Macro

Γιώργος Μπάλλιας: Πίσω από την τεχνητή νοημοσύνη και τα data centers βρίσκεται μια μεταλλευτική βιομηχανία που λεηλατεί τον πλανήτη

Το νέο σλόγκαν στις επιχειρηματικές διασκέψεις είναι να παρουσιάζονται τα data centers ως «τα εργοστάσια της τεχνητής νοημοσύνης». Με άλλες λέξεις, για να έχουμε παραγωγική τεχνητή νοημοσύνη, θα πρέπει να επενδύσουμε σε κέντρα δεδομένων. Η εν λόγω αντίληψη ότι το κέντρο δεδομένων είναι το εργοστάσιο της τεχνητής νοημοσύνης αποκρύπτει ένα σύνολο εξαιρετικά προβληματικών πραγματικοτήτων της εφοδιαστικής αλυσίδας της ψηφιακής τεχνολογίας, της οποίας τα data centers, με τις υπερβολικές καταναλώσεις νερού και ηλεκτρικής ενέργειας, αποτελούν απλώς τον τελευταίο κρίκο. Η τεχνητή νοημοσύνη στηρίζεται και αυτή σε μια αλληλουχία εγκλημάτων: στις πολλαπλές οικοκτόνες απαιτήσεις της και στις παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που συσσωρεύονται ολοένα και ταχύτερα εξ αιτίας της παραγωγής αυτών των εξαιρετικά αναγκαίων σε πόρους αντικειμένων.

Τα κέντρα δεδομένων είναι τεράστιες αποθήκες γεμάτες με υπολογιστικούς διακομιστές, οι οποίοι αποτελούνται με τη σειρά τους από ηλεκτρονικές πλακέτες. Οι πλακέτες αυτές περιέχουν μια τεράστια ποικιλία εξαρτημάτων, στα οποία συνδυάζονται δεκάδες διαφορετικά μέταλλα και ορυκτά, καθαρισμένα σε ποσοστό άνω του 99,9999% και για την παραγωγή των οποίων μπορεί να έχουν απαιτηθεί έως και 1.000 διαφορετικά χημικά προϊόντα.

Μεταξύ των εξαρτημάτων των ηλεκτρονικών πλακετών περιλαμβάνονται οι ημιαγωγοί, δηλαδή τα μικροκυκλώματα τα οποία, πριν φθάσουν στο στάδιο του τελικού προϊόντος, μπορεί να έχουν διασχίσει τα σύνορα πάνω από 80 χωρών (βλ. Anatomie d’une puce,, εκδ. Le Monde à l’envers, 2026). Στον κόσμο της τεχνητής νοημοσύνης, ένα μικροκύκλωμα λίγων τετραγωνικών εκατοστών, όπως αυτά της εταιρείας Nvidia, η οποία κατέχει ηγετική θέση στην παγκόσμια αγορά, μπορεί να περιέχει περίπου 200 δισεκατομμύρια τρανζίστορ, δηλαδή μικροσκοπικά εξαρτήματα χαραγμένα σε νανομετρική κλίμακα. Αυτή η πρωτοφανής πυκνότητα υλικών καθιστά τους διακομιστές των κέντρων δεδομένων τα αντικείμενα με τη μεγαλύτερη ένταση χρήσης πόρων που έχουν παραχθεί ποτέ στην ανθρώπινη ιστορία. Τα κέντρα δεδομένων, εκτός από τους διακομιστές, συγκεντρώνουν επίσης μεγαβάτ ηλεκτρικών συσσωρευτών, σύνθετα συστήματα ψύξης κ.λπ.

692.000 τόνοι μετάλλων το 2025

Το να θεωρείται το κέντρο δεδομένων εργοστάσιο της τεχνητής νοημοσύνης σημαίνει ότι αντιμετωπίζουμε όλες αυτές τις μηχανές ως ένα είδος πρώτων υλών, με τελικό προϊόν, για παράδειγμα, τις απαντήσεις του ChatGPT. Ωστόσο, οι ημιαγωγοί δεν φυτρώνουν στα λιβάδια και το υπέδαφος δεν περιέχει έτοιμες ηλεκτρικές μπαταρίες.
Στις αρχές του καλοκαιριού, το περιοδικό Resources Policy δημοσίευσε εκτιμήσεις σχετικά με την κατανάλωση μετάλλων από τα κέντρα δεδομένων που κατασκευάζονται για τη γενετική τεχνητή νοημοσύνη. Σύμφωνα με αμερικανούς ειδικούς στον τομέα των ορυχείων, τα κέντρα αυτά απαιτούσαν 692.000 τόνους μετάλλων το 2025. Και θα μπορούσαν να καταναλώσουν 2,6 εκατομμύρια τόνους έως το 2035.

Σε έκθεσή του (From Minerals to Megawatts: Building Resilience for EVs, Data Centres and Power Grids 2025) το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ εκτιμά ότι η κατανάλωση ορυκτών από ένα κέντρο δεδομένων είναι περίπου 70 τόνοι μετάλλων ανά μεγαβάτ ισχύος. Η ποσότητα αυτή μπορεί να τριπλασιαστεί ή να τετραπλασιαστεί, εάν συνυπολογιστεί η σύνδεση με το ηλεκτρικό δίκτυο, και ακόμη περισσότερο εάν το κέντρο διαθέτει αποκλειστική παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας —τουρμπίνα αερίου, φωτοβολταϊκό ή αιολικό πάρκο, κυψέλη καυσίμου— σύμφωνα με πρόσφατη δημοσίευση της βρετανικής εταιρείας ερευνών και συμβούλων Wood Mackenzie (2026 Wood Mackenzie: The Hidden Metals Cost of Data Centres).

Τι σημαίνουν αυτοί οι αριθμοί; Τι κρύβεται πίσω από αυτούς στις περιοχές όπου πραγματοποιείται η εξόρυξη; Τα κέντρα δεδομένων δεν θα μπορούσαν να υπάρξουν χωρίς τις σπάνιες γαίες, αυτά δηλαδή τα δεκαεπτά ορυκτά στοιχεία που χρησιμοποιούνται σε κλίμακα χιλιοστογραμμαρίων ή ενσωματώνονται σε σύνθετα κράματα των αντικειμένων υψηλής τεχνολογίας. Για να αναφέρουμε μόνο δύο: το τέρβιο, το οποίο υπάρχει στους μαγνήτες των ηλεκτρονικών πλακετών και στους ημιαγωγούς, και το δυσπρόσιο, το οποίο συμβάλλει στη θερμική σταθερότητα των σκληρών δίσκων.

Ένοπλες πολιτοφυλακές, εκτοπισμένοι λαοί, μολυσμένα εδάφη

Η Κίνα, η οποία εμπορεύεται το μεγαλύτερο μέρος των σπάνιων γαιών που πωλούνται παγκοσμίως, εισάγει το μεγαλύτερο μέρος του μεταλλεύματος από τη Μιανμάρ. Εδώ και περίπου δέκα χρόνια, οι περιοχές Shan και Kachin βρίσκονται σε κατάσταση πολέμου, ανάμεσα στους λαούς αυτών περιοχών και σε Κινέζους επιχειρηματίες και τις πολιτοφυλακές τους.
Οι τελευταίοι έχουν καταλάβει προγονικά εδάφη που χρησιμοποιούνταν για το κυνήγι και τη συλλογή τροφής, όπου έχουν προβεί σε κοπή δέντρων και έχουν εγκαταστήσει μεταλλευτικά εργοτάξια. Για την εξόρυξη του μεταλλεύματος, μέσα στο τροπικό δάσος, εγχέονται οξέα και χημικά προϊόντα απευθείας στο εσωτερικό του πετρώματος, ώστε να διαλυθούν οι επιθυμητές ουσίες. Στη συνέχεια, αυτές διοχετεύονται σε ανοικτές λεκάνες, όπου τα μεταλλικά διαλύματα εξάγονται με τη χρήση άλλων χημικών προϊόντων.

Σύμφωνα με έρευνα της βρετανικής ΜΚΟ Global Witness (Fuelling the future, poisoning the present: Myanmar’s rare earth boom 2024) τα ορυχεία τερβίου και δυσπροσίου έχουν μολύνει τα υδάτινα σώματα σε απόσταση εκατοντάδων χιλιομέτρων, μέχρι τον βόρειο τομέα της Ταϊλάνδης. Το 2025, στη Μιανμάρ καταγράφονταν περισσότερες από 500 εγκαταστάσεις εξόρυξης, οι οποίες είχαν δημιουργηθεί σε εδάφη αυτόχθονων κοινοτήτων με τη βοήθεια ένοπλων πολιτοφυλακών που υποστηρίζονται από την Κίνα.

Το περιοδικό Resources Policy εκτιμά ότι η ζήτηση για σπάνιες γαίες από τα κέντρα δεδομένων θα μπορούσε να τριπλασιαστεί έως το 2028, από 13 σε 39 τόνους. Ποια είναι η δυτική απάντηση στις κινεζικές εξορύξεις; Τον Ιούνιο του 2026, ο γαλλικός κολοσσός ηλεκτρικής ενέργειας Schneider συνεργάστηκε με την εταιρεία Torngat Metals για την εκμετάλλευση κοιτασμάτων δυσπροσίου και τερβίου σε αυτόχθονα εδάφη, 1.000 χιλιόμετρα βόρεια του Μόντρεαλ, απειλώντας τις λίμνες αλιείας με τα κρυστάλλινα νερά των Ιννου, των Ινουίτ και των Νάσκαπι.
Τα κοιτάσματα σπάνιων γαιών είναι τόσο ραδιενεργά, ώστε η εταιρεία Orano —η οποία τότε ονομαζόταν Areva— τα διεκδικούσε κατά τη δεκαετία του 2010 προκειμένου να τα μετατρέψει σε ορυχεία ουρανίου, πράγμα που δεν πέτυχε καθώς ένα κίνημα σε ολόκληρο στο Κεμπέκ έθεσε τέρμα στο σχέδιο. Το σχέδιο Torngat αμφισβητείται από πολλές αυτόχθονες κοινότητες, όμως οι οικονομικοί παράγοντες της Δύσης φαίνεται να είναι διατεθειμένοι να κάνουν τα πάντα για να παρακάμψουν τα κινεζικά μονοπώλια.

Ο χαλκός, μέταλλο της δίψας

Ο χαλκός, ο κατεξοχήν αγωγός του ηλεκτρισμού, είναι ένα από τα βασικά μέταλλα που χρησιμοποιούνται στα κέντρα δεδομένων, καθώς επιτρέπει τη σύνδεσή τους τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό, σε επίπεδο δικτύων. Οι εταιρείες εξόρυξης της Copper Development Association εκτιμούν ότι η αναγκαία ποσότητα χαλκού ενός κέντρου δεδομένων είναι μεταξύ 5.000 και 15.000 τόνοι.
Η υπερκατανάλωση χαλκού δημιουργεί, επίσης, σοβαρά προβλήματα επιβίωσης. Στη νότια Ισπανία, στην Ανδαλουσία, πέντε ορυχεία χαλκού έχουν αρχίσει να λειτουργούν τα τελευταία χρόνια με την υποστήριξη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στο όνομα της ενεργειακής μετάβασης. Ένα μόνο από αυτά, το Cobre Las Cruces, καταναλώνει τόσο νερό όσο 66.000 κάτοικοι, την ίδια στιγμή που η περιοχή αυτή είναι μία από τις πιο άνυδρες της Ευρώπης. Καταγράφοντας τις πολυάριθμες μη αναστρέψιμες ρυπάνσεις των υδάτων που προκλήθηκαν από τις μεταλλευτικές επιχειρήσεις της περιοχής τα τελευταία χρόνια, μια ερευνητική ομάδα του Πανεπιστημίου της Σεβίλλης ζήτησε να υπάρξει μορατόριουμ σε όλα τα σχέδια εξόρυξης χαλκού στην Ανδαλουσία προκειμένου να αποφευχθεί η υδρολογική κατάρρευση.

Αυτό που συμβαίνει στην Ισπανία, επαναλαμβάνεται στο νότιο Μαρόκο, όπου ένα νέο ορυχείο άρχισε να λειτουργεί το 2025 παρά τον κίνδυνο ακραίας λειψυδρίας στη χώρα. Επίσης, στη Χιλή οι μεταλλευτικές επιχειρήσεις κατηγορούνται ότι καταστρέφουν τους παγετώνες, δηλαδή αποθέματα νερού ηπειρωτικής κλίμακας.

Ήδη από το 2019, περισσότερο από το ήμισυ του χαλκού που εξορυσσόταν παγκοσμίως προερχόταν από περιοχές που αντιμετώπιζαν υδατική πίεση. Μάλιστα, στα τέλη της δεκαετίας του 2010, διαπιστώθηκε ότι, για να καλυφθούν οι υποτιθέμενες ανάγκες σε μέταλλα για τα επόμενα είκοσι χρόνια, θα έπρεπε να εξορυχθεί ποσότητα ίση με εκείνη που είχε εξορυχθεί σε ολόκληρη την ιστορία της ανθρωπότητας. Η αιτία είναι οι σωρευτικές ανάγκες όλων των βιομηχανικών σχεδίων, στις οποίες έχουν προστεθεί τα σχέδια της ενεργειακής μετάβασης: ηλεκτρικά οχήματα και διασύνδεση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας.

Η παραπάνω προοπτική φαινόταν ιλιγγιώδης, έχοντας λάβει ήδη εγκληματικές διαστάσεις. Όμως, αυτό συνέβαινε πριν από την έκρηξη της παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης. Σήμερα, αυτή πολλαπλασιάζει τα μεταλλευτικά σχέδια, ενώ παράλληλα δεσμεύει τα εξορυσσόμενα μέταλλα στο όνομα της απανθρακοποίησης. Η Amazon είναι, για παράδειγμα, ο μεγαλύτερος αγοραστής ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές παγκοσμίως, την οποία χρησιμοποιεί για να τροφοδοτεί το cloud.

Τα δεινά, η βία και οι αδικίες που προκαλεί η ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης, καθώς και η επικίνδυνη, για την ανθρωπότητα συνολικά, λειτουργία της, είναι ανάλογα της υλικής της έντασης. Με βάση, λοιπόν, τα όσα αναφέρθηκαν παραπάνω σχετικά με τα υλικά κατασκευής και λειτουργίας των κέντρων δεδομένων, τα τελευταία αναδεικνύονται σε ένα είδος οικοκτονικής, υγειονομικής και γεωστρατηγικής βόμβας για ολόκληρο τον πλανήτη.

Η φωτό (δορυφορική 2026) δείχνει μεταλλευτική ζώνη σπάνιων γαιών στη Βιρμανία στα σύνορα με την Κίνα.