετς, η υψηλού επιπέδου συλλογιστική αποδεικνύεται πιο εύκολο να αυτοματοποιηθεί από ό,τι οι αισθητηριοκινητικές δεξιότητες που αναπτύχθηκαν μέσα σε ένα δισεκατομμύριο χρόνια εξέλιξης.
Αν η ΤΝ καταλήξει να υποκαθιστά, αντί να συμπληρώνει, την εργασία της γνώσης, τότε το μισθολογικό πλεονέκτημα που απολαμβάνουν οι εργαζόμενοι με υψηλό μορφωτικό επίπεδο θα συρρικνωθεί. Για αυτούς τους εργαζόμενους, ο μισθός που συμπλήρωνε το εισόδημα από το επενδυτικό τους χαρτοφυλάκιο θα μειωθεί ή θα εξαφανιστεί· αυτό που θα απομείνει θα είναι μόνο το χαρτοφυλάκιό τους. Το ομόπλουτο νοικοκυριό σε αυτή την περίπτωση επιστρέφει στην κατάσταση ενός αμιγώς καπιταλιστικού νοικοκυριού που ζει εξολοκλήρου από τα κέρδη του επενδυτικού του χαρτοφυλακίου· με άλλα λόγια, επιστρέφει στο κλασικό πρότυπο του Μεξικού, όπου οι πλούσιοι δεν εργάζονται.
Ανατρέπεται η Θεωρία του Εκσυγχρονισμού;
Και στα δύο σενάρια, η ιδεολογική θέση της ομόπλουτης τάξης ως μιας νομιμοποιημένης αξιοκρατίας θα καταρρεύσει. Υπό το σενάριο της εδραίωσης, ο ισχυρισμός των ομόπλουτων περί αξιοκρατίας καθίσταται αβάσιμος επειδή δεν υπάρχει πλέον κανένα μονοπάτι εισόδου: Από τη στιγμή που η κληρονομιά γίνεται ο μόνος δρόμος για το κορυφαίο 10% των καπιταλιστών, μια τέτοια τάξη δεν μπορεί να περιγράψει πειστικά τον εαυτό της ως αξιοκρατικό, ανεξάρτητα από το πόσο σκληρά εργάζεται. Υπό το σενάριο της διάλυσης, αν η εκπαίδευση δεν προσφέρει πλέον μισθολογικό πλεονέκτημα, δεν υπάρχει καμία αξιοκρατική δραστηριότητα για να επιδείξει κανείς — είναι απλώς ένας ιδιοκτήτης κεφαλαίου, όπως ήταν και ο προπάππους του. Στην πρώτη περίπτωση, η αξία των περιουσιακών στοιχείων της τάξης επιβιώνει, αλλά η ροή νέων μελών προς αυτήν σταματά. Στη δεύτερη, χάνονται και τα δύο.
Γύρω από αυτή τη συρρικνωμένη ελίτ, η δομή της υπόλοιπης κοινωνίας γίνεται πλέον ευανάγνωστη. Στην κορυφή βρίσκουμε τους λίγες χιλιάδες ανθρώπους που κατέχουν τα τεχνολογικά μοντέλα. Ακολουθεί το απομεινάρι των ομόπλουτων — αραιωμένο ή πυκνωμένο, αλλά σίγουρα κλειστό για τις κατώτερες βαθμίδες. Κάτω από αυτούς βρίσκεται μια τάξη παροχής υπηρεσιών που κάνει ό,τι δεν μπορεί ακόμη να κάνει η τεχνητή νοημοσύνη, με χαμηλούς έως μεσαίους μισθούς: σκεφτείτε κηπουρούς, βοηθούς νοσηλευτών στο σπίτι, μπάρμαν, τεχνίτες, μηχανικούς και ούτω καθεξής. Αυτοί οι άνθρωποι θα εργάζονται, αλλά δεν θα ανήκουν με καμία ουσιαστική έννοια στη μεσαία τάξη. Και τέλος, στον πάτο βρίσκεται ένας πλεονάζων πληθυσμός — ο όρος «άνεργοι» είναι παραπλανητικός, επειδή υποδηλώνει μια προσωρινή κατάσταση και μια δυνατότητα επιστροφής. Ο πλεονάζων ή υπεράριθμος πληθυσμός αποτελείται από ανθρώπους των οποίων οι δεξιότητες έχουν καταστεί παρωχημένες, των οποίων η επανεκπαίδευση θα χρειαζόταν χρόνια και που κανείς δεν πρόκειται να τη χρηματοδοτήσει. Θεωρητικά, ένα καθολικό βασικό εισόδημα (UBI) ή ένα μόνιμο επίδομα ανεργίας θα έλυνε το υλικό τους πρόβλημα, και ίσως αυτοί οι άνθρωποι να μπορούν να κρατηθούν κατευνασμένοι με τη θρησκεία, το σεξ και την τηλεόραση. Ο «άρτος και θεάματα» είναι, άλλωστε, μια σεβαστή πολιτική λύση· ουκ ολίγοι στη Σίλικον Βάλεϊ ονειρεύονται το βασικό εισόδημα και τα memes του TikTok ως τη σύγχρονη εκδοχή της.
Αυτό που εντυπωσιάζει σε αυτή την πυραμίδα είναι το προ-βιομηχανικό (δηλαδή, φεουδαρχικό) σχήμα της: με απότομη κλίση στην κορυφή, επίπεδη και φαρδιά στη βάση, χωρίς ουσιαστική μεσαία τάξη. Κάθε κοινωνία πριν από τη Βιομηχανική Επανάσταση είχε αυτή τη μορφή, και η παραδοχή του 20ού αιώνα ότι η ανάπτυξη παράγει μια μεγάλη μεσαία τάξη, η οποία με τη σειρά της παράγει πολιτική σταθερότητα και δημοκρατική ειρήνη, ήταν ίσως ένα συμπέρασμα βγαλμένο από μια περίοδο που τελικά θα αποδειχθεί ως η εξαίρεση του κανόνα. Αν η τεχνητή νοημοσύνη δημιουργήσει μια τόσο άκαμπτη ταξική πυραμίδα, τότε οι πλουσιότερες και πιο τεχνολογικά προηγμένες κοινωνίες στη Γη μπορεί κάλλιστα να γίνουν πολιτικά πιο ταραχώδεις από τις φτωχότερες — μια τραγελαφική αντιστροφή της τελεολογικής πεποίθησης της θεωρίας του εκσυγχρονισμού για την επερχόμενη καθολικοποίηση των σταθερά δημοκρατικών κοινωνιών της μεσαίας τάξης. Ένας μεγάλος λούμπεν πληθυσμός με ελάχιστη σταθερή εργασία ή κοινωνική θέση (και απεριόριστο ελεύθερο χρόνο) αποτελεί έναν εφεδρικό στρατό από πολιτικά εύφλεκτους δυσαρεστημένους — έτοιμο προσάναμμα για πολιτικούς παράγοντες με παράπονα και τον ανάλογο προϋπολογισμό.
Μια ιεραρχία στην οποία μπορείς να αναρριχηθείς, έστω και με απειροελάχιστες πιθανότητες, είναι μια ιεραρχία που τουλάχιστον δυνητικά μπορεί να γίνει ανεκτή, ακόμη και μέσα σε μια δημοκρατία. Για το μεγαλύτερο μέρος του περασμένου αιώνα, η ανισότητα δικαιολογούνταν με τον ισχυρισμό ότι ορισμένοι άνθρωποι ήταν πιο ταλαντούχοι και εργατικοί από άλλους, μια διαδικασία για την οποία εγγυώνταν τα εκπαιδευτικά ιδρύματα μέσω ενός περίπλοκα τυποποιημένου συστήματος κατάταξης και πιστοποίησης. Αυτή είναι η αξιοκρατία, και οι ομόπλουτοι είναι οι υπ’ αριθμόν 1 ωφελημένοι αυτής της ιδεολογίας. Μια εντελώς κλειστή ιεραρχία, ωστόσο, είναι μη ανεκτή σε μια δημοκρατία. Αυτό βοηθά να εξηγηθεί γιατί τόσοι πολλοί στη Σίλικον Βάλεϊ κινούνται προς μια αισθητά και ρητά αντιδημοκρατική κατεύθυνση — το θέμα του πρόσφατα δημοσιευμένου βιβλίου του Γκιλ Ντουράν, «Το Ράιχ των Σπασικλών» (The Nerd Reich).
Η ρωμαϊκή αναλογία είναι σχετική εδώ, για λόγους που ξεπερνούν την παρακμή των τεχνολογικών ελίτ μας. Η Ύστερη Δημοκρατία δεν έπεσε επειδή οι μάζες ξεσηκώθηκαν αυθόρμητα εναντίον των ελίτ. Έπεσε επειδή οι ολιγαρχικές φατρίες δεν μπορούσαν να λύσουν τις διαφορές τους αναμεταξύ τους, και κάθε παράταξη θεώρησε σκόπιμο να κινητοποιήσει τον αδρανή αστικό πληθυσμό εναντίον των αντιπάλων της. Μια κοινωνικοοικονομική δομή με μια χούφτα τεράστια πλούσιων φατριών στην κορυφή και έναν μεγάλο, συντηρούμενο-αλλά-χωρίς-σκοπό πληθυσμό στη βάση, δεν χρειάζεται ένα επαναστατικό κίνημα για να γίνει ασταθής. Το μόνο που χρειάζεται είναι ένας πλουτοκράτης να αποφασίσει ότι τα συμφέροντά του εξυπηρετούνται καλύτερα αν κινητοποιήσει τους δυσαρεστημένους παρά αν διαπραγματευτεί με τους ομοίους του.
Το Ερώτημα του Μπέρναμ, Ξανά
Ο Μπέρναμ έκανε λάθος όταν προέβλεπε ότι οι διευθυντές θα εκτόπιζαν τους καπιταλιστές: η επανάσταση της «αξίας για τους μετόχους» (shareholder value) τις δεκαετίες του 1970 και 1980 εκθρόνισε τη μεταπολεμική διευθυντική τάξη και διασφάλισε ότι οι εταιρείες θα έθεταν τα συμφέροντα του κεφαλαίου πάνω από όλους τους άλλους ενδιαφερόμενους. Ήταν όμως σωστός όταν επέμενε ότι τα μέσα παραγωγής αποτελούν την έδρα της κοινωνικής κυριαρχίας, ότι όποιος τα ελέγχει ελέγχει και την κοινωνία, και ότι η ιδεολογία έπεται αυτού, αντί να το καθορίζει. Στήριζε τόσο την καπιταλιστική όσο και τη διευθυντική κοινωνία στις σχέσεις παραγωγής, γι’ αυτό και ο πρόσφατος ενθουσιασμός να τον επιστρατεύσουν σε επιχειρήματα περί μιας «woke» επαγγελματικής-διευθυντικής τάξης αποτελεί είτε παρεξήγηση είτε σφετερισμό της σκέψης του. Ο Μπέρναμ δεν έγραφε για τις απόψεις των κατόχων πτυχίων. Έγραφε για τους ανθρώπους που ελέγχουν τις μηχανές.
Εφαρμοσμένο στη δική μας εποχή, το ερώτημά του —Ποιος ελέγχει τα μέσα παραγωγής και τι είδους τάξη δημιουργεί αυτός ο έλεγχος;— είναι δυσάρεστο. Αν η τεχνητή νοημοσύνη καταστεί το καθοριστικό μέσο της σύγχρονης παραγωγής, τότε αυτοί που την ελέγχουν γίνονται η νέα άρχουσα τάξη. Τα εκπαιδευτικά διαπιστευτήρια καθαυτά δεν θα αρκούν πλέον για να νομιμοποιήσουν την κοινωνικοοικονομική ιεραρχία της κοινωνίας. Οι ομόπλουτοι μπορεί να καταλήξουν να είναι η τελευταία γενιά μιας άρχουσας τάξης από την οποία απαιτούνταν να είναι καλή σε κάτι άλλο εκτός από το να «κόβει κουπόνια» (δηλαδή, να εισπράττει παθητικά αποδόσεις). Ή ένα μικρό κλάσμα τους μπορεί να καταλήξει ως ιδιοκτήτες των μηχανών που τους αντικατέστησαν, κάτι που αποτελεί διαφορετική μοίρα, αλλά, μακροπρόθεσμα, όχι περισσότερο νομιμοποιημένη.
Το μόνο για το οποίο είμαστε λογικά σίγουροι είναι ότι ο συμβιβασμός των περίπου 40 ετών, κατά τον οποίο οι ίδιοι άνθρωποι κατείχαν τις καλύτερες δουλειές και τη μεγαλύτερη περιουσία —και χρησιμοποιούσαν το πρώτο ως δικαιολογία για το δεύτερο— φτάνει στο τέλος του με τον έναν ή τον άλλον τρόπο. Οι υπέρμαχοι της αφθονίας, που φαντάζονται τις μηχανές να κάνουν τη δουλειά ενώ εμείς απολαμβάνουμε τον ελεύθερο χρόνο μας, έχουν περιγράψει σωστά τα οικονομικά δεδομένα, αλλά έχουν αγνοήσει εντελώς τα πολιτικά. Πολύ πιθανόν να αποκτήσουμε πράγματι αφθονία. Αλλά αυτό που δεν πρόκειται να αποκτήσουμε, με τις τρέχουσες τάσεις, είναι μια κοινωνία οργανωμένη με τρόπο που θα επιθυμούσε οποιοσδήποτε άλλος πέρα από την υπερ-ελίτ.